Κριτήριο πίστεως και έργων η αγάπη (Β΄Λουκά)

3 Οκτωβρίου 2020

Η ευαγγελική περικοπή, που ακούσαμε σήμερα, προέρχεται από την επί του Όρους Ομιλία του Κυρίου. Στο Ευαγγέλιο του Ματθαίου, όπου στην Ομιλία αυτή συγκεντρώνεται σχεδόν όλο το διδακτικό υλικό του κηρύγματος του Ιησού κατά τη διάρκεια της δημόσιας δράσης του, προβάλλεται το συνολικό πλαίσιο διαμόρφωσης της χριστιανικής ζωής. Εδώ στο Ευαγγέλιο του Λουκά, όπου προβάλλονται τα γεγονότα στην ιστορική τους εξέλιξη, όπως δηλαδή ακριβώς πραγματοποιήθηκαν, έχουμε μιαν άλλη ενδιαφέρουσα παράδοση. Ο Λουκάς επιμερίζει την Ομιλία αυτή και κάθε φορά επικεντρώνει την προσοχή των πιστών σ’ ένα κεντρικό σημείο. Σήμερα κέντρο αναφοράς είναι η βίωση της αγάπης. Στην αγάπη καταξιώνεται και η πίστη και η ουσία της χριστιανικής ηθικής. Κριτήριο αληθινότητας είναι η αγάπη.

Στους προηγούμενους στίχους του ευαγγελικού Αναγνώσματος η έμφαση ήταν στην αγάπη, ιδιαίτερα προς τους ξένους, τους αλλόφυλους και αλλόθρησκους, προς αυτούς που χαρακτηρίζουμε συνήθως ως εχθρούς μας. Είναι ενδιαφέροντα τα συνθήματα: «αγαπάτε τους εχθρούς υμών», «καλώς ποιείτε τοις μισούσιν υμάς», «ευλογείτε τους καταρωμένους υμίν», «προσεύχεσθε υπέρ των επηρεαζόντων υμάς» και «τω τύπτοντί σε επί την σιαγόνα πάρεχε και την άλλην». Ακόμη, εάν κάποιος θελήσει να σου πάρει το ιμάτιον, δώσε του και τον χιτώνα! Μην αρνηθείς να δώσεις κάτι σ’ αυτόν που έρχεται κοντά σου ως επαίτης και αυτήν την προσφορά μην την εκμεταλλευθείς μετά.

Αυτό είναι ένα θαυμάσιο πλαίσιο λειτουργίας της χριστιανικής ζωής. Μια διαρκής έκφραση της αγάπης, χωρίς όρια και περιορισμούς. Μια νέα συμπεριφορά και ένα νέο ήθος ζωής, που έρχεται ως ώριμος καρπός της χριστιανικής πίστεως. Η στάση ζωής εδώ διαμορφώνεται έξω από ηθικές επιταγές και κοινωνικές συμβατικότητες. Ούτε πρόκειται για μια ρομαντική θεώρηση της ζωής και των κοινωνικών σχέσεων. Έχουμε, αντίθετα, μια υπέρβαση των προσωπικών δικαιωμάτων, θυσία του ατομικού συμφέροντος και ενσυνείδητη αγνόηση της επιθετικότητας και κακότητας των άλλων. Διαμορφώνουμε μια τάση «μετά λόγου» και ενσυνείδητη. Ασφαλώς και δεν είμαστε αφελείς, βιώνοντας την αγάπη.

Αυτό το πλαίσιο συμπεριφοράς, παίρνει στη σημερινή ευαγγελική περικοπή μια πιο συγκεκριμένη μορφή, βάσει του «χρυσού κανόνα» της χριστιανικής ηθικής δεοντολογίας. Τονίζεται με έμφαση και προτάσσεται κάθε άλλης αρχής το ανεπανάληπτο της χριστιανικής συμπεριφοράς: «καθώς θέλετε ίνα ποιώσιν ημίν οι άνθρωποι, ποιείται αυτοίς ομοίως». Ασφαλώς εδώ δεν έχουμε κάποιον θεωρητικό κανόνα, ή ηθικιστικό αξίωμα, μιας γενικής ηθικής αντίληψης. Πρόκειται για στάση ζωής και ήθος πνευματικής εμπειρίας. Γι’ αυτό και προτάσσεται της όλης περικοπής. Πώς, όμως, αναλύεται αυτό το αξίωμα του «χρυσού κανόνα» στην καθημερινή ζωή;

Η ιδιαιτερότητα της χριστιανικής εμπειρίας

Ένα είδος «χρυσού κανόνα» ηθικής συμπεριφοράς παρουσιάζεται και σε κείμενα αρχαίων συγγραφέων, είτε της ιουδαϊκής θρησκευτικής παράδοσης, είτε του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού. Ο σκοπός είναι εκεί να περιορίσει την αυθαίρετη συμπεριφορά και να προστατεύσει το σεβασμό των δικαιωμάτων του άλλου. Έχουμε δηλαδή μια ερμηνεία της αρνητικής στάσεως και συμπεριφοράς. Στον Ιουδαϊσμό, όπως γνωρίζουμε, κυρίαρχο στοιχείο είναι ο νόμος της ανταπόδοσης, «οφθαλμόν αντί οφθαλμού και οδόντα αντί οδόντος». Η μόνη υπέρβαση αυτού του κανό¬να είναι η αγάπη προς τον «πλησίον», αλλά ο πλησίον εδώ ερμηνεύεται ως ομόθρησκος και ομοεθνής. Οι ξένοι και οι «εκτός» απορρίπτονται ως εχθροί και αμαρτωλοί και με την ιστορική έννοια της κοινωνικής συμπεριφοράς και με την εσχατολογική της ελπίδας για σωτηρία. Μια έντονη θρησκευτική και φυλετική νοοτροπία διαμορφώνει τη στάση ζωής.

