Λαϊκή μεταλλοτεχνία

14 Νοεμβρίου 2020

Οι τεχνίτες

 Η μεταλλοτεχνία είναι μία τέχνη που είχε μεγάλη εξάπλωση στα χρόνια της τουρκοκρατίας. Εκείνον τον καιρό, από κανένα χωριό δεν έλειπε το εργαστήρι του, που μπορεί να μην έφτιαχνε καινούργια σκεύη, διόρθωνε όμως τα παλιά, που χαλούσαν από την καθημερινή χρήση.

Η Ήπειρος, η Θεσσαλία, η Μακεδονία, αλλά και ορισμένες πόλεις, όπως η Κωνσταντινούπολη, η Αθήνα, η Σμύρνη κ.α. ήταν ονομαστές για τους τεχνίτες τους, καθώς επίσης ονομαστό ήταν και το Άγιον Όρος και μερικά νησιά (Κέρκυρα, Ζάκυνθος, Χίος, Λέσβος, Κρήτη).

Οι τεχνίτες, όπως και στη βυζαντινή εποχή, εξακολουθούσαν, να είναι οργανωμένοι σε συντεχνίες, ή, όπως λέγονταν τότε, σε εσνάφια, συνάφια ή ρουφέτια, και τα εργαστήρια τους ήταν συγκεντρωμένα στο ίδιο μέρος, και μάλιστα και στον ίδιο δρόμο. Από τη ρωμαϊκή, εποχή υπήρχε στη Θεσσαλονίκη ή «Χαλκεωτική Στοά», κοντά στη σημερινή Παναγία των Χαλκέων, και εκεί γύρω ήταν τα εργαστήρια και στη βυζαντινή εποχή. Και σήμερα, είναι αρκετά εκεί, χωρίς όμως πια την παλιά τους αίγλη. Και στην Αθήνα ήταν και είναι πάντα συγκεντρωμένα στο Μοναστηράκι, σε ένα δρόμο που λέγεται «οδός Ηφαίστου», στα Γιάννενα βρίσκονται σε έναν δρόμο κοντά στο φρούριο, και έτσι όλα μαζί στον ίδιο δρόμο είναι και στην Άρτα, καθώς και σε άλλες πόλεις.

Οι τεχνίτες αυτοί που δουλεύουν τα μέταλλα συνεχίζουν μία παλιά, προαιώνια παράδοση, δουλεύοντας τα όμως όλο προσθέτουν και εκείνοι κάτι, μία έμπνευση της στιγμής, μία μικρή λεπτομέρεια, κάτι που τους κάνει κέφι, ένα μικρό στολίδι παραπάνω. Την αγαπούσαν την τέχνη τους και την έκαναν μεράκι και έτσι σιγά-σιγά δημιουργήθηκε αυτό που λέμε σήμερα «λαϊκή μεταλλοτεχνία».

Παρόλο που οι τεχνίτες ήταν καλοί, την ήξεραν και την αγαπούσαν τη δουλειά τους, σε καμία περιοχή δεν δημιουργήθηκε μία τέχνη τοπική, που να ξεχωρίζει από την τέχνη των άλλων περιοχών. Τα ίδια πανομοιότυπα αντικείμενα βρίσκουμε τόσο στη Μικρά Ασία όσο και σε ολόκληρη τη Βαλκανική, και σε όλα είναι φανερή η μουσουλμανική επίδραση. Αυτό βέβαια δεν είναι δύσκολο να εξηγηθεί, γιατί τα σκεύη που έφτιαχναν οι τεχνίτες τα έστελναν να πουληθούν και μακριά από τον τόπο τους, σε παζάρια και πανηγύρια. Ύστερα ήταν και οι γανωματήδες ή γανωτζήδες ή καλαντζήδες, που γύριζαν από τόπο σε τόπο για να χανόσουν τα παλιά σκεύη και πουλούσαν συγχρόνως και τα σκεύη που είχαν φτιάξει οι ίδιοι, και αν τύχαινε να πάνε σε κανένα μέρος που είχε πολύ δουλειά, μπορούσαν, αν ήθελαν, να μείνουν μόνιμα εκεί. Και τα ονόματα από τα διάφορα σκεύη –σινί, γκούμι (δοχείο για το ζέσταμα του γάλακτος), σεφερτάσι (χάλκινο σκεύος μεταφοράς φαγητού)- και τα υλικά –μπακίρι ( ο χαλκός, όταν έχει πάρει τη μορφή ενός αντικειμένου), καλάι– είναι τουρκικά. Αντίθετα, από τα ονόματα των εργαλείων τα περισσότερα είναι ελληνικά –σφυρί, μασιά (μεταλλική τσιμπίδα στο τζάκι), καλέμι, κοπίδι.

