Τα τραγούδια του Πάσχα

4 Μαΐου 2021

Συχνά, όταν πηγαίνω στην ακολουθία της Μεγάλης Παρασκευής, μου είναι δύσκολο να προσδιορίσω αν ο Θεός που κηδεύεται είναι ο Χριστός ή ο Άδωνις, γράφει ο Γιώργος Σεφέρης στις ημερολογιακές του σημειώσεις, συνοψίζοντας την αίσθηση και το βαθύτερο περιεχόμενο αυτών των ημερών.

Λαϊκά έθιμα και τελετουργίες στενά δεμένα με το λόγο, τη μουσική, τον χορό έρχονται να συναντήσουν το ήθος και την ψυχολογία του Ελληνισμού που, από την αρχαιότητα, κάθε χρόνο τέτοιες μέρες καλείται να ενταφιάσει και ν’ αναστήσει γιορταστικά τον Θεό του. Επίκληση για τη γονιμότητα της φύσης που ξαναγεννιέται κι εξορκισμός για κάθε βλαπτική δύναμη που μπορεί να την απειλήσει. Σύμβολα, τελετές, ύμνοι, τραγούδια, μουσικές και χοροί που διατρέχουν τους αιώνες. Αξίες ενός πολιτισμού ανθρωποκεντρικού, που δίνει στους θεούς του ανθρώπινη διάσταση, βιώνοντας τα πάθη και συμμετέχοντας στο μαρτύριό τους, λατρεύοντας τη Μάνα και τη Γυναίκα σαν την ιέρεια που θα διακονήσει τα τρία μεγάλα μυστήρια της ζωής: τη Γέννηση, τον Έρωτα και το Θάνατο.

tragoudia-pasxa1

Ήδη από τα προϊστορικά χρόνια, η Θεά της γονιμότητας (Δήμητρα)  και η θεά του Έρωτα (Αφροδίτη) θρηνούν το νεκρό παιδί (Περσεφόνη) ή τον χαμένο στο άνθος της νιότης του εραστή (Άδωνι), αναμένοντας την επιστροφή τους στον πάνω κόσμο για ν’ αναγεννηθεί μαζί τους η φύση βρίσκοντας «την καλή και τη γλυκιά της ώρα». Και πράγματι ο Απρίλιος (παίρνοντας τ’ όνομά του από το λατινικό ρήμα aperio: ανοίγω ) ήταν ο μήνας ο αφιερωμένος στην Αφροδίτη, γιορτάζοντάς την με αγρυπνίες και τραγούδια από τις γυναίκες, θρηνητικά για τον θάνατο αλλά κι ερωτικά για το κάλλος του Άδωνι.

Με ανάλογο τρόπο η χριστιανική Μεγάλη Μητέρα-Θεά, η Παναγία, θρηνεί: Ω γλυκύ μου έαρ… πού έδυ σου το κάλλος για τον Χριστό που, όπως και ο Άδωνις, παρουσιάζεται στον ιερό θρήνο της Ακολουθίας ο ωραίος κάλλει παρά πάντας βροτούς. (Τέτοιος ύμνος για το σωματικό κάλλος του Χριστού δεν έχει ποτέ άλλοτε ξαναγίνει παρά μόνο τη Μεγάλη Παρασκευή, γράφει ο καθηγητής Κ. Ρωμαίος ).

Και οι γυναίκες της Μακεδονίας (στις Σέρρες) συνήθιζαν στην περιφορά του Επιταφίου να βγάζουν στο παράθυρο δοχεία με ταχύβλαστα  φυτά  (φακή και σιτάρι), σύμβολα της νιότης που ανθεί και γρήγορα μαραίνεται, όπως έκαναν και στην αρχαιότητα με τους «Κήπους του Αδώνιδος» για να τιμήσουν τον ωραίο νεκρό.

Οι γυναίκες και πάλι, επιφορτισμένες ανέκαθεν με τον ιερό ρόλο της μοιρολογίστρας, θ’ αναλάβουν να κηδέψουν τελετουργικά τον νεκρό

θεό στολίζοντας τον Επιτάφιο με λουλούδια και ξενυχτώντας τον όπως και τους δικούς του νεκρούς με μοιρολόγια που λένε μεταξύ τους αντιφωνικά σαν χορός αρχαίας τραγωδίας και χορός ψαλτάδων μαζί.

