Το πολιτικό και θρησκευτικό πλαίσιο που προετοίμασε την βυζαντινή οικουμενικότητα

29 Σεπτεμβρίου 2020

Η βυζαντινή αυτοκρατορία, ή ρωμαϊκή, ως θα έπρεπε να την καλούμε προς το ορθόν, υπήρξε μία μοναδική περίπτωση στην παγκόσμια ιστορία, όπου για πρώτη φορά διάφοροι λαοί συνυπήρχαν υπό το σκήπτρο ενός βασιλέως-αυτοκράτορος και λάτρευαν τον ίδιο Θεό στα πλαίσια της μίας οργανωμένης χριστιανικής Εκκλησίας. Αυτό το επίπεδο συνυπάρξεως ήταν πέραν από την απλή οικουμενικότητα μίας αναγκαστικής υποταγής των λαών στην αλεξανδρινή ή στην ρωμαϊκή εξουσία, και δεν ήλθε ξαφνικά. Αλλά ας πάρουμε όμως τα πράγματα με την σειρά.

Ο αρχαίος κόσμος ήταν διηρημένος και γεμάτος διαφορές και αντιθέσεις σε όλους τους τομείς. Η Ελλάδα ήταν χωρισμένη σε πόλεις-κράτη, με αυτόνομη εξουσία, είχε διάφορες γλωσσικές διαλέκτους, διάφορες θρησκευτικές τάσεις και ποικίλες φιλοσοφικές κατευθύνσεις. Γύρω από την ελληνική επικράτεια η διαφορετικότητα συνεχίζονταν σε μεγαλύτερη έκταση στα διάφορα βαρβαρικά έθνη. Πέρσες, Λύδιοι, Αιγύπτιοι, Σκύθες, κτλ. συνιστούσαν ένα σύνολο όπου λατρεύονταν ποικίλες θεότητες, όπου μιλούσαν άλλες γλώσσες και βασίλευαν διαφορετικοί μονάρχες.

Με την εκστρατεία του Μεγάλου Αλεξάνδρου αρχίζει η λεγόμενη αλεξανδρινή ή ελληνιστική περίοδος. Την προσωνυμία της την πήρε από την μεγάλη κίνηση εξελληνισμού που διενεργούνταν τότεστους λαούς της μακεδονικής αυτοκρατορίας. Συγκεκριμένα, πληθυσμοί της Ασίας και της Βορείου Αφρικής μπολιάστηκαν με τον ελληνικό πολιτισμό και την ελληνική γλώσσα[1]. Αυτό είχε ως συνέπεια, με την πάροδο δύο περίπου αιώνων, οι περιοχές αυτές να υπάρχουν, ως ενός βαθμού, ομογενοποιημένες υπό ενός πολιτισμού και μίας κοινής γλώσσας, της λεγομένης Ελληνιστικής Κοινής[2]. Έτσι η μακεδονική κυριαρχία ενοποίησε την Ελλάδα ως και μεγάλες εκτάσεις της Ασίας και της Βορείου Αφρικής υπό μία ηγεσία (την μακεδονική ελληνική), ένα πολιτισμό και μία κυριαρχούσα γλώσσα – την ελληνιστική Κοινή[3].

Ερχόμενοι στους ρωμαϊκούς χρόνους βλέπουμε ότι η Ρωμαϊκή αυτοκρατορία συνέχισε και προέκτεινε την ελληνιστική ομοιογένεια των λαών, ευνοούμενη από την προϋπάρχουσα κατάστασή τους. Στο πολιτικό επίπεδο εγκαθίδρυσε από τις αρχές του τετάρτου μ. Χ. αιώνα, αντί της αρχικής τετραρχίας, τον ένα Ρωμαίο αυτοκράτορα[4], ενώνοντας, ουσιαστικά, όλες τις κτίσεις της υπό μία οργανωμένη εξουσία θέτοντας νέους χωρισμούς αναμεταξύ των λαών, στις λεγόμενες επαρχίες, με τοπικές εκπροσωπήσεις της αυτοκρατορικής εξουσίας[5]. Ακόμη θέσπισε κοινούς νόμους και επέβαλλε την λατινική γλώσσα ως κρατική γλώσσα.

