Ιστορίες σε συνέχειες

Το τέλος του Ζλατάν

Titlos24_mesa

pinelopi_delta_pempΚατά το πρωί, ενώ άντρες και αρχηγοί κοιμούνταν ακόμα, παρουσιάστηκε ο Αποστόλης. Ήταν κατάκοπος και ζήτησε ένα κουπάκι δυνατό καφέ.

– Δεν πρέπει να κοιμηθώ, είπε, και πέφτω από τον ύπνο!

– Τον βρήκες; ρώτησε ο Βασίλης, που τον βοηθούσε να ξεκουμπώσει το αντερί του, να ξεπλύνει τις σκόνες του προσώπου και του λαιμού του και να δροσιστεί.

Ο Αποστόλης σήκωσε τα φρύδια του αρνητικά.

– Είχε φύγει, αποκρίθηκε. Μπήκε στον Βάλτο. Φοβάται. Θέλει να τραβήξει για τη Βουλγαρία. Μα τον πήρα καταπόδι. Όπου πήγε, πήγα κι εγώ, τάχα πως με στέλνει ο Κασάπτσε να του μιλήσω. Μα στο μεταξύ είχα μάθει πως σκοτώθηκε ο Κασάπτσε.

– Σκοτώθηκε; Πού; αναφώνησε τρέμοντας από συγκίνηση ο Τυλιγάδης.

– Στο Ξηροβούνι, κοντά στη Δόλιανη. Τον σκότωσε ο καπετάν Σεραφείμ.

– Έδωσε μάχη;

– Ναι! Έφευγε κι αυτός σαν τον Κάιν, που λέγει η κυρία Ηλέκτρα, και τον πρόφθασε ο καπετάν Σεραφείμ κι έγινε μακελειό. Με το χέρι του τον σκότωσε o καπετάνιος!

– Και τον είδες τον Ζλατάν; ρώτησε σκοτεινός o Βασίλης.

– Όχι. Δε μ’ άφησαν να μπω στην καλύβα όπου κοιμούνταν. Φοβάται και φυλάγεται. Μα ξέρω πού είναι. Πάγω, σα θες, κυρ Βασίλη. Να πάμε όμως αμέσως, μη μας φύγει, γιατί από τη μια καλύβα περνά στην άλλη. Τέτοιο φόβο έχει να μην τον πιάσουμε!

Ο Περικλής είχε σηκωθεί και πλησίασε τρικλίζοντας.

– Θα ‘ρθω κι εγώ μαζί σου, Βασίλη!… είπε. Μα ο Βασίλης τρόμαξε σαν τον αντίκρισε.

– Εσύ είσαι άρρωστος, κύριε Περικλή! Πρέπει να φύγεις για τις Κάτω Καλύβες! αναφώνησε.

– Δεν έχω τίποτα, αποκρίθηκε ο Περικλής. Θα έλθω μαζί σου!

Μα ήταν σταχτής, το πρόσωπο σα συσπασμένο, τα μάτια βουλιαγμένα.

– Δε σε παίρνω, είπε συγχυσμένος ο Βασίλης. Να μείνεις και ν’ αναπαυθείς! Εσύ θα πέσεις στον δρόμο!

– Δώσ΄ μου και μένα έναν καφέ, κακοκοιμήθηκα τη νύχτα, μουρμούρισε ο Περικλής.

Μα ο Αποστόλης τραβούσε τον Βασίλη από το μανίκι.

– Αν είναι να πάμε, να πάμε αμέσως, του ψιθύρισε. Σε μια ώρα θα είναι αργά, θα έχει πετάξει το πουλί!

– Να φύγουμε ευθύς, είπε ο Βασίλης. Καπετάν Τυλιγάδη, δώσ΄ μου ένα σου παιδί…

– Εγώ! αναφώνησε ο Περικλής, που τον ακολούθησε έξω στο πάτωμα.