Δεν θα λησμονήσω την αίσθηση των μαυροντυμένων γυναικών από τα Αθίκια της Κορινθίας που τη Μεγάλη Παρασκευή τραγουδάνε γύρω από τον Επιτάφιο το Μοιρολόι της Παναγιάς. Το μακρύ αυτό αφηγηματικό τραγούδι που διηγείται τα Πάθη του Χριστού έτσι όπως τα έζησαν η Παναγία και οι Μυροφόρες το συναντάμε σ’ όλες τις περιοχές του Εληνισμού, από την Κύπρο και τον Πόντο ως την Κάτω Ιταλία, σ’ ένα πλήθος παραλλαγών. Διακόσιες πενήντα έξι (!) παραλλαγές παρουσιάζει ο Ελβετός ελληνιστής, καθηγητής του Πανεπιστημίου της Γενεύης Bertrand Bouvier στο βιβλίο του «Le Mirologue de la Vierge», καρπό 25χρονης έρευνας.

Με πηγή έμπνευσης τα επίσημα και απόκρυφα Ευαγγέλια και τα θεατρικά λειτουργικά δράματα του Μεσαίωνα (σε Ανατολή και Δύση), η λαϊκή μούσα και η προφορική παράδοση με το Μοιρολόι της Παναγίας διέσωσαν  ένα από τα συγκλονιστικότερα δείγματα της ελληνικής μουσικοποιητικής τέχνης:

Σήμερα μαύρος ουρανός, σήμερα μαύρη μέρα,

σήμερα όλοι θλίβονται και τα βουνά λυπιούνται.

Σε μελωδίες που χρησιμοποιούνται και για τα πραγματικά μοιρολόγια (όπως απέδειξε η μελέτη του Samuel Baud-Bovy), οι γυναίκες με το τραγούδι αυτό συμμερίζονται τον πόνο της Παναγίας καθώς αναδεικνύεται σε παγκόσμιο και διαχρονικό σύμβολο όλων των μανάδων που έχουν παραστεί στο μαρτύριο των παιδιών τους, βιώνοντας τον παραλογισμό αλλά και τη νομοτέλεια του θανάτου:

Άλλοι την εκλωτσούσανε κι άλλοι την εσκουντούσαν

και άλλοι την εφτούσανε κι άλλοι τη δεκατούσαν.

Για να φτάσουμε στη σύγχρονη ελληνική ποίηση με δύο κορυφαία δείγματα: τον «Επιτάφιο» του Γιάννη Ρίτσου και τη «Μάνα του Χριστού» του Κώστα Βάρναλη, που πολλά οφείλουν στο λαϊκό θρήνο για τα Πάθη.

Για την ελληνική λαϊκή παράδοση (κοσμική και θρησκευτική) η περίοδος του Πάσχα δεν είναι απλώς μια τυπική θρησκευτική επέτειος αλλά μια ζωντανή επανάληψη του Θείου Δράματος, όπου με θεατρικό δραματικό τρόπο γίνεται η πλήρης αναπαράστασή του με τη συμμετοχή όλων των μελών της κοινότητας και προεξάρχουσες –δικαιωματικά– τις γυναίκες.

Η επίσημη ορθόδοξη Ακολουθία (που, εξάλλου, οφείλει πολλά στην αρχαία παράδοση: από τη χωροθέτηση του ναού με πρότυπο το αρχαίο θέατρο ως τα δραματικά θεατρικά της στοιχεία) αποκτά ακόμη πιο παραστατικό χαρακτήρα: Η άφιξη του Νυμφίου, η έξοδος του ιερέα με τον σταυρό, η τελετή του Νιπτήρος ( στην Πάτμο ), η μίμηση του σεισμού (χτυπώντας το εκκλησίασμα τα στασίδια, στη Χίο), η Αποκαθήλωση, το στόλισμα και η περιφορά του Επιταφίου, η θριαμβευτική είσοδος του αναστηθέντος Χριστού στην εκκλησία Του κατατροπώνοντας τον διάβολο (που υποδύεται ο νεωκόρος πίσω από την κλειστή πόρτα) στο «Άρατε πύλας» -θεατρικό δρώμενο που τόσο παραστατικιά περιγράφει ο Αλ. Μωραϊτίδης στο ομώνυμο διήγημά του.

Παράλληλα όμως και τα κοσμικά και παρεκκλησιαστικά λαϊκά έθιμα διατηρούν το στοιχείο της προσωπικής συμμετοχής που οδηγεί από την αναπαράσταση στο βίωμα, με την πανάρχαιη μυστηριακή έννοια. Εδώ γεφυρώνεται η χριστιανική λατρεία με τις προχριστιανικές παγανιστικές συνήθειες και τελετουργίες που έχουν σχέση με το φυσικό περιεχόμενο της εποχής.