Στο θρησκευτικό επίπεδο για την διασφάλιση της ενότητας της αυτοκρατορίας οι Ρωμαίοι αυτοκράτορες, με τον καιρό, έλαβαν δύο ακόμη μεγάλα μέτρα. Όρισαν υποχρεωτική κρατική θρησκεία την εθνική ειδωλολατρική[6], και την υποχρεωτική τιμή και λατρεία του αυτοκράτορα ως θεού.Ακόμη, τέθηκαν αυστηρά μέτρα για τον έλεγχο της τήρησης αυτών των νόμων[7]. Ο λόγος, που οδήγησε την ρωμαϊκή εξουσία σ’ αυτήν την ενέργεια, ήταν ότι, με τη συνύπαρξη πολλών νέων εθνικοτήτων στα πλαίσια της αυτοκρατορίας, διασαλευόταν η συνοχή στην διοίκησή της[8].Έπρεπε λοιπόν να ληφθεί κάποιο μέτρο για τη διατήρηση αυτής.

Άλλο θρησκευτικό χαρακτηριστικό της εποχής, και ιδίως της ύστερης αρχαιότητας, ήταν ότι οι πατροπαράδοτοι θεοί και η μυθολογία αμφισβητούνταν όσο ποτέ άλλοτε. Την θρησκευτική αυτή τάση προήγαγαν ιδίως οι τότε ακμάζουσες φιλοσοφικές σχολές του Στωικισμού, του Επικουρισμού και της Ακαδημίας, με τις μάλλον αρνητικές θέσεις τους περί της λατρείας των θεών[9]. Η φιλοσοφία, κατά τους ρωμαϊκούς χρόνους ήταν πολύ διαφορετική από εκείνη των κλασικών χρόνων. Δεσπόζουσες φιλοσοφικές σχολές ήταν πια ο Νεοπλατωνισμός και ο Στωικισμός.

Η ελληνική φιλοσοφία είχε περάσει από την ακμή[10] του πέμπτου και τετάρτου αιώνα π. Χ., όπου κυριαρχούσε η σχολή της Ακαδημίας, σε μία νέα κατάσταση, όπου ανέπτυσσε τις φιλοσοφίες του τετάρτου αιώνα σε νέες διδασκαλίες (εξ ου και οι ονομασίες Νεοπλατωνισμός, ή Νεοπυθαγορισμός)[11]. Οι σχολές αυτές υπήρξαν ακόμη πλησιέστερες στην διδασκαλία του Χριστιανισμού καθότι μιλούσαν για συναφή διδάγματα με αυτόν[12].

Ακόμη, (σε θρησκευτικό επίπεδο)νέες θεότητες άρχιζαν να λατρεύονται, συχνά στη θέση παλαιοτέρων (όπως π.χ. ο περσικός Μίθρας, η φρυγική Κυβέλη, ή η αιγυπτιακή Ίσιδα)[13].Ο οικουμενικός χαρακτήρας της αυτοκρατορίας επέτρεπε τη διάδοση διαφορετικών θρησκευτικών τάσεων, φιλοσοφιών και ιδεών, που προέρχονταν κυρίως από την Ανατολή και την Αίγυπτο.

Βάσει, λοιπόν, όλων αυτών των δεδομένων οι ρωμαϊκές κτήσεις άρχιζαν να ενοποιούνταν σε μία κατάσταση, με δύο κοινές γλώσσες (την λατινική και την ελληνική), ένα κοινό κρατικό πολιτισμό (τον ελληνορωμαϊκό) και μία κοινή κρατική εξουσία και θρησκεία· σεβόμενη παραλλήλως τα τοπικά έθη, τις παραδόσεις και τις ιδιαίτερες θρησκείες.

