Εις τον Απόστολον της Ε’ Κυριακής των Νηστειών (Αγίου Γρηγορίου του Ε΄, Πατριάρχου Κων/λεως )

18 Απριλίου 2021

 Από την προς Εβραίους Επιστολή (Κεφ. Θ’)

«Αδελφοί, Χριστός δε παραγενόμενος αρχιερεύς των μελλόντων αγαθών δια της μείζονος και τελειοτέρας σκηνής, ου χειροποιήτου, τουτ’ έστιν ου ταύτης της κτίσεως, ουδέ δι’ αίματος τράγων και μόσχων, διά δε του ιδίου αίματος εισήλθεν εφάπαξ εις τα Άγια, αιωνίαν λύτρωσιν ευραμενος.»

Η μεν παλαιά λατρεία δεν οδηγούσε στον ουρανό, ο δε Χριστός αφού ήλθε αρχιερέας γι’ αυτό τον σκοπό, το να θυσιάσει το δικό του σώμα για τις αμαρτίες μας, μπήκε στα άγια, δηλαδή στον ουρανό. Ονομάζει δε ο Απόστολος «σκηνήν», «καταπέτασμα» και «ουρανόν» το σώμα του Κυρίου μας, επειδή όπως το καταπέτασμα διαχωρίζει τα άγια, η σκηνή έχει μέσα τον ιερέα και ο ουρανός κρύβει την Θεότητα, έτσι και η σάρκα του Κυρίου κρύβει την Θεότητα. Διά μέσου, λοιπόν, αυτής της σάρκας, όπως με σκηνή μεγαλύτερη και τελειότερη λόγω της παρουσίας του Θεού Λόγου και όλης της ενέργειας του Αγίου Πνεύματος, μπήκε στον ουρανό. Η σάρκα αυτή δεν γεννήθηκε, όπως η σάρκα των υπόλοιπων ανθρώπων από άνδρα και γυναίκα, αλλά προήλθε από το Άγιο Πνεύμα και από τα πανάχραντα αίματα της Αειπαρθένου Μαρίας. Μπήκε δε ο Χριστός στον ουρανό, όχι όπως μπαίνει μια φορά τον χρόνο ο αρχιερέας στο εσωτερικό του ναού, θυσιάζοντας τράγους και μοσχάρια, αλλά μπήκε και πρόσφερε το δικό του σωτήριο αίμα μία και μοναδική φορά, και χάρισε παντοτινή ευεργεσία και σωτηρία και συγχώρηση αμαρτημάτων, ως πάνσοφος και πολυέλεος βρίσκοντας τον τρόπο της ελευθερίας μας.

«Ει γαρ το αίμα ταύρων και τράγων και σποδός δαμάλεως ραντίζουσα τους κεκοινωμένους αγιάζει προς την της σαρκός καθαρότητα, πόσω μάλλον το αίμα του Χριστού, ος δια Πνεύματος αιωνίου εαυτόν προσήνεγκεν άμωμον τω Θεώ, καθαριεί την συνείδησιν υμών από νεκρών έργων εις το λατρεύειν Θεώ ζώντι;»

Ο παλαιός νόμος όριζε, να ραντίζουν με τη στάκτη του μοσχαριού και με το αίμα των θυσιών τους μολυσμένους και δέχονταν οι Εβραίοι ως εξαγνιστικό αυτό το ράντισμα. Εμείς δε οι πιστοί πάλι πιστεύουμε, ότι το αίμα του Χριστού χάρισε αιώνια σωτηρία, που χύθηκε μια φορά για την συγχώρηση των αμαρτιών. Αυτό το δόγμα επειδή σε πολλούς φαινόταν απίθανο, το συγκρίνει ο Απόστολος με την άποψή τους και αποδεικνύει το δικό μας δόγμα αναντίρρητο. Γιατί αν το αίμα του τράγου και η στάκτη του μοσχαριού, με μόνο το ράντισμα, προξενούσαν εξαγνισμό στους μολυσμένους, όπως οι Εβραίοι νομίζουν και πιστεύουν, πολύ περισσότερο πρέπει να πιστεύουν χωρίς αμφιβολία, ότι το αναμάρτητο αίμα του Χριστού, το οποίο πρόσφερε ο ίδιος δια Πνεύματος Αγίου, και όχι με φωτιά, όπως η στάκτη του μοσχαριού, δίνει την Χάρη στις ψυχές, και καθαρίζει την συνείδηση από τα νεκρά έργα, δηλαδή από τις αμαρτίες, για να προσκυνά και λατρεύει τον αληθινό και ζωντανό Θεό.