Το χριστιανικό Πάσχα και το εβραϊκό Πεσάχ ξανασυναντούν την αρχαία αιγυπτιακή γιορτή Πισάχ, τη γιορτή της εαρινής ισημερίας, γιορτή της γονιμότητας, της άνοιξης, της ανάστασης της φύσης –όπως και τ’ Ανθεστήρια και οι τελετές του Αδώνιδος στην αρχαία Ελλάδα. Εξάλλου, με βάση την εαρινή ισημερία ορίζουν το Πάσχα και οι Εβραίοι (ανήμερα την Πανσέληνο) και οι Ορθόδοξοι (την πρώτη Κυριακή μετά την Πανσέληνο). Έτσι, με βάση τα προαιώνια σύμβολα της μυστηριακής λατρείας (τον ήλιο, τη σελήνη, τη γη, το φως και τη φωτιά, το νερό, το κόκκινο χρώμα, το αβγό, το ψητό κρέας, κ.ά.) στο δογματικό περιεχόμενο της χριστιανικής γιορτής έρχονται να ενταχθούν λαϊκά έθιμα που, γι’ άλλη μια φορά, πιστοποιούν την  πολιτισμική ενότητα του Εληνισμού.

pasxamesa

Με την έναρξη ακόμη του πασχαλινού κύκλου, η θεατρική νεκρανάσταση του Λαζάρου (προετοιμάζοντας αυτήν του Χριστού) σε πολλά από τα τραγούδια–κάλαντα της ημέρας αποσυνδέεται από τη διήγηση των γεγονότων και καταλήγει σε ύμνο για την άνοιξη κι επίκληση της γονιμότητας. Κυρίαρχο και πάλι το γυναικείο φύλο μέσα από τις Λαζαρίνες, μικρά κορίτσια στολισμένα με λουλούδια που μόνον αυτά επιτρέπεται να πουν τα τραγούδια, κρατώντας μάλιστα στα χέρια τους  τα σύμβολα της γονιμότητας: κούκλα ή σταυρό στολισμένο με κόκκινη κλωστή, που από την αρχαία εποχή αποτελεί σύμβολο αποτρεπτικό για τα «κακά πνεύματα».

(Την ξαναβρίσκουμε στο κλαδί της ειρεσιώνης που κρατούσαν τα παιδιά στην αρχαία Ελλάδα, τραγουδώντας τ’ αντίστοιχα κάλαντα για την ευγονία  και τον ερχομό της άνοιξης –χελιδονίσματα ).

Άγιο Λάζαρε, καλή ώρα σ’ αφέντη,

Τώρα η ώρα σου, τώρα κι αυγή σου

Τώρα  λάλησε πουλί κι αηδόνι

 κι αντικρίσθηκε το χελιδόνι.

Κορασίδες μου σταυροδεθείτε

να τιμήσετε καλόν αφέντη

και κυρά καμαρωμένη.

Επίσης και την επόμενη μέρα, την Κυριακή των Βαΐων, σε πολλά μέρη της Ελλάδας οι νιόνυφες (σύμβολο της γονιμότητας) ήταν αυτές που έπρεπε να μεταφέρουν τα βάγια στην εκκλησία και σε μια καθαρά γυναικεία τελετή να χτυπήσουν η μια τον ώμο της άλλης με τ’ ανθισμένα κλωνάρια για να εξασφαλίσουν υγεία και θαλερότητα.

Το αποτρεπτικό κόκκινο χρώμα, πανταχού παρόν στη λαϊκή μας παράδοση, επανέρχεται στα πασχαλινά αβγά που, όπως σημειώνει ο Δ. Λουκάτος: κατ’ εξοχήν ζωικά προϊόντα, γίνονται εξαίρετα σύμβολα του τάφου απ’ όπου ξαναπηδά η ζωή… Το τσούγκρισμά τους είναι μια συμβολική διευκόλυνση της νέας ζωής, αλλά και χαιρετισμός φιλικής πάλης, που βοηθάει τη φύση στις παραγωγικές της προσπάθειες.

Σε πολλά μέρη οι γυναίκες κρεμούσαν τη Μεγάλη Πέμπτη στα παράθυρα και κόκκινα πανιά (μεγαλοπεφτιάτικα) για να προστατέψουν το σπίτι.

