Τριώδιον – Κυριακή του Τελώνου και Φαρισαίου

20 Φεβρουαρίου 2021

Από σήμερα Κυριακή του Τελώνου και Φαρισαίου, η αγία μας Εκκλησία, αγαπητοί μου αδελφοί, μας εισάγει για μια ακόμη χρονιά σε μιά νέα περίοδο του εορτολογίου της, την περίοδο του Τριωδίου. Είναι μια πένθιμη και κατανυκτική περίοδος, που αρχίζει, από την Κυριακή του Τελώνου και Φαρισαίου και φθάνει μέχρι τον Εσπερινό του Μεγάλου Σαββάτου.

Αυτήν διαδέχεται κατόπιν η χαρμόσυνη περίοδος του Πεντηκοσταρίου, που αρχίζει από την Κυριακή του Πάσχα και φθάνει μέχρι την Κυριακή των αγίων Πάντων. Είναι περίοδος εντονωτέρου πνευματικού αγώνος, στην οποία η Εκκλησία, με τα τροπάρια, τους ύμνους, τα αναγνώσματα, τις κατανυκτικές Προηγιασμένες Θείες Λειτουργίες, με την νηστεία, στην οποία θα εισέλθουμε σε λίγες ημέρες, από την Καθαρά Δευτέρα και με την όλη κατάλληλη ατμόσφαιρα των ημερών αυτών, μας καλεί σε μιά ακριβέστερη και βαθύτερη βίωση του μυστηρίου της μετανοίας. Μας καλεί να παλέψουμε και να σταυρώσουμε τα πάθη και τον παλαιόν άνθρωπο, που φέρουμε μέσα μας, έτσι ώστε συσταυρωμένοι και συναναστημένοι με τον Χριστό, να εορτάσουμε τα άγια Πάθη και την Ανάστασή του. Βέβαια αυτό δεν σημαίνει, ότι μετά την παρέλευση της περιόδου αυτής μπορούμε να χαλαρώσουμε τον πνευματικό αγώνα και να ικανοποιούμε τα πάθη, αλλά οφείλουμε πάντοτε να αγωνιζόμαστε με την ίδια ένταση, ή μάλλον με διαρκώς αυξανόμενη ένταση, ωσάν να ήταν όλη η ζωή μας ένα διαρκές και ισόβιο Τριώδιο. Αν μελετήσουμε τους βίους των αγίων, θα δούμε, ότι η ζωή τους ήταν ένας ακατάπαυστος αγώνας προς τα πάθη, μιά ισόβια κατάσταση νηστείας, μιά σταυροαναστάσιμη πορεία χαρμολύπης προς την Βασιλεία των Ουρανών. Επειδή ίδιον χαρακτηριστικό γνώρισμα της ανθρωπίνης φύσεως είναι το τρεπτόν και μεταβαλλόμενον, το γεγονός δηλαδή ότι ο άνθρωπος παρουσιάζει διακυμάνσεις και αυξομειώσεις στην πνευματική του ζωή και, σήμερα μεν είναι δυνατόν να έχει ζήλο και προθυμία, αύριο όμως να περιπέση σε κατάσταση αμελείας και ραθυμίας, πιεζόμενος και επηρεαζόμενος από την «ευπερίστατη αμαρτία», που κυριαρχεί γύρω του, γι’ αυτό καθιέρωσαν οι άγιοι Πατέρες, με πολλή σοφία και σύνεση, την ευλογημένη αυτή περίοδο του Τριωδίου, ώστε να αποτελέση όχι μόνον στάδιο προετοιμασίας για τον εορτασμό του Πάσχα, αλλά και τρόπον τινά, εγερτήριον σάλπισμα, αφορμή ανανήψεως και ανανεώσεως του πνευματικού αγώνος.

