Οι γάτες της γιαγιάς.

 
Παιδικά / Ιστορίες και Παραμύθια

catΟ Μανολάκης στεκόταν στο πλακόστρωτο της αυλής μ’ ανοιχτό το στόμα! Κοίταζε με τα μεγάλα καστανά του μάτια τα πούπουλα, κάτω από το κυπαρισσάκι του παππού.

-Γιαγιά, γιαγιά….

Ερχόταν κάθε Κυριακή στο σπίτι της γιαγιάς, έξω από την πόλη. Ήταν όμορφο, με δύο ορόφους και υπόγειο και του άρεσε να τους ανεβοκατεβαίνει με το ασανσέρ… Ο παππούς της το έκανε δώρο, γιατί δεν ήθελε να κουράζεται, όταν μεγαλώσει και πονούν τα πόδια της. Όμως η γιαγιά το χρησιμοποιούσε και τώρα, που ήταν νέα …. Μη σας φαίνεται παράξενο, γιατί η γιαγιά και ο παππούς παντρεύτηκαν πολύ νέοι. Και η γιαγιά έπαιζε μαζί του ανεβοκατεβαίνοντας με το ασανσέρ όποτε ήθελε μια μικρή βόλτα…

Όμορφο το σπίτι της γιαγιάς! Είχε μια μεγάλη αυλή με πράσινο χορτάρι και πολλά  δέντρα γύρω-γύρω… Έμοιαζαν με τα ψεύτικα που στολίζουμε τα Χριστούγεννα … Αυτά όμως ήταν αληθινά, με γυαλιστερή καταπράσινη φυλλωσιά, όταν μιλούσαν με τον ήλιο. Σίγουρα του μιλούσαν, όπως και τα λουλούδια του παππού και οι ντοματιές του, που τις φρόντιζε πολύ και στενοχωριόταν όταν ο Μανολάκης μαδούσε τα φύλλα τους. Ο ήλιος χάιδευε και τον Μανολάκη, γι’ αυτό ήθελε να τρέχει στην αυλή-μερικές φορές χωρίς καπέλο, παρακούοντας τη μαμά.

Αλλά αυτό που ξετρέλαινε τον Μανολάκη ήταν οι γάτες… Οι γάτες της γιαγιάς ήταν αλητόγατες, που η γιαγιά  τις είχε υιοθετήσει. Δηλαδή τριγυρνούσαν όλη μέρα στην εξοχή, αλλά μόλις άκουγαν την πόρτα της κουζίνας να ανοιγοκλείνει, ήξεραν πως ερχόταν το πιάτο της ημέρας, τα αποφάγια. Ήταν οκτώ, μαζί με τα γατάκια της τελευταίας γενιάς, ήσυχες και παιχνιδιάρες: Γκριζοκάστανες, μαυρούλες με καφετιές πιτσιλιές, πορτοκαλένιες σαν τιγράκια, άλλες φουντωτές κι άλλες γυαλιστερές. Γλείφονταν και λιάζονταν χαδιάρικα κάτω από τον ήλιο που τις νανούριζε …

Η αγαπημένη του ήταν μια σταχτιά γιαγιά γάτα, που μόλις της ψιθύριζε ψψψψ… ξετρύπωνε από την κρυψώνα της κι ερχόταν και τριβόταν στα πόδια του. Στην αρχή, πιο μικρός, φοβήθηκε λίγο. Ύστερα, σιγά σιγά δοκίμαζε όλες τις αντοχές της: της χτυπούσε την πλάτη σιγανά κι ύστερα πιο δυνατά, της τραβούσε την ουρά ρυθμικά, αργά και πιο γρήγορα. Κι αυτή στροβιλιζόταν γύρω από τα πόδια του, νιαουρίζοντας παιχνιδιάρικα. Πάντα όμως είχε το κάτι τι της! Η γιαγιά φρόντιζε να του δίνει «δωράκια» να τρώει η γατούλα του.

-Γιαγιά, γιαγιά!… Η σταχτιά γάτα είναι πολύ κακιά.

Ο Μανολάκης έτρεξε στη σκάλα της κουζίνας με τα πούπουλα στο χέρι, λάφυρα από την επίθεση της γάτας στο πουλί.

-Παραμόνευε κάτω από το κυπαρισσάκι του παππού και μ’ έναν πήδο το άρπαξε στο πέταγμά του… Τον είχε συνεπάρει η «επίθεση» και φώναζε ξαφνιασμένος…

– Μανολάκη μου, η γάτα έγινε μαμά και πρέπει να τρώει για να δυναμώσει. Δεν είναι κακιά. Φροντίζει τον εαυτό της. Εσύ αισθάνεσαι ότι έκανε κακό, γιατί δεν είσαι γάτα. Είσαι ο Μανολάκης, που νιώθεις και σκέφτεσαι και κρίνεις και επιλέγεις. Και βλέπεις τη γατούλα και δε θέλεις να βασανίζεις τους πιο αδύναμους από σένα, γιατί καταλαβαίνεις πως είσαι διαφορετικός. Είσαι άνθρωπος κι αυτό η γατούλα σε βοήθησε να το καταλάβεις.

Ο Μανολάκης κοιτούσε τη γιαγιά με τα μεγάλα καστανά του μάτια… Ήταν όμορφα στο σπίτι της γιαγιάς….

Δ.Σ.

Αν θέλεις ν΄ακούσεις την αφήγηση της ιστορίας, κάνε κλικ παρακάτω