«Αν σε υψώσουμε, τρέχεις στην ταπείνωση. Αν σε ταπεινώσουμε, ανεβάζεις τον εαυτό σου ψηλά».

Ερημίτης. Σχέδιο Ράλλη Κοψίδη.

(Επιμέλεια Στέλιος Κούκος)

Ένας αδελφός από τη Σκήτη, πηγαίνοντας να εργαστεί στον θερισμό, πέρασε από κάποιον μεγάλο γέροντα και τον ρώτησε: «Πες μου, αββά, τι να κάνω τώρα που πηγαίνω στον θερισμό;»

Ο γέροντας του αποκρίθηκε: «Και αν σου πω, θα με ακούσεις;» «Ναι, θα σε ακούσω», είπε ο αδελφός.

«Αν θέλεις να με ακούσεις», συνέχισε ο γέροντας, «παράτησε αυτόν τον θερισμό, γύρισε στο κελλί σου και κάνε πενήντα μέρες τρώγοντας το βράδυ ψωμί και στεγνό αλάτι. Μετά
έλα και θα σου πω τι πρέπει να κάνεις».

Ο αδελφός έφυγε, έκανε όπως προστάχτηκε και μετά τις πενήντα μέρες ξαναπήγε στον γέροντα. Ο γέροντας, βλέποντας ότι είναι αγωνιστής, τον δίδαξε πώς πρέπει να κάθεται στο κελλί του.

Όταν γύρισε στο κελλί του ο αδελφός, έπεσε με το πρόσωπο στη γη τρεις μέρες και έκλαιγε μπροστά στον Θεό.

Στη συνέχεια, οι λογισμοί του έλεγαν: «Έφτασες ψηλά, έγινες σπουδαίος».

Εκείνος έφερνε στον νου του τα σφάλματά του, λέγοντας: «Και πού πήγαν όλες οι αμαρτίες μου;» και τις απαριθμούσε.

Οι λογισμοί τότε άλλαζαν και του έλεγαν: «Έκανες πολλές αμαρτίες και δεν μπορείς να σωθείς».

Αυτός όμως απαντούσε: «Αλλά κάνω λίγες προσευχές στον Θεό και πιστεύω στην ανέκφραστη καλοσύνη του ότι θα με ελεήσει».

Ο αδελφός πολεμήθηκε έτσι και πολέμησε για πολύν καιρό.

Στο τέλος τα πνεύματα νικήθηκαν και του παρουσιάστηκαν αισθητά, λέγοντας: «Μας κατατυράννησες».

«Γιατί;» ρώτησε αυτός.

Εκείνα αποκρίθηκαν: «Αν σε υψώσουμε, τρέχεις στην ταπείνωση. Αν σε ταπεινώσουμε, ανεβάζεις τον εαυτό σου ψηλά».

Τότε αυτός τα επιτίμησε, και έγιναν άφαντα.


 

Από τον «Ευεργετινό», τ. α’, σ. 323-324 , των εκδόσεων, το Περιβόλι της Παναγίας.