Πήρε το όνομα «Τριώδιον» από το ομώνυμο λειτουργικό βιβλίο, το οποίο χρησι-μοποιεί κατά την περίοδο αυτή, επειδή οι κανόνες των καθημερινών της Μεγάλης Τεσσαρακοστής, που υπάρχουν στο βιβλίο αυτό, έχουν μόνο τρεις ωδές. Χωρίζεται σε τρία μέρη: Το πρώτο μέρος περιλαμβάνει τις τρείς πρώτες εβδομάδες, μέχρι την Κυριακή της Τυρινής. Έχει προκαταρκτικό χαρακτήρα και αποσκοπεί στο να μας προετοιμάσει σε μια σταδιακή είσοδο στη νηστεία, που επακολουθεί στη συνέχεια. Το δεύτερο αρχίζει από την Καθαρά Δευτέρα και φθάνει μέχρι το Σάββατο του Λαζάρου. Κυρίαρχο γνώρισμά του είναι ο αγώνας προς τα πάθη με την βοήθεια της νηστείας υπό την διπλή της μορφή: Νηστεία των τροφών και νηστεία των παθών. Τέλος το τρίτο περιλαμβάνει την Μεγάλη Εβδομάδα, που είναι η τελική κατάληξη, η αποκορύφωση του Τριωδίου, όπου συμπορευόμαστε μαζί με τον Χριστό προς το άγιον Πάθος και βιώνουμε την λαμπροφόρο Ανάσταση ως ένα προσωπικό γεγονός.

Πολύ δε σοφά και εύστοχα οι άγιοι και θεοφόροι Πατέρες «οι τα πάντα καλώς διαταξάμενοι» μας εισάγουν στην περίοδο του Τριωδίου, προβάλλοντας την γνωστή σε όλους μας παραβολή του Τελώνου και Φαρισαίου, που είναι μια περικοπή από το 18ο κεφάλαιο του κατά Λουκάν ευαγγελίου. Και το κάνουν αυτό, βέβαια όχι τυχαία, αλλά διότι θέλουν να μας διδάξουν, ότι η ταπείνωση και η συντριβή της καρδιάς είναι το θεμέλιο, που συγκρατεί και βαστάζει όλο το οικοδόμημα των αρετών, χωρίς το οποίο όλη η αρετή του ανθρώπου, οι νηστείες, οι ελεημοσύνες και οι προσευχές του και γενικά όλη η διακαιοσύνη του μεταβάλλεται σε «ράκος αποκαθημένης», όπως δηλώνει το Πνεύμα του Θεού διά του αγίου προφήτου Ησαΐου. Θέλουν ακόμη να μας διδάξουν αυτό που διακηρύσσει ο προφήτης Δαυΐδ στον 50ο ψαλμό: «καρδίαν συντετριμένην και τεταπειωμένην ο Θεός ουκ εξουδενώσει», αλλ’ ότι απεναντίας θα γίνει αυτή η αγαθή συνήγορος, η οποία θα κάμψει την ευσπλαχνία του Θεού και θα επιτύχει την άφεση των αμαρτιών, όσο πολλά και μεγάλα και αν είναι αυτά και θα παραστήσει την ψυχή δεδικαιωμένη ενώπιον του Θεού.

Στην παραβολή αυτή ο Κύριος παρουσιάζει δύο τύπους ανθρώπων που έρχονται να προσευχηθούν στο Ιερό, τον ναό του Σολωμόντος: «Άνθρωποι δύο ανέβησαν εις το ιερόν προσεύξασθαι, ο είς Φαρισαίος και ο έτερος Τελώνης». Στο πρόσωπο του Φαρισαίου παρουσιάζει τον τύπο του θρησκευομένου ανθρώπου, του εναρέτου, του αυστηρού τηρητού του Μωσαϊκού Νόμου και των ιουδαϊκών παραδόσεων. Στο πρόσωπο του Τελώνου τον τύπο του μεγάλου αμαρτωλού, την προσωποποίηση της αδικίας της αρπαγής και της πλεονεξίας, όπως εθεωρούντο τότε οι εισπράκτορες του ρωμαϊκού κράτους.