Ο Βασίλης γύρισε, τον είδε πάλι, και αποφασιστικά, είπε:

– Είσαι πατριώτης και παλικάρι, κύριε Περικλή! Μη μας εμποδίζεις στη δουλειά μας! Σήμερα παίζουμε κορόνα γράμματα. Είσαι άρρωστος. Εμείς θα παλέψουμε με τα δόντια μας!…

baltos___Makedonomaxoi_Ο Περικλής δεν επέμεινε πια. Ταπεινωμένος, αναστατωμένος, μα νικημένος, τους κοίταζε που κατέβαιναν σε μια πλάβα, τον Βασίλη, τον Αποστόλη και τον γίγα Βαγγέλη, τον «Μακεδόνα», όπως τον έλεγε άλλοτε χαϊδευτικά ο καπετάν Άγρας, και γύριζαν δεξιά και χάνουνταν πίσω από τα καλάμια.

– Δυο πιστολιές απανωτές θα είναι το σύνθημα, αν θέλουμε βοήθεια, είχε πει ο Βασίλης του Τυλιγάδη φεύγοντας.

Κάθισε ο Περικλής στην άκρη του πατώματος και ακούμπησε στο χωματένιο οχύρωμα. Το κεφάλι του πονούσε, τα κόκαλά του επίσης, τα πόδια του έτρεμαν. Αλήθεια, δεν ήταν για μάχη.

– Μα τι ντροπή, τι ντροπή! μουρμούρισε. Αν μ’ έβλεπε ο παππούς μου!

Όρθιος μπροστά του, με τ’ αυτιά ορθωμένα, τα ξυπνά του μάτια συμπονετικά στυλωμένα στα δικά του, τον κοίταζε ο Μάγκας. Και σα να ήθελε να τον χαϊδέψει, να τον παρηγορήσει, σήκωσε το ένα του πόδι και το ακούμπησε στο μανίκι του αφέντη του. Τον πήρε στην αγκαλιά του ο Περικλής κι έχωσε το πρόσωπό του στη γούνα του σκύλου.

– Μάγκα!… Μάγκα!… Πώς πονεί η ψυχή μου, μουρμούρισε έτοιμος να ξεσπάσει σε κλάματα.

Μα ξαφνικά, μ’ έναν πήδο τού ξέφυγε ο Μάγκας κι έτρεξε στην άλλη γωνιά του πατώματος. Η τρίχα του είχε σηκωθεί αγριεμένη, και σιγογρύλιζε, ξεσκεπάζοντας τα σκυλόδοντά του, πνίγοντας θυμωμένα γαβγίσματα, το κεφάλι τεντωμένο, άγριος, κακός. Ο Περικλής πετάχθηκε στα πόδια του και τον ακολούθησε. Σκυμμένος κατά τη διεύθυνση που έδειχνε ο σκύλος, γύρευε να δει μες στα καλάμια.

– Τι είναι, Μάγκα; ρώτησε προστακτικά.

Ο σκύλος γύρισε γοργά, τον κοίταξε, ξανάστρεψε κατά τα καλάμια, και, γρυλίζοντας αδιάκοπα, έκανε να πηδήξει σε μια πλάβα δεμένη στον πάσσαλο του πατώματος.

– Εχθρός, Μάγκα; Εχθρός; ξαναρώτησε ο Περικλής.

Σα να κατάλαβε ο σκύλος, γύρισε, τον ξανακοίταξε και πήδηξε στην πλάβα. Χωρίς δισταγμό δρασκέλισε το πάτωμα και ο Περικλής κι έλυσε το μονόξυλο.

Ένας αντάρτης το είδε κι έσκυψε πάνω από τ’ οχύρωμα.

– Πού πας; ρώτησε.

– Κάτι μυρίζει ο σκύλος μου· πάγω να δω, αποκρίθηκε ο Περικλής.

Και βουτώντας το πλατσί, κατεύθυνε την πλάβα του κατά τα καλάμια, στο αντίθετο μέρος, απ’ όπου είχε γυρίσει ο Βασίλης με τους συντρόφους του. Μπροστά, στην πλώρη, ο Μάγκας, όλο και πιο αγριεμένος, γρύλιζε, γρύλιζε, έκανε να ριχθεί στο νερό, παρέσερνε τον αφέντη του και τον οδηγούσε συνάμα. Ακολουθώντας τις κινήσεις του σκύλου, γύρισε o Περικλής το μονόξυλο σ’ ένα μονοπάτι πίσω από την Κούγκα. Ο Μάγκας, ερεθισμένος φριχτά, έκανε πάλι να πηδήξει στο νερό και πέταξε ένα θυμωμένο γάβγισμα, με τη μύτη γυρισμένη κατά τη μάνα που έκοβε το μονοπάτι. Ο Περικλής, όρθιος, είχε πιάσει το περίστροφό του με το ένα χέρι και με το άλλο, μπήγοντας το πλατσί του, έσπρωχνε το μονόξυλο κατά το Γρουνάντερο, βγήκε από το μονοπάτι.

