Παραβολή του σπορέα (Κυριακή Δ΄ Λουκά)

11 Οκτωβρίου 2020

Μια Κυριακή μέσα στο μήνα Οκτώβριο από τις 11 έως τις 17 του μηνός η Εκκλησία εορτάζει τη μνήμη των αγίων Πατέρων της έβδομης Οικουμενικής Συνόδου. Η σύνοδος έγινε στα 787 χρόνια μετά τη γέννηση του Χριστού στη Νίκαια της Βιθυνίας για το ζήτημα της προσκύνησης των αγίων εικόνων. Τότε καθορίστηκε επίσημα πως τις εικόνες δεν τις λατρεύομε, γιατί η λατρεία ανήκει μόνο στο Θεό, αλλά τιμητικά τις προσκυνούμε, και η προσκύνηση δεν είναι για την ίδια την εικόνα, μα για το εικονιζόμενο πρόσωπο. Παίρνοντας το λόγο από το Μέγα Βασίλειο, η Σύνοδος είπε πως «η τιμή της εικόνος επί το πρωτότυπον διαβαίνει». Ο κάθε πιστός, που ανάβει το κερί του και κάνει το σταυρό του μπροστά στην εικόνα, δεν τιμά το ξύλο και τα χρώματα της εικόνας, αλλά το ιερό πρόσωπο που εικονίζει, τον Ιησού Χριστό, την Υπεραγία Θεοτόκο ή έναν από τους Αγίους. Στην Κυριακή και εορτή των αγίων Πατέρων διαβάζεται στη θεία Λειτουργία η παραβολή του σπορέα.

Σ’ αυτή την ευαγγελική περικοπή δεν έχουμε μόνο μια από τις πιο χαρακτηριστικές παραβολές που δίδαξε ο Ιησούς Χριστός, αλλά και μια υποδειγματική εξήγηση της παραβολής από τον ίδιο το θείο Διδάσκαλο. Όχι περιττές διδασκαλίες, όχι τάχα βαθύτερα νοήματα, όχι αλληγορίες και λεγόμενοι στοχασμοί, που μας απομακρύνουν όλα από την απλή αλήθεια του λόγου του Θεού. Η αλήθεια βέβαια δεν είναι στο γράμμα, αλλά στο πνεύμα των Γραφών, γι’ αυτό οι Γραφές δεν θέλουν μόνο εξήγηση, αλλά και ερμηνεία. Όμως για να βαθύνουμε και να συλλάβουμε τί εννοεί στο βάθος ο θείος λόγος, δεν έχουμε δικαίωμα να αγνοήσουμε τον τύπο και τη μορφή, με την οποία ο Θεός μας δίνει την αλήθεια. Είναι ανάγκη πρώτα να καταλάβουμε το γράμμα, για να προχωρήσουμε υστέρα στη θέα του πνεύματος. Όλα αυτά θέλουν να πουν ότι πριν απ’ όλα πρέπει να καταλαβαίνουμε τί λέγει ο λόγος του Θεού, έτσι καθώς τον ακούμε, κι υστέρα να προχωρούμε για να ανακαλύψουμε τί κρύβεται κάτω από τις λέξεις. Κι επειδή στα ιερά κείμενα δεν υπάρχουν λέξεις τυχαίες και περιττές, γι’ αυτό κάθε εξήγηση και ερμηνεία πρέπει να ξεκινά από την ακριβή σημασία των λέξεων. Είχε πολύ δίκιο ένας αρχαίος που έλεγε ότι «Αρχή παιδεύσεως η των ονομάτων επίσκεψις»(Αντισθένης). Σ’ αυτό το σημείο εμείς οι Έλληνες Ορθόδοξοι έχουμε ένα μεγάλο προνόμιο, ότι η θεία Γραφή, τα Ευαγγέλια και οι επιστολές, είναι γραμμένα στη γλώσσα μας. Όχι βέβαια στην αρχαία ελληνική γλώσσα του Θουκυδίδη και του Ξενοφώντα ούτε πολύ περισσότερο του Ομήρου, αλλά σε ένα μεταγενέστερο γλωσσικό ιδίωμα· στην κοινή γλώσσα της αλεξανδρινής εποχής, που είναι ο πρόδρομος της νεώτερης ελληνικής δημοτικής γλώσσας.