Όμως στα πλαίσια της ρωμαϊκής οικουμενικότητας διενεργούνταν και κάποια άλλα φαινόμενα που η ζύμωσή τους θα επέφερε στο μέλλον τον ώριμο καρπό της βυζαντινής οικουμενικότητας. Το σημαντικότερο απ’ αυτά ήταν ίσως η διασπορά των Ιουδαίων στις διάφορες πόλεις της Μεσογείου και η ίδρυση νέων εβραϊκών κοινοτήτων. Ιουδαίοι μετανάστευαν στα διάφορα, εμπορικά κυρίως, αστικά κέντρα της Μεσογείου και εγκαθίσταντο εκεί καταφέρνοντας, ωστόσο, να διατηρούν κατά κανόνα την θρησκευτική και εθνικήτους ταυτότητα[14]. Έτσι δημιουργήθηκε μία νέα κατηγορία Εβραίων, οι λεγόμενοι Ιουδαίοι της διασποράς ή ελληνίζοντες Ιουδαίοι[15]. Η διασπορά τους εντάθηκε μάλιστα μετά το 70 μ.Χ., εξ αφορμής των ιουδαϊκών επαναστάσεων και της καταστροφής των Ιεροσολύμων  από τον Ρωμαίο στρατηγό Τίτο.

Οι Ιουδαίοι, εκτός από τα κοινωνικοπολιτικά, επηρέασαν και τα πνευματικά πράγματα της εποχής, διότι οι εθνικοί λαοίτης αυτοκρατορίας, στα πλαίσια των οποίων εγκαταβίωναν οι Ιουδαίοι, έρχονταν για πρώτη φορά σε επαφή με μία γνήσια μονοθεϊστική θρησκεία[16]. Από το ενδιαφέρον πολλών εθνικών και την τάση τους να ασπαστούν την ιουδαϊκή θρησκεία προέκυψαν οι λεγόμενοι ιουδαΐζοντες εθνικοί[17] ή προσήλυτοι στον Ιουδαϊσμό[18]. Οι Ιουδαίοι, συγκριτικά με άλλες ξένες στους Ρωμαίους θρησκευτικές ομάδες (όπως τους Χριστιανούς), απολάμβαναν μία ανεκτικότερη αντιμετώπιση από την ρωμαϊκή κρατική αρχή[19]. Η σύμμικτη παρουσία των Ιουδαίων σε όλα τα μήκη και πλάτη της αυτοκρατορίας απετέλεσε θα λέγαμε την εξοικείωση και το μπόλιασμα της εθνικής αυτοκρατορίας με την παλαιοδιαθηκική μονοθεϊκότητα και κατέστησε έτσι ευκολότερη την μετάβαση προς τον καινοδιαθηκικό χριστιανισμό. Η διασπορά των Ιουδαίωνλειτούργησε θα λέγαμε ως «διαφήμιση» του μονοθεϊσμού και προετοίμασε την επικράτηση του Χριστιανισμού[20].

Κύριο χαρακτηριστικό της ρωμαϊκής επικράτειας, από την πρώτο αιώνα μ. Χ.,είναι ασφαλώςκαι οι Χριστιανοί που εξαπλώνονταν με την πάροδο του χρόνου σε όλες τις επαρχίες[21]. Το έργο της ιδρύσεως κατά τόπους κοινοτήτων, από τους Αποστόλους τον πρώτο αιώνα, στην Μεσόγειο και στις ανατολικές επαρχίες ακολούθησε η ανάπτυξη και δραστηριοποίηση των κοινοτήτων αυτών στο ρωμαϊκό και βαρβαρικό περιβάλλον τους. Οι Χριστιανοί έκαναν αγώνα για να συντηρηθούν στον ειδωλολατρικό τους περίγυρο και ταυτοχρόνως να τον φωτίσουν με τη θεία διδασκαλία του Χριστού[22].Ωστόσο, Ο Χριστιανισμός αντιμετώπιζε αρνητική, κατά κανόνα, στάση από την εθνική ηγεσία, πράγμα που δεν του επέτρεπε να ανοίγεται ελεύθερα. Ο λόγος ήταν ότι, σε αντίθεση με τους Ιουδαίους, οι Χριστιανοί δεν αποτελούσαν έθνος και δε μπορούσαν να συνάψουν ευνοϊκή σύμβαση με το ρωμαϊκό κράτος[23].