Τα ευαγγελισμένα αβγά (αφημένα επίτηδες στο ιερό την ώρα της ανάγνωσης των 12 Ευαγγελίων), το ευαγγελισμένο νερό, τα λουλούδια και τα κεριά του Επιταφίου και της Ανάστασης αποκτούν για το λαό μας μαγικές αποτρεπτικές διαστάσεις (ενάντια στις αρρώστιες, στο «μάτι», σε φυσικές καταστροφές, κ.ά.). Οι δυνάμεις του κακού ξορκίζονται θεαματικά με το κρέμασμα ή το κάψιμο του Ιούδα, ενώ η κυκλική περιφορά του Επιταφίου ή της πασχαλινής λιτανείας στην ενορία ή στο χωριό έχει στόχο να το θωρακίσει με την πανάρχαιη ιδέα του προστατευτικού κύκλου.

Η «εις Άδου κάθοδος» του Χριστού ελευθερώνει, σύμφωνα με τη λαϊκή δοξασία, τις ψυχές των νεκρών που ανεβαίνουν στον πάνω κόσμο έως την Ανάληψη ή την Πεντηκοστή, δίνοντας αφορμή για ένα πλήθος από  έθιμα και τελετουργίες, όπου η νεοελληνική λαϊκή λατρεία αναβαπτίζεται στις αρχαιοελληνικές καταβολές της. Του Ρουσαλιού το Σάββατο (το Ψυχοσάββατο της Διακαινησίμου) αναβιώνει την αρχαία νεκρική γιορτή των Ροζαλίων και δεν είναι τυχαίο ότι τα κάλαντα του Πάσχα στα Μέγαρα της Αττικής τα ονομάζουν Ρουσάλια. Ενώ την Τρίτη του Πάσχα χορεύουν εδώ και πάλι μόνον οι γυναίκες τον παλαιότατο χορό της Τράτας (με το χαρακτηριστικό σταυρωτό κράτημα των χεριών που συναντάμε σε αρχαίες τοιχογραφίες) στο εκκλησάκι του Αϊ-Γιάννη του Χορευταρά!

Και, βέβαια, είναι πολύ συγκινητική η στιγμή όταν, σε πολλά χωριά, συνηθίζεται να περνάει ο Επιτάφιος και από το νεκροταφείο, συμβολική περιφορά της «Ζωής εν τάφω» ανάμεσα στα μνήματα. Τι σχέση άραγε μπορεί να έχει με την αίσθηση και τα λεπτά σύμβολα αυτής της μυστικής τελετουργίας ο ήχος της μπάντας του δήμου με τα δυτικά «πένθιμα εμβατήρια», που έχει επιβληθεί στο πλαίσιο της αστικής κακογουστιάς και σοβαροφάνειας;

Όμως, απ’ όλα τα πασχαλινά σύμβολα το πιο ιερό και διαχρονικό είναι το αναστάσιμο φως, που εξακολουθεί να ξεπηδά με μυστηριακό τρόπο από τον τάφο του Θεού, όπως γινόταν και την αρχαιότητα στους Δελφούς με το καθαρτήριο πυρ. Το ιερό φως που ακόμη και σήμερα –θρησκευόμενοι ή όχι– μεταφέρουν από συνήθεια και πρόληψη στο σπίτι για να το θωρακίσουν με τον καπνισμένο σταυρό που, όπως παλαιά, «εφορεύει της εισόδου». Ενώ υπάρχουν ακόμη αγρότες που πλησιάζουν το αναστάσιμο φως στα δέντρα και τα ζώα, για να επικαλεστούν την καλή σοδειά και την πλούσια παραγωγή (όπως κάνουν και με τα τσόφλια από τα κόκκινα αβγά). Με ανάλογο τρόπο στην πασχαλινή λιτανεία ο παπάς «ύψωνε» τα οριακά δέντρα του χωριού, βάζοντας στον κορμό τους ένα κομμάτι από το αγιασμένο αντίδωρο της λειτουργίας της Λαμπρής.

Η τελετουργική προετοιμασία του πασχαλινού συμποσίου και ο ιδιαίτερος τρόπος με τον οποίο γινόταν η εκτροφή του αρνιού που θα σφαζόταν (λαμπριάτης) έρχεται γι’ άλλη μία φορά να θυμίσει ότι το κατεξοχήν ελληνικό έθιμο των ψητών κρεάτων δεν έπαψε ποτέ, από την αυγή των ομηρικών χρόνων έως και σήμερα, να αποτελεί το κυριότερο εορταστικό και πανηγυρικό φαγητό του ελληνικού λαού (Κ. Ρωμαίος). Το ίδιο και το «ιερό ψωμί» με την κουλούρα της Λαμπρής.

Στην ωμοπλάτη του αρνιού οι έμπειροι «οιωνοσκόποι» θα διαβάσουν το μέλλον, ενώ στην Κέρκυρα γινόταν το καταβόλι, μοίρασμα του κρέατος από τον παπά σ’ όλο το εκκλησίασμα, συμβολική πράξη ενότητας και συμφιλίωσης όλων των μελών της κοινότητας.