Makedonikos _5Μια πλάβα έφευγε μπροστά του γοργά, κατά το ανατολικό μέρος της Λίμνης. Μέσα ήταν δυο άντρες, ένας πλαβαδόρος, ο Χρίστοφ Μπόζαν, κι ένας κοκκινότριχος, που σκυφτός, φοβισμένος, ερευνούσε ολόγυρα. «…Ο Ζλατάνmakdonomaxoi_xorioΟ Βαγγέλης και ο Αποστόλης είχαν δει από μέσα από την πλάβα τους όλη την άγρια σκηνή, χωρίς να προφθάσουν να βοηθήσουν. Σαν άραξαν την πλάβα τους στις λαπατιές όπου κείτονταν ο πεθαμένος Ζλατάν, σήκωσε τα μάτια του ο Βασίλης, τους είδε, κοίταξε τα ματωμένα χέρια του και τα βούτηξε στο νερό. Κάτι έκανε να πει. Μα τα χείλια του ήταν ξερά. Καμιά λέξη δε βγήκε. Από μακριά, ένα ούρλιασμα έσχισε τον αέρα, σκέπασε το βούισμα της Λίμνης. Ο Βασίλης ανατρίχιασε.

– Δεν είναι τίποτα, είπε ο Βαγγέλης καθησυχαστικά. Σκύλος ουρλιάζει.

– Είναι η φωνή του Μάγκα, είπε ανήσυχα ο Αποστόλης. Και ουρλιάζει στον θάνατο!

– Μυρίστηκε τι γίνεται δω, είπε πάλι ο Βαγγέλης.

Άλλο ούρλιασμα ακούστηκε, και τρίτο, πιο σιγανό, πιο θλιμμένο. Ο Βασίλης ανορθώθηκε.

– Πού ήταν ο Μάγκας; ρώτησε.

-Τον αφήσαμε στην Κούγκα, αποκρίθηκε ο Βαγγέλης.

– Η φωνή δεν έρχεται από την Κούγκα, έρχεται από το Γρουνάντερο!… είπε ο Αποστόλης.

Έσκυψε απότομα ο Βασίλης, σήκωσε τον πεθαμένο Ζλατάν και τον πέταξε σα σακί στο βάθος της βουλγάρικης πλάβας, όπου κείτουνταν ο Χρίστοφ Μπόζαν. Ύστερα, με τις ίδιες απότομες κινήσεις, μπήκε στην άλλη πλάβα, πλάγι στον Βαγγέλη και στον Αποστόλη.

-Τράβα εσύ τα κουφάρια, είπε του Βαγγέλη. Ο Αποστόλης κι εγώ κωπηλατούμε. Και πάμε να δούμε.

Μα τα ουρλιάσματα είχαν σωπάσει. Ο Αποστόλης ήξερε όλα τα μονοπάτια, από τον καιρό που είχε μείνει στην Κούγκα με τον Άγρα· και χωρίς δισταγμό και πασπατέματα οδήγησε την πλάβα τους στο Γρουνάντερο. Μα καθώς ξεμπαρκάρισε στη μάνα, βρέθηκε ανάμεσα σε στολίσκο από μονόξυλα. Παραπέρα, σε μιαν πλάβα, είδε τον καπετάν Τυλιγάδη, που κάτι γύρευε στο βάθος του νερού. Τον είδε και o Βασίλης και φώναξε:

– Τυλιγάδη! Τι τρέχει;

Ανασηκώθηκε ο Τυλιγάδης, σκοτισμένος, αγέλαστος.

– Ένα δυστύχημα, είπε βαρύθυμα.

Άκουσε την αφήγηση της ιστορίας