«Ο Φαρισαίος σταθείς προς εαυτόν ταύτα προσηύχετο• ο Θεός, ευχαριστώ σοι ότι ουκ ειμί ώσπερ οι λοιποί των ανθρώπων, άρπαγες, άδικοι, μοιχοί, ή και ως ούτος ο τελώνης». Η προσευχή του Φαρισαίου δεν ήταν τίποτε άλλο παρά ένα εγκώμιο του εαυτού του, μιά επίδειξη των αρετών του και ταυτόχρονα μια εξουθένωση και περιφρόνηση του Τελώνου. Παρουσιάζεται άψογος στα θρησκευτικά του καθήκοντα, τα οποία φαίνεται ότι πράγματι τηρούσε και μάλιστα με ακρίβεια. Όμως όλα αυτά τα καλά του έργα δεν έφερναν το αποτέλεσμα, που έπρεπε να φέρουν στην ψυχή του, αλλά το αντίθετο αποτέλεσμα. Αντί δηλαδή όλα αυτά να τον βοηθούν, να συναισθάνεται όλο και περισσότερο την αμαρτωλότητά του, την ενοχή του, την αναξιότητά του ενώπιον του Θεού και επομένως να ταπεινώνεται, αντιθέτως καλλιεργούσαν μέσα του ένα υπερήφανο φρόνημα, ένα φρόνημα αυτοδικαιώσεως. Έτσι όπως ομιλεί δείχνει ότι με τις δικές του δυνάμεις κατόρθωσε τις αρετές και όχι με την δύναμη του Θεού. Διότι δεν λέει: Σ’ ευχαριστώ Θεέ μου, που με φύλαξες από την αμαρτία και μου έδωσες την δύναμη να φυλάξω το θέλημά σου, αλλά το αντίθετο: «Σ’ ευχαριστώ, διότι δεν είμαι όπως οι άλλοι άνθρωποι». Ο Φαρισαίος αυτός μπορεί να μην ήταν άρπαγας, ή μοιχός, ή άδικος, είχε όμως μέσα του ένα άλλο πάθος, που είναι πολύ φοβερότερο από κάθε άλλο πάθος, το πάθος της υπερηφανείας, (η νόσος του διαβόλου), το οποίο κατ’ εξοχήν βδελύσσεται και αποστρέφεται ο Θεός, σύμφωνα με τον θεόπνευστο λόγο της Γραφής: «ακάθαρτος παρά Θεώ πας υψηλοκάρδιος», (Παροιμ.16,5). Και πάλιν «ο Θεός υπερηφάνοις αντιτάσσεται, ταπεινοίς δε δίδωσι χάριν», (Α΄ Πετρ. 5,5).

Γενικότερα θα μπορούσαμε να πούμε, ότι εάν ο πνευματικός αγώνας του χριστιανού δεν φέρνει μέσα στην ψυχή του αυτό το τελικό αποτέλεσμα, να αισθάνεται δηλαδή ότι είναι ο πιο αμαρτωλός από όλους και ότι χειρότερος από αυτόν δεν υπάρχει άλλος, τότε δεν βαδίζει σωστά στην πνευματική του ζωή. Τα καλά του έργα όχι μόνον δεν τον ωφελούν, αλλά μάλλον τον ζημιώνουν. Όχι διότι αυτά καθ’ εαυτά τα καλά έργα είναι αξιοκατάκριτα, αλλά διότι η όλη στάση του ανθρώπου απέναντι στο Θεό είναι λανθασμένη, αφού αντί να τον οδηγήσουν στην ταπείνωση, τον οδηγούν στην έπαρση. Ο κάθε άνθρωπος χωρίς εξαίρεση είναι μεγάλος αμαρτωλός. Τόσο αμαρτωλός, που δεν υπάρχουν περιθώρια να ασχοληθεί με τους άλλους, να τους υποτιμήσει, ή να τους κρίνει. Την αλήθεια αυτή μας βεβαιώνει ο ίδιος ο Κύριος: «Όταν ποιήσετε πάντα τα διατεταγμένα υμίν λέγετε ότι αχρείοι δούλοι εσμέν και ό οφείλομεν ποιήσαι πεποιήκαμεν», (Λουκ.17,10). Τώρα εμείς όταν ούτε τα διατεταγμένα πράττομε, πόσο αχρείοι δούλοι είμαστε;

Τελείως αντίθετη ήταν η στάση του Τελώνου: «Και ο τελώνης μακρόθεν εστώς ουκ ήθελεν ουδέ τους οφθαλμούς εις τον ουρανόν επάραι, αλλ’ έτυπτεν εις το στήθος αυτού λέγων• ο Θεός, ιλάσθητί μοι τω αμαρτωλώ». Ούτε τα μάτια του δεν τολμάει να σηκώσει. Είναι πολύ – πολύ συντετριμμένος, αλλά όχι και απελπισμένος. Χτυπάει το στήθος, δείχνοντας και εξωτερικά την φοβερή μετάνοια, που βιώνει εσωτερικά. Μια σύντομη μόνο φράση βγαίνει από το στόμα του «Ο Θεός, ιλάσθητί μοι τω αμαρτωλώ». Μια φράση που τα λέει όλα, που συνοψίζει ολόκληρη την αμαρτωλή ζωή του. Δεν περιφρονεί κανένα, δεν κατακρίνει κανένα, μόνο ζητάει το έλεος του Θεού. Πιστεύει ότι από τον εαυτό του είναι χαμένος, αλλά πιστεύει ακόμη ότι το πέλαγος της ευσπλαχνίας του Θεού θα νικήσει το πλήθος των αμαρτημάτων του.