Ο γαστρίμαργος θεοποιεί την κοιλιά, ο φιλάργυρος λατρεύει το χρυσάφι, ο ακόλαστος τις επιθυμίες του και τα πρόσωπα που θέλει· αυτά είναι τα νεκρά έργα, που μολύνουν και την ψυχή και το σώμα, και κάνουν τον άνθρωπο ακάθαρτο και αναίσθητο. Γιατί όπως το νεκρό σώμα δεν αισθάνεται, έτσι και η αμαρτία δεν αφήνει τον λογικό άνθρωπο να διακρίνει την βρωμιά και αδιαντροπιά του και τέλος τον αφανισμό και την απώλειά του. Πράγματι η αμαρτία, είναι μολυσματική αρρώστια και ακόμα χειρότερη. Όπως η μολυσματική αρρώστια προέρχεται πρώτα από τον μολυσμένο αέρα, έπειτα μπαίνει στα σώματα των ζώων και των ανθρώπων, έτσι και η αμαρτία γεννιέται πρώτα από τους δαίμονες, και έπειτα μπαίνει μέσα στις ψυχές των ανθρώπων. Και όπως όσοι προσβληθούν από την μολυσματική αρρώστια, έχουν υπερβολικό πυρετό, στριφογυρίζουν στο κρεβάτι χωρίς ησυχία, έχουν άσχημη μυρωδιά και αλλοιώνονται τα πρόσωπά τους, το ίδιο γίνεται και με τους αμαρτωλούς. Γιατί εκείνος που θα κυριευθεί από έρωτα ή χρημάτων ή σωμάτων καίγεται από τόσο μεγάλη επιθυμία, κάνει και πάσχει κάθε αδιαντροπιά, και σε όλους γίνεται αποκρουστικός. Υπομένει κάθε δουλική συμπεριφορά, κολακεύει εκείνους που δεν πρέπει, συμπεριφέρεται με αυθάδεια, περιποιείται πονηρούς ανθρώπους, συνομιλεί με τους ανόητους, κάνει παρέα με τους χειρότερους, τους δε αγαθούς και ενάρετους βρίζει και περιφρονεί.

Περί αμαρτίας και ιδιαίτερα για την πλεονεξία.

Ο πλεονέκτης περιφρονεί εκείνους που δεν έχουν χρήματα, τους δε μολυσμένους και θεομάχους τους δέχεται για τα χρήματα. Δεν σέβεται πατέρα, δεν σπλαχνίζεται υιό, δεν συμπονεί γυναίκα, δεν συμπαθεί φίλο, δεν λυπάται αδελφό, και τί λέω πατέρα, υιό και αδελφό, τον ίδιο τον Θεό δεν φοβάται, αλλά όλα όσα αφορούν την πίστη και την σωτηρία του, θεωρεί παραμύθια και επειδή είναι μεθυσμένος από την πολλή επιθυμία των χρημάτων, δεν δέχεται καθόλου κανένα λόγο σωτηρίας. Γι’ αυτό και ο θείος Απόστολος τον πλεονέκτη ονομάζει ειδωλολάτρη και τον αποβάλλει από την υποταγή και υπηρεσία προς τον Θεό, επειδή λατρεύει την κτίση αντί τον Κτίστη. Είναι αδύνατο ένας που θα κυριευθεί από αυτό το πάθος, να πιστεύει και να ελπίζει σύμφωνα με τον Προφήτη και Βασιλέα Δαβίδ, που λέει «έλπισον επί τον Κύριον», όπως και ο Κύριος αναφέρει «ου δύνασθε δυσί κυρίοις δουλεύειν, ή γαρ τον ένα μισήσεις και τον έτερον αγαπήσεις, ή του ενός ανθέξεται και του ετέρου καταφρονήσει, ου δύνασθε Θεώ δουλεύειν και μαμωνά». Οι πλεονέκτες γελούν όταν τα ακούουν αυτά, όπως και πολλοί άλλοι την ώρα της προσευχής μέσα στον ναό του Θεού, γελούν και αστειεύονται. Και ο μεν θείος Απόστολος κηρύττει «αισχρότης και μωρολογία και ευτραπελία αρθήτω άφ’ υμών», εμείς όμως ξεχνάμε, ότι η παρούσα ζωή είναι καιρός πένθους, θλίψεως, υποταγής, αγώνων και ιδρώτων και ο ιερέας του Θεού με φόβο και τρόμο προσφέρει την θυσία και τις δεήσεις προς τον Θεό για μας. Οι ουράνιοι Άγγελοι αοράτως είναι μπροστά στον βασιλιά των δυνάμεων και οι ευλαβείς πιστοί γονατιστοί ικετεύουν τον Θεό, πενθούν και κλαίνε για τις αμαρτίες τους, μερικοί δε από εμάς γελούν και χαζεύουν. Θα έλθει όμως καιρός να κλάψουμε και να πενθήσουμε απαρηγόρητα, γιατί δεν κλάψαμε εδώ, για να βρούμε παρηγοριά, σύμφωνα με την εντολή του Κυρίου μας «μακάριοι οι πενθούντες, ότι αυτοί παρακληθήσονται». Γελώντας και μένοντας αναίσθητοι, θα συναντήσουμε τα παντοτινά και ατελείωτα εκείνα δάκρυα, για τα οποία ο Κύριος αναφέρει στα Ευαγγέλια, «ουαί οι γελώντες νυν, ότι κλαύσονται».

Λοιπόν αγαπητοί, ας κλάψουμε εδώ πρόσκαιρα, για να γελάσουμε αιώνια, ας λυπηθούμε στη γη, για να χαρούμε στον ουρανό, ας θλιβόμαστε εκούσια, για να ευφρανθούμε αιώνια στη βασιλεία των ουρανών, την οποία μακάρι όλοι μας να απολαύσουμε, με την φιλανθρωπία και τη Χάρη του Θεού, στον οποίον ανήκει η αιώνια δόξα. Αμήν.

(Μεταφορά στην νεοελληνική: Αλέξανδρος Χριστοδούλου, Θεολόγος)