Η Ανατίναξη της γέφυρας του Γοργοποτάμου

25 Νοεμβρίου 2020

Σκοπός της επιχείρησης ήταν να διακοπεί η παροχή εφοδίων στις γερμανικές δυνάμεις του Ρόμελ στη Βόρεια Αφρική μέσω της Ελλάδας. Έτσι οι Βρετανοί, το καλοκαίρι του 1942 αποφάσισαν να στείλουν μια ομάδα σαμποτέρ για να ανατινάξουν το τμήμα της σιδηροδρομικής γραμμής που συνέδεε την Αθήνα με τη Θεσσαλονίκη.

Η παρουσία των Βρετανών ήταν αναγκαία, αφού περίσσευαν οι θολές αναγνώσεις για την κατάσταση στην Ελλάδα, τουλάχιστον λόγω της μυστικότητας και της απόστασης μεταξύ του χωριού και της πόλης. Έτσι, οι πληροφορίες που ξεκινούσαν από την ύπαιθρο έφθαναν με βραδύτητα στην Αθήνα όπου υπήρχε συμμαχικός πομπός ασυρμάτου για να μεταδοθούν στη Μέση Ανατολή. Ήταν αδύνατον λοιπόν να εξακριβωθεί εξ αποστάσεως τι ίσχυε και τι όχι στον κόσμο των ελληνικών βουνών.

Οι υποψήφιες γέφυρες για ανατίναξη βρίσκονταν στις εξής τοποθεσίες: στο Γοργοπόταμο, στον Ασωπό και στη Παπαδιά. Η δεύτερη ήταν η προτιμώμενη, καθώς θα χρειαζόταν περισσότερο χρόνο να ανακατασκευαστεί, αλλά η επιλογή αφέθηκε εξ’ ολοκλήρου στον αρχηγό της αποστολής, τον αντισυνταγματάρχη Edmund Charles Wolf Myers. Η Βρετανική ομάδα μετά την ολοκλήρωση της αποστολής θα εγκατέλειπε την περιοχή. Αυτή την περίοδο στην Ελλάδα, ομάδες ανταρτών είχαν αρχίσει να αναπτύσσονται στη Κεντρική Ελλάδα και στην Ήπειρο, κυρίως ο ΕΛΑΣ με αρχηγό τον Άρη Βελουχιώτη και ο ΕΔΕΣ με αρχηγό τον Ναπολέοντα Ζέρβα. Οι Βρετανοί θα έπρεπε να συνεργαστούν με τις ομάδες αυτές, καθώς γνώριζαν καλύτερα τις περιοχές και μπορούσαν να διαθέσουν τις δυνάμεις για την υποστήριξη των Βρετανών σαμποτέρ.

Η βρετανική ομάδα αποτελούνταν από 12 άντρες, ήταν χωρισμένη σε τρεις ομάδες των τεσσάρων ανδρών και θα έπεφταν με αλεξίπτωτο από ξεχωριστά B-24. Η πρώτη απόπειρα έγινε στις 28 Σεπτεμβρίου αλλά απέτυχε. Η επόμενη προσπάθεια έγινε στις 30 Σεπτεμβρίου και οι δύο ομάδες έπεσαν στη περιοχή του όρους Γκιώνα στην Κεντρική Ελλάδα ενώ η τρίτη κοντά στο Καρπενήσι όπου συναντήθηκαν στα βουνά με τους αντάρτες του ΕΛΑΣ. Οι δύο πρώτες ομάδες κρύβονταν από τους Έλληνες και συνεχώς μετακινούνταν από περιοχή σε περιοχή για να μην ανακαλυφθούν από τους Ιταλούς. Τις πρώτες μέρες της αποστολής, οδηγούμενοι από Έλληνες οδηγούς, έκαναν αναγνώριση για την επιλογή του κατάλληλου στόχου. Στις 2 Νοεμβρίου οι πρώτες δύο ομάδες ήρθαν σε επαφή με τον ΕΔΕΣ και στις 14 Νοεμβρίου συναντήθηκαν με τη τρίτη ομάδα και τους άνδρες του ΕΛΑΣ.

Η συνολική δύναμη της ομάδας ήταν 150 άνδρες, 12 Βρετανοί, και οι υπόλοιποι του ΕΔΕΣ και ΕΛΑΣ, οι οποίοι θα παρείχαν κάλυψη και θα εξουδετέρωναν τους Ιταλούς στρατιώτες που θα υπερασπίζονταν τη γέφυρα. Το σχέδιο προέβλεπε την επίθεση στις 23:00 της 25ης Νοεμβρίου. Τελικώς επιλέχτηκε ως στόχος η γέφυρα του Γοργοποτάμου και ύστερα από αναγνωρίσεις το τριμερές σχέδιο καταστροφής της είχε ως εξής: α) τοποθέτηση και εμπύρευση εκρηκτικών στη βάση των μεταλλικών στηριγμάτων β) απασχόληση ή εκμηδένιση της εκατέρωθεν ιταλικής φρουράς γ) απαγόρευση άφιξης ενισχύσεων και διακοπή επικοινωνιών Για το πρώτο μέρος η τεχνογνωσία αρκούσε, αφού εκτός του Μάγιερς υπήρχαν και άλλοι Βρετανοί αξιωματικοί έμπειροι των εκρηκτικών.