Ποίο ήταν τώρα το αποτέλεσμα της προσευχής και των δύο; Τίνος την προσευχή δέχθηκε ο Κύριος; Το λέει στη συνέχεια η παραβολή: «λέγω υμίν, κατέβη ούτος δεδικαιωμένος εις τον οίκον αυτού η γαρ εκείνος• ότι πας ο υψών εαυτόν ταπεινωθήσεται, ο δε ταπεινών εαυτόν υψωθήσεται». Ο καρδιογνώστης Κύριος, ο οποίος μόνος γνωρίζει να ζυγίζει αλάνθαστα την κάθε μια ψυχή, μας δίδει το αποτέλεσμα. Του Τελώνου η προσευχή έγινε δεκτή και όχι του Φαρισαίου. Ο Φαρισαίος δικαίωσε τον εαυτό του, γι’ αυτό και κατακρίθηκε, ενώ αντίθετα ο Τελώνης καταδίκασε τον εαυτό του, γι’ αυτό και δικαιώθηκε.
Η σπουδαιότατη αυτή παραβολή του Κυρίου μας, αγαπητοί μου αδελφοί, ας γίνει αφορμή να εξετάσουμε και να ανακρίνουμε τον εαυτό μας. Να ερευνήσουμε δηλαδή, μήπως η όλη θρησκευτικότητά μας και η όλη σχέση μας με τον Θεό, μοιάζει κατά κάποιον τρόπο με αυτή του Φαρισαίου. Μήπως καλλιεργούμε στο υποσυνείδητό μας κάποιο φαρισαϊκό φρόνημα αυτοδικαιώσεως, χωρίς ίσως να το έχουμε συνειδητοποιήσει. Μήπως και εμείς σπεύδουμε να δικαιώσουμε τον εαυτό μας, κατακρίνοντας μάλιστα τους άλλους, που ζουν κοσμική ζωή, μακράν της Εκκλησίας και δεν καλλιεργούμε το ταπεινό φρόνημα του Τελώνου. Εάν ο απόστολος Παύλος έλεγε περί του εαυτού του ότι: «ουδέν γαρ εμαυτώ σύνοιδα• αλλ’ ουκ εν τούτω δεδικαίωμαι• ο δε ανακρίνων με Κύριός εστιν», (Α΄ Κο.4,4), πως εμείς τολμούμε, να δικαιώσουμε τον εαυτό μας;

Ένα κατανυκτικό τροπάριο που ψάλλεται όλες τις Κυριακές του Τριωδίου μέχρι την Ε΄ Κυριακή των Νηστειών λέγει: «Της μετανοίας άνοιξον μοι πύλας ζωοδότα…». Η αγία μας Εκκλησία, ανοίγοντας από σήμερα τις πύλες του Τριωδίου, μας ανοίγει ταυτόχρονα και τις πύλες της μετανοίας. Ας σπεύσωμε λοιπόν, αδελφοί μου, να περάσουμε αυτές τις πύλες και ας αξιοποιήσουμε αυτή την ευλογημένη περίοδο που μας χαρίζει και τη φετινή χρονιά η φιλανθρωπία του Κυρίου, με εντονότερο πνευματικό αγώνα. Ας προφθάσουμε, να περάσουμε τις πύλες αυτές, πριν τις κλείσει ο θάνατος, διότι τότε κανένας πια δεν θα μπορέσει να μας τις ανοίξει. Ας καταφύγουμε όπως ο Τελώνης προς τον Θεόν με συντετριμμένο και ταπεινό φρόνημα, με την βεβαιότητα ότι δεν θα αστοχήσωμε, όπως δεν αστόχησε ο Τελώνης. Εκείνος που μακάρισε τους «πενθούντες» και τους «πτωχούς τω πνεύματι» θα παρηγορήσει τις ψυχές μας και θα μας χαρίσει την άφεση των αμαρτιών. Αμήν.