Το ίδιο περίπου συνέβαινε και στον εθνικό και ελληνιστικό κόσμο. Το «πας μυ έλλην βάρβαρος εστίν» περιόριζε τα αγαθά της παιδείας και του πολιτισμού μόνο στους οικείους και φίλους πολίτες και έθετε εκτός τους δούλους και τους ξένους. Η χριστιανική αγάπη, όμως, διευρύνει τους ορίζοντες και καταλύει κάθε φραγμό ηθικής, φυλετικής ή πολιτισμικής διάκρισης. Η αγάπη προβάλλεται ως κανόνας ζωής για όλους και προς όλους: «καθώς θέλετε ίνα ποιώσιν οι άνθρωποι, ποιείτε αυτοίς ομοίως». Η χριστιανική ανθρωπολογία δεν διαμορφώνεται με το «θέλειν», με τις προθέσεις και διαθέσεις, αλλά με το «ποιείν», με την πράξη και τα έργα.

Ένα άλλο χαρακτηριστικό γνώρισμα είναι η ανιδιοτέλεια. Στις κοινωνικές σχέσεις συνήθως λειτουργεί ως κανόνας ζωής το αμοιβαίο προσωπικό συμφέρον, που σημαίνει στις καλύτερες περιπτώσεις «αγαπώ αυτούς που με αγαπούν», «βοηθώ αυτούς που με βοηθούν», «εμπιστεύομαι αυτούς που με εμπιστεύονται». Απ’ αυτή τη σχέση προσδοκώ προσωπικά οφέλη και γι’ αυτό προσφέρω. Η χριστιανική αγάπη υπερβαίνει τη λογική αυτή των αμοιβαίων ανθρώπινων σχέσεων. Λειτουργεί με βάση μιαν άλλη «λογική», την «παράλογη» για τους άλλους λογική μόνο της προσφοράς και της αγάπης. Γιατί, αν η αγάπη περιορισθεί προς τον εαυτό μας και προς τους φίλους, τότε δεν διαφέρουμε σε τίποτε από τους άλλους· και οι «αμαρτωλοί το αυτό ποιούσιν».

Ασφαλώς και δεν είναι αυτονόητη η εντολή της αγάπης προς τους εχθρούς. Ο άνθρωπος εκ φύσεως έχει μια τάση αυτοάμυνας και αποφεύγει συστηματικά κάθε σχέση με τον αντίπαλο και τον εχθρό. Η αγάπη προς τους εχθρούς, που μας καλεί το ευαγγελικό μήνυμα, είναι ένα τόλμημα, μια πραγματική διακινδύνευση και της ζωής μας ακόμη. Κατά συνέπεια δεν εμπνέεται από μια αφελή αντίληψη της ζωής, αλλά είναι έκφραση άλλης στάσεως του ανθρώπου και πραγματοποιείται μόνο στα πλαίσια της χάριτος του Θεού. Η αγάπη αυτή «ουκ έστιν εκ του κόσμου τούτου».

Εδώ έχουμε μια πραγματική υπέρβαση του εγώ. Και πρέπει να λεχθεί ότι μόνο στη διακινδύνευση της αρετής της αγάπης γίνεται κανείς «άνδρας τέλειος» και οδηγείται στη θέωση. Εάν επιθυμεί κανείς να γίνει «υιός του Υψίστου» η μόνη οδός είναι εκείνη της αγάπης. Και επειδή ο αγαπών άνθρωπος γίνεται ουσιαστικά μιμητής του Χριστού, «όστις ηγάπησεν ημάς άχρι θανάτου», γίνεται ταυτόχρονα και «υιός του Θεού». Ο Θεός είναι αγάπη και συγχρόνως είναι «οδός» ζωής και αληθείας. Ο απόστολος Παύλος θα πει, πως «αληθεύοντες εν αγάπη» πορευόμαστε την οδό της τελειότητας. Η αγάπη ανακεφαλαιώνει τα πάντα και τις θρησκευτικές διατάξεις και τις εσχατολογικές προσδοκίες. Η αγάπη είναι πάνω από την πίστη και την ελπίδα. Είναι η μεγίστη των αρετών: «μείζων δε τούτων η αγάπη». Η αγάπη είναι ποιότητα ζωής και διαγράφει τη σχέση μας με τους άλλους ανθρώπους και με τον Θεό.

 

(Γεωργίου Π. Πατρώνου, Ομοτ. Καθηγ. Παν/μίου Αθηνών, Κήρυγμα και Θεολογία, τ. Α΄, σσ.182-186)