Η εκτέλεση των υπολοίπων δύο μερών προϋπέθετε ορθή κατανομή όπλων, κυρίως αυτομάτων στεν, και πυρομαχικών, ιδίως χειροβομβίδων μιλς, αφού ο εχθρός είχε οχυρωθεί, σωστή κατανομή των ανταρτών και αυστηρή τήρηση χρονοδιαγράμματος. Η αρχηγία της επιχείρησης ανατέθηκε στον (απότακτο) συνταγματάρχη Ζέρβα ως ανώτερο στον βαθμό από όλους τους παρευρισκομένους, γι’ αυτό αργότερα αυτόν επικήρυξαν οι Ιταλοί.

Την καταστροφή του νοτίου βάθρου της γέφυρας, όπου οι Ιταλοί ήταν πολυπληθέστεροι, ανέλαβε ο βαθμοφόρος του ΕΔΕΣ Μιχαήλ Μυριδάκης. Ο Άρης Βελουχιώτης δεν προσφέρθηκε ως υποψήφιος, πρώτον διότι ήταν πλασματικός «ταγματάρχης», δεύτερον επειδή φοβόταν να μην αποκαλυφθούν τόσο ο πραγματικός στρατιωτικός βαθμός του όσο και το ονοματεπώνυμό του και τρίτον έθεσε θέμα έγκρισης της συμμετοχής του από το ΚΚΕ. Στην αίτησή του δεν πήρε απάντηση ποτέ και ανέλαβε την ευθύνη της συμμετοχής του ο ίδιος . Συμμετείχε στο επιτελείο της επιχείρησης και ήταν χρήσιμος για να προσδίδει τόλμη στους άνδρες του.

Άρτια λοιπόν οργανωμένη η επιχείρηση ήταν αφύσικο να μην επιτύχει. Η πρώτη έκρηξη έγινε την 01:30 και η δεύτερη στις 02:20 καταστρέφοντας το κεντρικό τμήμα της γέφυρας. Μέχρι την 04:30 όλη η δύναμη της ομάδας είχε εγκαταλείψει την περιοχή με μόνο 4 τραυματίες. Όταν αντάρτες και Βρετανοί αποσύρθηκαν ευτυχείς από το πεδίο, ο Ζέρβας επέστρεψε στην περιοχή του Βάλτου από όπου είχε εξορμήσει. Για τη συμμετοχή οι Βρετανοί προσφέρθηκαν να δώσουν παράσημα και χρήματα τόσο στον Ζέρβα όσο και στον Βελουχιώτη, αλλά ο τελευταίος ενώ αρνήθηκε το πρώτο, αποδέχτηκε το δεύτερο, ήτοι 250 χρυσές λίρες μετρητοίς τον Νοέμβριο κι άλλες τόσες έναν μήνα μετά.

Η οικονομική εξάρτηση του ΕΛΑΣ από τους Βρετανούς είχε αρχίσει. Λίγες ημέρες αργότερα βαδίζοντας στα ίχνη του Κρις ο ΕΛΑΣ, ενισχυμένος με δύο νέους εξ Αθηνών καθοδηγητές, ανταπέδωσε την επίσκεψη των ανταρτών του ΕΔΕΣ με μια κύρια όμως διαφορά: ο Ζέρβας είχε προσέλθει αδελφικώς για την επιτυχία ενός κοινού σκοπού, ενώ η εισόρμηση του Άρη σκόπευε στην εξάρθρωση του ΕΔΕΣ. Έπειτα από τη μεσίτευση του Κρις προς στιγμήν μόνον κατευνάστηκε η εμφύλια σύγκρουση. Η γέφυρα που είχε ενώσει τους αντάρτες είχε τελικώς καταστραφεί.

Η επιχείρηση αποτέλεσε σημαντική επιτυχία για τους Βρετανούς σαμποτέρ και την μεγαλύτερη επιχείρηση τους μέχρι τότε κατά τη διάρκεια του πολέμου. Επίσης προέβαλε την ανάγκη δράσης αντάρτικων ομάδων, ενίσχυσε τη δημιουργία κινημάτων αντίστασης και ενίσχυσε το ηθικό της κατεχόμενης Ελλάδας. Για τους αντάρτες του ΕΛΑΣ και του ΕΔΕΣ ωστόσο, ήταν η τελευταία συνεργασία ενάντια στις δυνάμεις κατοχής. Ένα μήνα αργότερα ξεκίνησαν οι διώξεις του ΕΔΕΣ από τον ΕΛΑΣ.