Ανάλογα με το μέταλλο που δουλεύουν, το σίδερο το μπακίρι, τον μπρούτζο, το καλάι, οι τεχνίτες λέγονται σιδεράδες, χαλκωματάδες ή μπακιρτζήδες, μπρουτζάδες, καλαντζήδες. Μπορούσε όμως να πάρουν το όνομά τους και από τα είδη που φτιάχνουν, και τότε λέγονται καμπαναρτζήδες, ντουφεξήδες, κουδουνάδες, κυπριάδες (αυτοί που φτιάχνουν να κυπριά, δηλ. τις κουδούνες στις κατσίκες και τους τράγους), μαχαιράδες κτλ 

Τα σκεύη

 Όλοι τους έφτιαχναν ωραία και χρήσιμα αντικείμενα: οι σιδεράδες, σιδεριές για τα παράθυρα, κλειδαριές εργαλεία, υνιά, φτυάρι, σκαλιστήρια. Οι χαλκωματάδες πάλι ή μπακιρτζήδες, τεντζερέδες, τηγάνια, καζάνια, κακάβια (μεγάλα καζάνια), χαρανιά (μικρά καζάνια), ταψιά, στάμνες για το νερό ή το κρασί, μπρίκι, γκούμια, σεφερτάσια, λυχνάρια, τάσια, λουτροτάσια. Τα λεγενόμπρικια που τα χρησιμοποιούν για να πλένουν τα χέρια τους πριν και μετά το φαγητό, έχουν μία παράδοση πολύ παλιά, που φτάνει ως τη μινωική εποχή. Στα ταψιά ψήνονταν οι πίτες και στα σινιά τα σιροπιαστά γλυκά, τα κουλουράκια, και στέγνωναν ή μουστόπιτες (μουσταλευριά), τα σουτζούκια, τα χαϊμαλιά (τρίγωνα σιροπιαστά γλυκά με φύλλο και αμύγδαλο) και ο νισεστές (πίτες από αλεύρι). Αυτά τα σινιά είναι σκέτα, χωρίς διακόσμηση και φυσικά είναι γανωμένα. Όταν ήταν διακοσμημένα, τα έβαζαν απάνω σε μία ειδική διπλοξύλινη βάση και τα χρησιμοποιούσαν για σοφράδες, δηλαδή τραπέζια. Ο καθημερινός σοφράς είναι ξύλινος, υπάρχει όμως πάντα και ένα «καλο» σινί, διακοσμημένο ανάλογα με την οικονομική κατάσταση του νοικοκυριού, για να γίνεται, όταν χρειάζεται, σοφράς, π.χ. σε μία γιορτή. Τα πολύ μεγάλα όμως και πολύ ωραία σινιά με την πλούσια διακόσμηση τα είχαν κρεμασμένα με καμάρι στον τοίχο και δεν τα ξεκρεμούσαν να τα κάνουν σοφράδες παρά μόνο σε περιπτώσεις εξαιρετικές, για να περιποιηθούν επίσημους μουσαφίρηδες ή, ανάλογα με τις συνήθειες του τόπου, τα χρησιμοποιούσα στις γιορτές για να βάζουν μέσα γλυκά ή στους γάμους για να μεταφέρουν τα προικιά.  Με αυτά επίσης έστελναν και τα κόλλυβα στην εκκλησία. Υπάρχουν και επίχρυσα ασημένια ή ασημένια με διακόσμηση από σμάλτο. Με τα σεφερτάσια ή καστανιές έπαιρναν το φαγητό τους στο χωράφι. Φαγητό ή γάλα σε μικρή απόσταση, από το μαντρί, να πούμε, ως το σπίτι, ή το αντίθετο, το μεταφέρανε και με άλλα δοχεία, τα μπακράτσια (βαθιά σκεύη με κυρτά τοιχώματα προς τα μέσα) ή τα σιτίλια, ψηλά μπακράτσια με καπάκι. Τα μπακίρια έχουν μία τάση να αντικαθιστούν τα πήλινα σκεύη, κυρίως στη Βόρεια Ελλάδα.