Η νέα θρησκεία και διδασκαλία του Χριστιανισμού επηρέασε καθοριστικά την πνευματική πορεία του ρωμαϊκού κράτους.Δημιούργησε νέο φιλοσοφικό προσανατολισμό και νέες θρησκευτικές αναζητήσεις και δεδομένα. Το τελικό μάλιστα αποτέλεσμα ήταν, η εθνική ρωμαϊκή αυτοκρατορία,από τον τέταρτο αιώνα και εξής, να μεταβληθεί σε χριστιανική[24].

Τέλος, άλλο ένα στοιχείο που ήταν εν δράσει στους πρώτους μ.Χ. αιώνεςήταν και ο Γνωστικισμός. Ο Γνωστικισμός ήταν ένα μεγάλο φιλοσοφικό και θρησκευτικό κίνημα που ήταν ενεργό κατά τους πρώτους χριστιανικούς αιώνες. Το κίνημα αυτό, που στην αρχή ήταν καθαρά εθνικό, προσέλαβε σύντομα τόσο έντονο χριστιανικό χαρακτήρα παρουσιαζόμενο ως αντίποδας της Εκκλησίας[25], διότι υπεξαιρούσε διδάγματα και στοιχεία αυτής και έμπλεκε την ευαγγελική διδασκαλία με φιλοσοφικές και μυστικιστικές δοξασίες. Μάλιστα ήταν διεσπασμένος σε πάμπολλες κατευθύνσεις με σημαντική επιρροή στον απλό λαό, ώστε πραγματικά να αποτελεί πληγή για την Εκκλησία.Η ύπαρξη του Γνωστικισμού ήταν ακόμη ένα φαινόμενο που οφειλόταν στον συγκρητιστικό χαρακτήρα της ύστερης εθνικής ρωμαϊκής αυτοκρατορίας και παρόλο που ταλάνισε την Εκκλησία έβαλε το λιθάρι του προς την ενότητα. Καθότι, δηλαδή, είχε την έκταση του εφ’ όλου του ελληνορωμαϊκού κόσμου λειτουργούσε έτσι συνεκτικά επ’ αυτού, με τις διδασκαλίες και εντάσεις που έσπειρε  απανταχού.

Όλα λοιπόν αυτά τα πρωτοφανή, για την ευρύτερη εκείνη εποχή, γεγονότα δημιουργούσαν μία ιδιαίτερη, αλλά ωστόσο μεταβατική ατμόσφαιρα και κατάσταση. Θα χρειαζόταν ο απαραίτητος χρόνος ώστε οι συγκρούσεις των διαφορετικών στοιχείων, που συνευρέθηκαν στο χώρο της αυτοκρατορίας, να παύσουν και να προκύψει μία νέα,σταθερή κατάσταση, περί τα μέσα του 4ου  αι. μ.Χ., στο σχήμα του χριστιανικού ρωμαϊκού κράτους.Όλοι οι παράγοντες που αναφέραμε υπήρξαν απρόβλεπτοι, ήτοι διέφευγαν της προνοητικότητας της αλεξανδρινής και αργότερα της ρωμαϊκής εξουσίας,και συνετέλεσαν στο τελικό «βυζαντινό» αποτέλεσμα.

Η λεγομένη Βυζαντινή αυτοκρατορία, που στην ουσία είναι η φυσική συνέχεια της Ρωμαϊκής, θα ολοκλήρωνε το έργο της ενότητας και θα θέσπιζε ως κύρια θρησκεία του κράτους την χριστιανική[26] και ενώ ο Χριστιανισμός, που στους εθνικούς ρωμαϊκούς χρόνους πολεμούνταν, έφτασε να γίνει επίσημη κρατική θρησκεία για περίπου δέκα συνεχείς αιώνες.