Στην παραβολή του σπορέα βλέπουμε ότι ο λόγος του Θεού πιάνει ένα στα τέσσερα. Ο δρόμος, οι πέτρες, τ’ αγκάθια είναι οι τρεις περιπτώσεις, όπου ο λόγος του Θεού δεν έχει το ποθούμενο αποτέλεσμα. Μένει μια τέταρτη περίπτωση, η μόνη που ο σπόρος πιάνει τόπο και «καρποφορεί εν υπομονή». Ένα στα τέσσερα λοιπόν πιάνει ο λόγος του Θεού, κι ας το προσέξουμε αυτό. Πρώτα εκείνοι που ακούν το λόγο, για να μετρούν την ευθύνη τους. Γιατί εδώ πρέπει να συμπληρώσουμε την παραβολή όχι με δικά μας λόγια, αλλά με ό,τι αλλού στο Ευαγγέλιο ο θείος Διδάσκαλος διδάσκει για το θείο λόγο. Αν ο σπόρος πάει χαμένος στο δρόμο, στις πέτρες και στ’ αγκάθια, αλλά ο λόγος του Θεού «μένει εις τον αιώνα». Όσοι τον ακούν και δεν τον προσέχουν, αυτόν θα βρουν εμπρός των κριτή την ημέρα της κρίσεως. Ο λόγος του Θεού είναι ο ίδιος ο Υιός, που θα κρίνει τον κόσμο. «Ο αθετών εμέ και μη λαμβάνων τα ρήματά μου, έχει τον κρίνοντα αυτόν· ο λόγος ον ελάλησα εκείνος κρινεί αυτόν εν τη εσχάτη ημέρα». Ο προφή¬της Ησαΐας σε μια ποιητική εικόνα ως εξής εκφράζει αυτή την αλήθεια. Ο λόγος του Θεού, λέγει, που λαλήθηκε στους ανθρώπους, δεν θα πάει χαμένος. Δεν θα μείνει άπρακτος και δεν θα γυρίσει στο Θεό χωρίς αποτέλεσμα. Ο λόγος του Θεού είναι σαν τη βροχή· η βροχή πέφτει από τον ουρανό και κάνει τον κύκλο της, για να γυρίσει πάλι στα σύννεφα. Ποτίζει τη γη, γίνεται χιόνι και πάγος στα βουνά, λειώνει κι ανοίγουν οι πηγές και τρέχουν τα ποτάμια και πέφτουν στις θάλασσες και γεμίζουν οι λίμνες και γίνεται ατμός και πάλι φορτώνει ο ουρανός. Το ίδιο κι ο θείος λόγος, κάνει τον κύκλο του και ξαναγυρίζει στο Θεό. Η γη, που παίρνει τη βροχή και πίνει το νερό και γεννάει, για να θρέψει εκείνους που τη σκάβουν, αυτή έχει την ευλογία του Θεού. Μα όταν φυτρώνει αγκάθια και τριβόλια, τότε σαν άχρηστη τραβάει επάνω της τη θεία οργή και της μέλλει να καεί. Το ίδιο κι εκείνοι που πίνουν άδικα το νερό του θείου λόγου· θα περάσουν από φωτιά.

Έπειτα στην αναλογία του ένα προς τέσσερα ας προσέξουν κι εκείνοι που κηρύττουν, για να μη λυπούνται και να μην κουράζονται να σπέρνουν. Όποιος σπέρνει και τσιγγουνεύεται, αυτός θα θερίσει λίγα, κι όποιος σπέρνει με απλοχεριά, αυτός θα θερίσει πολλά. Η Εκκλησία χρέος έχει και έργο της είναι να σπέρνει το λόγο. Δεν κουράζεται και δεν λυπάται να σπέρνει. Μα και δεν έχει δικαίωμα να πετά το λόγο, να πετά «τα τίμια τοις κυσί» και να θέτει «τους μαργαρίτας έμπροσθεν των χοίρων». Δεν έχει δικαίωμα να ποτίζει εκείνους που δεν διψάνε και δεν μπορεί να τρέχει πίσω από κείνους, που περιφρονούν και χλευάζουν το λόγο. Αυτοί είναι υπεύθυνοι για τη στάση τους, και η Εκκλησία είναι υπεύθυνη ενώπιον του Θεού, όχι γι’ αυτούς, μα για κείνους που θέλουν να σωθούν. Φτάνει να έκαμε το χρέος της μια και δυό φορές, καθώς γράφει ο Απόστολος· «Αιρετικόν άνθρωπον μετά μίαν και δευτέραν νουθεσίαν παραιτού». Αιρετικός είναι κάθε περιφρονητής του θείου λόγου, και η Εκκλησία, αφήνοντας τους περιφρονητές να κοιτάζουν και να μη βλέπουν και να ακούν και να μην καταλαβαίνουν, αγκαλιάζει με στοργή τα παιδιά της, εκείνα που ακούν με εμπιστοσύνη και ρωτούν και θέλουν να μάθουν για τη σωτηρία τους. Η Εκκλησία είναι η βρύση, που πάντα τρέχει, κι όσοι διψούν έρχονται και πίνουν.

Στον επίλογο τώρα της σημερινής ομιλίας έχουμε να πούμε κάτι και σε μας τους ίδιους, που καλλιεργούμε στο χωράφι του Θεού και σπέρνουμε το θείο λόγο. Να μη βιαζόμαστε να δούμε καρπό. Ο καρπός θα έρθει με τον καιρό του. Ο σπόρος κάτω από το χώμα κρυφά κι αθόρυβα σαπίζει και γίνεται ένα με τη γη, για να φυτρώσει και να φέρει καινούργιο καρπό. Κι ο λόγος του Θεού μέσα στην καρδιά του πιστού, αθέατα κι αθόρυβα φέρνει το μυστικό αποτέλεσμά του· αφομοιώνεται και γίνεται ένα με την ψυχή του ανθρώπου, για να φυτρώσει και να φέρει καρπό σωτηρίας. Σαν το ψωμί, που το τρώμε και μυστικά γίνεται ένα με τη σάρκα μας. Σαν τη θεία Κοινωνία, που κοινωνούμε κι ο Χριστός γίνεται ένα με την ψυχή μας. Άρτος ουράνιος, άρτος Αγγέλων και μυστήριο μέγα είναι ο λόγος του Θεού. Αμήν.

(+Διονυσίου Λ. Ψαριανού, Μητρ. Σερβίων και Κοζάνης, Επί πτερύγων ανέμων, τ. Α, σσ. 216,218-222)