Οι τεντζερέδες, τα ταψιά, τα τηγάνια, τα μπρίκια του καφέ είχαν διατηρηθεί ως τα τελευταία χρόνια, και ήταν το καμάρι κάθε νοικοκυράς να τα έχει καλογυαλισμένα και αστραφτερά στα ράφια της κουζίνας. Κάθε τόσο όμως έπρεπε να τα στέλνουν για γάνωμα στο εργαστήρι ή να τα δίνουν στον πλανόδιο γανωτζή η καλατζή να τα γανώσει, να περάσει δηλαδή την εσωτερική τους επιφάνεια με ένα λεπτό στρώμα καλάι, γιατί ο χαλκός με τις τροφές και το βράσιμο, οξειδώνεται, και το οξείδιο του είναι από τα χειρότερα δηλητήρια. Μόνο τα σκεύη που ήταν για νερό, ούζο, λάδι και γλυκό κρασί δεν χρειάζονταν γάνωμα, και φυσικά δεν κάνουν ούτε τα καζάνια όπου ζέσταιναν νερό για την πλύση.

Μόλις όμως βρέθηκαν άλλα σκεύη, παραδείγματος χάριν από αλουμίνιο, που δεν ήταν τόσο μπελαλίδικα, δεν ήθελαν κάθε τόσο, ούτε τρίψιμο για να γυαλίζουν, και ήταν και πιο φθηνά, τα παλιά παραδοσιακά χαλκώματα πουλήθηκαν στον παλιατζή, γιατί, καθώς τα χρησιμοποιούσαν για την καθημερινή λατρεία του σπιτιού, κανένας ως τότε δεν είχε προσέξει την ομορφιά τους ούτε είχε καταλάβει την αξία τους. Όσοι πάλι τα είχαν κρατήσει, έτσι, επειδή τα είχαν κληρονομιά από τους παππούδες τους, τους έκαμε και αυτούς η ανάγκη και τα πούλησαν τον καιρό της γερμανικής κατοχής -ο χαλκός τότε πουλιόταν σε πολύ καλή τιμή. Στα χωριά όμως, καθώς και σε μικρές επαρχιακές πόλεις, εξακολούθησαν να τα χρησιμοποιούν ακόμη και για πολύ καιρό.

Κάτι που ήταν πολύ χρήσιμο και το είχαν όλα τα σπίτια, ακόμη και τα αστικά, τα ήταν το μαγκάλι. Το πιο απλό μαγκάλι είναι δύο κώνοι που ενώνονται με τις κορυφές τους. Ο κάτω κόσμος χρησίμευε για πόδι και στον απάνω έβαζαν τα κάρβουνα. Υπάρχουν όμως και μαγκάλια πιο πολυτελή, μία λεκάνη π.χ. χάλκινη με χερούλι, για τα κάρβουνα, απάνω σε ένα τετράγωνο χαμηλό ξύλινο σκαλιστό τραπεζάκι που στη μέση έχει ένα κυκλικό άνοιγμα όπου και ακουμπούσαν τη λεκάνη. Υπάρχουν μαγκάλια μπρούτζινα με διακόσμηση τρυπητή καθώς και χάλκινα με εξαρτήματα από μπρούτζο, και πολλές φορές με πλούσια στολίδια χαραχτά η ανάγλυφα. Κάτω από τα πόδια τους έβαζαν συνήθως έναν μεταλλινό δίσκο για προφύλαξη από στάχτες και καρβουνάκια που μπορούσαν να πέσουν.