Αυτό το νόημα έχει εξάλλου και η «Αγάπη» με το διεθνιστικό μήνυμά της, ενώ παλαιότερα σ’ αυτή την Ακολουθία γινόταν με τελετουργικό τρόπο και η ανακήρυξη των αδελφοποιτών, που ένωναν το αίμα και τη φιλία τους με όρκο ιερό.

Και βέβαια όλη αυτή η τελετουργία δεν θα μπορούσε παρά να κλείσει με τον κοινό πανηγυρικό χορό όλης της κοινότητας στον αυλόγυρο της εκκλησίας και γύρω απ’ αυτήν, ζώνοντάς την και πάλι –ως σύμβολο του χωριού– με τη δύναμη του προστατευτικού κύκλου:

Σήμερα Χριστός Ανέστη

και  στους ουρανούς ευρέθη,

σήμερα τα παλικάρια

στέκονται σαν τα βλαστάρια.

Όχι σπάνια τον  χορό έπρεπε να τον σύρει ο ίδιος το παπάς (στην Κέρκυρα έχουμε και χορό των παπάδων) με εξίσου ταιριαστά λόγια:

Και στους ουρανούς απάνω γίνεται χορός μεγάλος,

γίνεται χορός και σκόλη και χορεύουν οι Αποστόλοι.

Ο Θωμάς παίζει τη λύρα,  Γιάκωβος την ψαλιτήρα,

σούρν’ ο Πέτρος τον Ανδρία, ο Μαθιός τον Ζαχαρία.

Ενώ στη Μυτιλήνη, πάντα χωρατατζήδες, παραφράζουν το εκκλησιαστικό τροπάριο ψάλλοντας:

Ο άγγελος εβόα κι ο παπάς ευλόγα

τη γίδα την ψημένη και τη χαριτωμένη.

 Ψήσου, γίδα μ’, ψήσου και ροδοκοκκινίσου

να σε ξεκοκαλίσου μ’ έναν κουβά κρασί.

Και, για να κάνει γι’ άλλη μια φορά την εμφάνισή της η αρχαιοελληνική παράδοση, αναπόσπαστο μέρος του πασχαλινού συμποσίου ήταν παιχνίδια, αγωνίσματα και πάνω απ’ όλα οι κούνιες. Όπως και οι αιώρες στα αρχαία Ανθεστήρια, δεμένες συμβολικά σε χλωρό κλωνάρι δέντρου, κουνούσαν και πάλι αποκλειστικά τα νέα κορίτσια σε μια καθαρτήρια τελετή όπου κυριαρχούσε το τραγούδι-επίκληση για την άνοιξη και τη γονιμότητα:

Κουνήσετε τις έμορφες, κουνήστε τις άσπρες,

 κουνήσετε τις λεμονιές που ’ναι ανθούς γεμάτες.

Άραγε, μέσα από ποιες διαδικασίες και ποιες πρωτοβουλίες θα κατορθώσει ο σημερινός Νεοέλληνας να επανασυνδεθεί, πέρα από την εξωτερική-φολκλορική γραφικότητα, με το βαθύτερο ήθος, τις αξίες, τα σύμβολα και τα μηνύματα ζωής όλης αυτής της παράδοσης;

Αυτές τις μέρες, όλοι μας –λίγο ή πολύ, λιγότερο ή περισσότερο συνειδητά– παίρνουμε μέρος σε κάποια από αυτά τα έθιμα και τις τελετουργίες. Κι όσο «εξελιγμένοι» και «σύγχρονοι» κι αν δηλώνουμε, είναι σίγουρο ότι δεν ξεπερνάμε τις βαθύτερες εκείνες ανθρώπινες ανάγκες και αγωνίες που σχετίζονται με τη ζωή και τον θάνατο, την επίκληση του καλού και της γονιμότητας, την αποφυγή του κακού, την επικοινωνία και τη συμφιλίωση με τον διπλανό μας. Αυτό ακριβώς το μήνυμα έρχονται να φέρουν τα ανοιξιάτικα πασχαλινά έθιμα και τραγούδια στους εσωτερικούς μετανάστες των αστικών πολυκατοικιών και σ’ όλους εκείνους που έχουν χάσει πια την αίσθηση των εποχών, καθώς από το χειμώνα περνάμε κατευθείαν στο καλοκαίρι.

Είναι οι τελετές της χαμένης άνοιξης, προσδοκώντας πάντοτε «ανάστασιν νεκρών και ζωήν του μέλλοντος αιώνος»!..