 

[1]. Π. Δ. ΗΛΙΑΔΗ, Ελληνισμός και Χριστιανισμός, Αθήνα 1960, σ. 34.

[2]. Βλ. Α. ΓΕΩΡΓΟΠΑΠΑΔΑΚΟΥ, Ελληνική Γραμματολογία – από τις αρχές ως το τέλος του 6. μ. Χ. αιώνα, Θεσσαλονίκη 1968, σσ. 12–13.

[3]. Βλ. ΓΕΩΡΓΟΠΑΠΑΔΑΚΟΥ, σσ. 12-13.

[4]. Κ. Β. ΣΚΟΥΤΕΡΗ, Ιστορία δογμάτων, τ. 1, Αθήνα 1998, σσ. 64-65.

[5]. Βλ. Κ. Ι. ΑΜΑΝΤΟΥ, Εισαγωγή εις την Βυζαντινήν Ιστορίαν, Αθήνα 1950, σσ. 62–63.

[6]. Σ. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ, Πατρολογία Α ́, Αθήνα 2000, σ. 141.

[7].Βλ. Ι. ΦΕΙΔΑ, Εκκλησιαστική Ιστορία, τ. Α ́, Αθήνα 2002, σσ. 124 –125.

[8]. ΦΕΙΔΑ, Εκκλησιαστική Ιστορία, τ. Α ́, σσ. 124 –125.

[9]. G. BARDY, «Apologetik» ενRAC, στ. 534.

[10]. P. CARRINGTON, The Early Christian Church: The second Christian Church, τ. 2, Cambridge 1957,σ. 19.

[11]. T. BOMAN, Das hebräische Denken im Vergleich mit dem griechischen, Göttingen 1977, σ.1.

[12] . Είναιγνωστή, γιαπαράδειγμα, ηπλατωνικήτριάδαπουέχειαναλογίεςπροςτηνχριστιανικήΤριάδα.Βλ. Η. Α. Wolfson, The Philosophyofthe Church Fathers(Faith, Trinity, Incarnation), τόμ. 1, Cambridge 1970, σ. 309.

[13]. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ, Πατρολογία Α’, μν. έργ. σ. 141.

[14]. BARDY, «Apologetik», μν. έργ., σ. 536, βλ. κ ́ Α. ΚΕΡΑΜΟΠΟΥΛΛΟΥ, ΑρχαίαΙστορίατων Εβραίων – ἡ Αίγυπτοςκαιοι Βλάχοι, Θεσσαλονίκη 1952, σ. 7.

[15]. Βλ. Β. Κ. ΣΤΕΦΑΝΙΔΟΥ., ΕκκλησιαστικήΙστορία – Απ ́ αρχής μέχρι σήμερον, Αθήνα 1998, σ. 28.

[16].Βλ. A. GRILLMEIER, Christ in Christian Tradition, London 1975, σ. 127.

[17].ΣΤΕΦΑΝΙΔΟΥ, ΕκκλησιαστικήΙστορία – Απ ́ αρχής μέχρι σήμερον, μν. έργ., σ. 30.

[18].Μτθ. 23, 15.

[19]. Π. Κ. ΧΡΗΣΤΟΥ, «Απολογηταί», εν ΘΗΕ, τ. 2, στ. 1136.

[20]. ΣΚΟΥΤΕΡΗ, μν. έργ., σ. 31.

[21]. ΦΕΙΔΑ, ΕκκλησιαστικήΙστορία, τ. Α ́, μν. έργ., σ. 45.

[22]. Ένθ. αν., σ. 45.

[23]. ΧΡΗΣΤΟΥ, «Απολογηταί», μν. έργ., στ. 1136.

[24].G. GRÜTZMACHER, Der Sieg des Christentums über die Welt der Antike,Berlin 1908, σ. 5.

[25].ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ, Πατρολογία Α’, μν. έργ., σσ. 146 – 147.

[26]. Κ. ΜΠΟΖΙΝΗ, Ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος για το ImperiumRomanum, Aθήνα 2003, σ. 188.