Διακόσμηση και χρονολόγηση

Τα σκευή βέβαια με τη διακόσμηση είναι μόνο για τους πλούσιους, κατασκευή των φτωχών είναι απλά, χωρίς στολίσματα, γιατί η διακόσμηση χρειάζεται χρόνο και κοστίζει. Έτσι τα σκεύη με τη διακόσμηση γίνονται σε μέρη όπου οι άνθρωποι είναι πιο εύποροι-στην Καισάρεια, στην Τραπεζούντα, και κυρίως στα Γιάννενα και στην Πόλη. Το γιαννιώτικο και το πολιτικό δούλεμα του μπακιριού ήταν ξακουστά.

Κανένας όμως τρόπος δεν υπάρχει για να μας βοηθήσει σήμερα να χρονολογήσουμε αυτά τα σκεύη, γιατί τα ίδια πανομοιότυπα αντικείμενα χρησιμοποιούνται τόσο τον 17ο όσο και τον 18ο αιώνα και μετά, και μόνο κάτι λίγα, κυρίως μπρίκια και ακόμη λιγότερα σινιά, έχω χαραγμένη τη χρονολογία της κατασκευής τους.

Σήμερα, παρόλο που τα σκεύη που χρησιμοποιούμε είναι βιομηχανικά και εντελώς αλλά, υπάρχουν, και τώρα τεχνίτες που φτιάχνουν διάφορα αντικείμενα από σφυρηλατημένο σίδερο -από τον τελευταίο αιώνα έχουν αρχίσει να δουλεύουν και το λευκοσίδηρο (ντενεκέ) – καθώς και παραδοσιακά σκεύη χάλκινα, που τώρα πια δεν τα χρησιμοποιούμε παρά μόνο για διακόσμηση. Η μορφή τους εξακολουθεί να είναι παραδοσιακή, ο τρόπος όμως που τα δουλεύουν έχει εντελώς αλλάξει. Τα παλιά χρόνια οι τεχνίτες αγόραζαν το χαλκό σε μεγάλα κομμάτια, τις χελώνες, που ζύγιζαν 12 με 24 κιλά, τα πήραν για να μαλακώσουν, ύστερα τα έκοβαν επάνω στο αμόνι με μεγάλα κοπίδι, πρώτα στη μέση και ύστερα ανάλογα με το τι θέλανε να φτιάξουν: για ένα καζάνι ένα κομμάτι έξι κιλά, για ένα γκούμι ενάμιση κιλό. Αυτά τα κομμάτια τα πήραν και πάλι, τα χτυπούσαν και τα ξαναχτυπούσαν πολλές φορές όλα μαζί με τις βαριές (μεγάλα σφυριά), πάντα από το κέντρο προς τα άκρα, και σιγά-σιγά τα άνοιγαν σε φύλλο. Τώρα το χαλκό τον αγοράζουν έτοιμο σε φύλλα, δίσκους και τον δουλεύουν στον τόρνο με διάφορα καλούπια. Μόνο τα ξετελειώματα και οι λεπτομέρειες γίνονται με το χέρι. Κι ωστόσο, από τους χαλκώματάδες του παλιού καιρού, ζούνε, κάποιοι γεροί στα Γιάννενα και στη Θεσσαλονίκη, που έχουνε μεράκι τους τη δύσκολη αυτή και σκληρή τέχνη του χαλκού και είναι για αυτούς τιμή τους και καμάρι τους να δουλεύουν μόνο με το χέρι.Τα ωραία πράγματα που φτιάχνουν είναι βέβαια πολύ ακριβά, υπάρχουν όμως άνθρωποι να τα αγοράσουν, άνθρωποι που έχουν και εκείνοι την ίδια αγάπη για αυτό το ωραίο και ζεστό μέταλλο πού είναι ο χαλκός.