Η θεραπεία του τυφλού (Κυριακή ΙΔ΄ Λουκά)

23 Ιανουαρίου 2021

Τα ιερά Ευαγγέλια μαζί με τη διδασκαλία του Ιησού Χριστού, μας μιλούν και για τα θαύματα που έκαμε. Η διδαχή του εξηγεί τα θαύματά του και τα θαύματά του καταξιώνουν τη διδαχή του. Πολλές ευαγγελικές διδαχές έχουν την αφορμή τους σ’ ένα θαύμα, και πολλά θαύματα είναι συνέχεια σε μια διδαχή. Κάποιοι θέλησαν να χωρίσουν τη διδασκαλία του Ιησού Χριστού από τα θαύματά του να κρατήσουν τη διδαχή και να πετάξουν τα θαύματα. Μα κάτι τέτοιο είναι άρνηση του Ευαγγελίου· γιατί το Ευαγγέλιο ή το δεχόμαστε ολόκληρο ή το πετάμε ολόκληρο.

Το θαύμα της θεραπείας του τυφλού έξω από την Ιεριχώ, είναι από τα τελευταία θαύματα του Ιησού Χριστού. Ήταν το τελευταίο ταξίδι που έκανε για τα Ιεροσόλυμα, όταν ανέβαινε και πήγαινε για το εκούσιο πάθος. Έτσι εξηγείται ότι μόλις ο τυφλός άκουσε πως περνάει ο Ιησούς άρχισε να φωνάζει και να ζητά βοήθεια. Μέχρι τώρα είχε κάμει το ατύχημά του επάγγελμα· καθόταν στην άκρη του δρόμου και ζητιάνευε. Μα όταν του είπαν πως περνάει ο Ιησούς, ξέχασε τη ζητιανιά κι άρχισε να ζητά όχι τώρα μια μικρή ελεημοσύνη, αλλά τη θεραπεία της αιτίας της δυστυχίας του. Έχουν περάσει τρία χρόνια από τότε που ο Ιησούς Χριστός άρχισε το δημόσιο έργο του· οι άνθρωποι άκουσαν τη διδασκαλία του και είδαν τα θαύματά του, κι όλοι πια τον ξέρουν. Αρκετό λοιπόν ήταν για τον τυφλό, που του είπαν πως περνάει ο Ιησούς, για να αρχίσει να φωνάζει και να ζητά το έλεός του. Γιατί από εκεί ξεκινάνε πάντα οι ενέργειες του Θεού για τον άνθρωπο· από το θείο έλεος.

Από τον τρόπο με τον οποίο φωνάζει, φαίνεται πως αυτός ο άνθρωπος έχει πίστη. Όλοι οι τυφλοί έχουν ιδιαίτερα αναπτυγμένη μια εσωτερική αίσθηση· μερικά πράγματα τα βλέπουν καλύτερα από κείνους, που λένε πως έχουν μάτια. Έτσι κι αυτός ο τυφλός έβλεπε καλά σε ποιόν φώναζε, κι είχε μια εμπιστοσύνη σ’ αυτόν που τον παρακαλούσε. Οι άλλοι, οι καλοθελητές του δρόμου τον μάλωναν για να σωπάσει, και δεν είναι εύκολο να καταλάβει κανείς γιατί το έκαναν αυτό. Ο τυφλός όμως φώναζε ακόμα περισσότερο και πιο δυνατά. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι όχι μόνο τον πονούσε η αναπηρία του, αλλά και πίστευε, γι’ αυτό και φώναζε. Ο ίδιος ο Ιησούς Χριστός, που πάντα ζητάει πίστη από κείνους που ζητάνε το έλεός του, δημόσια μαρτύρησε για την πίστη του και την άμειψε· «Η πίστις σου σέσωκέ σε», του είπε. Είναι ένας λόγος αυτός, που συχνά τον ακούμε στα ιερά Ευαγγέλια από το στόμα του Ιησού Χριστού· «Η πίστη σου σε έσωσε».

Ο πρώτος και απαραίτητος όρος για να σωθούμε είναι να πιστέψουμε. Χωρίς πίστη, γράφει ο Απόστολος, «αδύνατον ευαρεστήσαι». Άνθρωπος που δεν πιστεύει δεν μπορεί να είναι άνθρωπος του Θεού. Πώς μπορεί να ανήκει σ’ εκείνον που λέει πως δεν υπάρχει, και πώς μπορεί να υπακούσει σ’ εκείνον που δεν του έχει εμπιστοσύνη; Αλλά ο λόγος για την πίστη είναι «πολύς και δυσερμήνευτος». Πρέπει να πούμε πολλά, χωρίς και να μπορέσουμε να πούμε όσα πρέπει, για να εξηγήσουμε τί είναι η πίστη και ότι χωρίς πίστη δεν υπάρχει σωτηρία. Ό,τι χρειάζεται για τη σωτηρία μας ο Θεός το έχει έτοιμο και μας περιμένει· μα το τελευταίο βήμα θα γίνει από μας· εμείς θα απλώσουμε το χέρι μας για να πάρουμε ό,τι μας δίνει ο Θεός. Αυτό το βήμα, αυτό το άπλωμα του χεριού μας είναι η πίστη· να πιστέψουμε δηλαδή και να δεχθούμε με εμπιστοσύνη ότι ο Θεός υπάρχει, ότι ο Θεός θέλει και μπορεί να μας σώσει, ότι «διά του Ιησού Χριστού» είναι έτοιμη η σωτηρία μας.

Αλλά το πιο δύσκολο στον καιρό μας είναι να μιλούμε γι’ αυτά τα πράγματα. Στον καιρό μας φαίνεται πραγματικά πως έχει θέση το ερώτημα, που έκανε κάποτε ο Ιησούς Χριστός· «πλην ο υιός του ανθρώπου ελθών άρα ευρήσει την πίστιν επί της γης;»· όταν θα έλθει ο υιός του ανθρώπου, άραγε θα βρει πίστη εδώ στη γη; Ο λόγος είναι βαρύς, μα τα πράγματα μας αναγκάζουν να επαναλαμβάνουμε κι εμείς το ίδιο ερώτημα. Καλλιεργήσαμε και οξύναμε τόσο το μυαλό μας, που πάμε να πεισθούμε πως λύσαμε τάχα όλα τα προβλήματα του κόσμου και της ζωής. Και τώρα τί μας χρειάζεται η πίστη και τί τον θέλουμε το Θεό; Πολλοί μάλιστα το φωνάζουν, πως πέθανε ο Θεός! Από το άλλο μέρος αφήσαμε έρημη και χέρσα την ψυχή μας, που δεν αισθανόμαστε την ανάγκη να ζητήσουμε σωτηρία. Δεν μας λείπει τάχα τίποτε, τα έχουμε όλα! Μα κι αν μέσα μας μένει κενό και χάος, κι αν μας πνίγει το άγχος, δεν έχουμε που να απλώσουμε τα χέρια, γιατί για μας δεν υπάρχει πια ο ουρανός και το Θεό πραγματικά τον πεθάναμε μέσα μας. Δεν υπάρχει σωτηρία, δεν υπάρχει σωτήρας, είμαστε καταδικασμένοι να χαθούμε. Σε τί να πιστέψουμε λοιπόν; Δεν μπορούμε, δεν έχουμε τη δύναμη να πιστέψουμε. Κι αν, όπως μας είπαν, είναι και η πίστη δώρο του Θεού, μα δεν υπάρχει Θεός· κι από πού λοιπόν να ζητήσουμε πίστη;

Κι αν τα πράγματα δείχνουν πως αυτή είναι η τραγική κατάσταση του κόσμου σήμερα, κι αν μας επιτρέπουν να κάνουμε μια τέτοια απαισιόδοξη περιγραφή, αλλά δεν θέλουμε να παραδεχθούμε πως ολωσδιόλου έλειψε η πίστη στον κόσμο. Υπάρχει πάντα, καθώς το κηρύττουν οι Προφήτες, το «λείμμα». Μένει πάντα ένα υπόλοιπο, που πιστεύει και ζητάει τη σωτηρία του στο Θεό. Είναι οι λίγοι, για τους οποίους δεν χάθηκε η Νινευί· είναι το «μικρόν ποίμνιον», για το οποίο είπε ο Ιησούς Χριστός. Όταν όλοι ζητάνε το χαμό τους μακριά από το Θεό, οι λίγοι αυτοί πιστεύουν και ζητάνε το έλεος του Χριστού, που ήλθε στη γη σωτήρας και λυτρωτής. «Υιέ Δαβίδ, ελέησον ημάς». Αμήν.

 

(+Διονυσίου Λ. Ψαριανού, Μητροπ. Σερβίων και Κοζάνης, Επί πτερύγων ανέμων, τ. Α΄ σσ. 22-25)