Ηλίας: Ένας «αντιπολιτευόμενος» Προφήτης

21 Ιουλίου 2021

Ο Προφήτης Ηλίας

Η αντιπολιτευτική προφητεία του 9ου π.Χ. αιώνα, ο «άνθρωπος του Θεού» και η σχέση του προφήτη με το Δημιουργό του.

Ο προφήτης Ηλίας, «η κρηπίς των προφητών, ο δεύτερος Πρόδρομος της παρουσίας του Χριστού» (Απολυτίκο του Προφήτη Ηλία), όπως αναφέρει η υμνολογία της Ορθοδόξου Εκκλησίας, έζησε και έδρασε κατά τον 9ο π.Χ. αιώνα. Ο 9ος π.Χ. αιώνας βρίσκει το βασίλειο του Ισραήλ υπό την ηγεσία του βασιλιά Αμβρί, ο οποίος κατόρθωσε να επιφέρει στο βασίλειό του πολιτική σταθερότητα, υλική ευημερία και ανάπτυξη υπερασπίζοντάς το από τους γειτονικούς εχθρικούς λαούς. Όμως στο θρησκευτικό τομέα «εποίησεν το πονηρόν ενώπιον του Κυρίου» (Γ’ Βασ. 16,25). Την ίδια τακτική με τον Αμβρί ακολούθησε ο γιος και διάδοχός του Αχαάβ, ο οποίος νυμφεύθηκε την πριγκίπισσα Ιεζάβελ κόρη του βασιλιά των Σιδωνίων και με το γάμο αυτό άνοιξε η δίοδος της λατρείας του Βάαλ και ανοικοδόμησε θυσιαστήριο προς τιμή του (Γ’ Βασ. 16,30-34) πράττοντας «το πονηρόν ενώπιον του Κυρίου» (Γ’ Βασ. 16,25).

HLIAS

Μέσα σε αυτή τη δεινή θρησκευτική παρέκκλιση εμφανίζεται η εξέχουσα φυσιογνωμία του προφήτη Ηλία, ο οποίος καταγόταν από τη Θίσβη και παρουσιάζεται ως επικεφαλής του «θρησκευτικού πολέμου» που ξέσπασε μεταξύ της βασιλικής αυλής και των προφητών του μόνου αληθινού Θεού. Στα βιβλία των Βασιλειών, όπου περιγράφεται η προφητική δράση του Ηλία καταφαίνεται η αποστολή του και κυρίως το γεγονός της πεποίθησης του Ηλία ότι έχει τεθεί στην υπηρεσία του Θεού, τον οποίο υπηρετεί και υπερασπίζεται μέχρι τέλους.

Με την προφητική και κηρυγματική δράση του προφήτη Ηλία και κατόπιν του Ελισαίου, ως μαθητή και διαδόχου του, σηματοδοτείται η εμφάνιση της αντιπολιτευτικής – αντιστασιακής προφητείας του 9ου π.Χ. αιώνα. Οι προφήτες αυτοί και οι ομάδες των προφητών που τους περιστοίχιζαν εμφανίστηκαν ως ανεξάρτητοι χωρίς κρατική κατοχύρωση και αναγνώριση, σε αντίθεση με τους ψευδοπροφήτες της βασιλικής αυλής,  ζώντας ως περιπλανώμενοι και αποκόμιζαν τα προς το ζην είτε κάνοντας θαυματουργίες είτε ασκώντας κάποιο επάγγελμα. Η ανάδειξη του Ηλία στο προφητικό αξίωμα σήμαινε ότι άνθρωποι μη ευγενούς καταγωγής, που προέρχονταν από χαμηλότερα κοινωνικά στρώματα είχαν τη δυνατότητα να αναδειχθούν ως προφήτες του Θεού και να υπερασπιστούν τη θρησκεία. Ο προφήτης Ηλίας, κατόπιν ο Ελισαίος αλλά και ο προφήτης Μιχαίας γιος του Ιεμβλά αποτελούν την απάντηση του Θεού και την αντίσταση των ανθρώπων του προς την οργιαστική λατρεία των προφητών του Βάαλ και της Αστάρτης, οι οποίοι είχαν κατακλύσει το βασίλειο του Ισραήλ.

Θέλοντας ο Ηλίας να δείξει την υπεροχή του Θεού έναντι του Βάαλ και των προφητών του προκάλεσε τον Αχαάβ σε «μάχη» μεταξύ αυτού και των ιερέων του Βάαλ, όταν ο Αχαάβ βγήκε στη χώρα μαζί με τον αρχιοικονόμο του Αβδιού  να αναζητήσουν τον Ηλία . Στο Γ’ Βασ. 18,9 περιγράφεται η σκηνή της συνάντησης του Αβδιού με τον προφήτη Ηλία. Ο Αβδιού ήταν άνθρωπος που φοβόταν το Θεό και αφού προσκύνησε τον άνθρωπο του Θεού, δηλ. τον Ηλία, τον ρώτησε: «τι ημάρτηκα ότι δίδως τον δούλον σου εις χείρας Αχαάβ του θανατώσαι με;» εκδηλώνοντας έτσι το φόβο που είχε επειδή έπρεπε να αναζητήσει τον Ηλία τον άνθρωπο που ο βασιλιάς θεωρούσε ως ταραχοποιό του Ισραήλ.

Ο Αβδιού, ο οποίος μνημονεύεται στο Γ’ Βασ. 18,4 δε θα πρέπει σε καμία περίπτωση να ταυτιστεί με τον προφήτη Αβδιού η Οβδιού το συγγραφέα του ομώνυμου προφητικού βιβλίου, ήταν αυτός που έλαβε τους εκατό προφήτες και τους έκρυψε σε σπήλαια ανά πενήντα για να τους γλιτώσει από τη μανία της Ιεζάβελ, η οποία σκότωνε τους προφήτες του Θεού (Γ’ Βασ. 18,4).

Ο Αχαάβ θεωρούσε τον Ηλία ως «διαστροφέα του ισραηλιτικού λαού» (Γ’ Βασ. 18,17) και ο Ηλίας του απάντησε πως διαστροφέας του λαού ήταν ο ίδιος ο Αχαάβ, ο οποίος εγκατέλειψε το Θεό και ακολούθησε το Βάαλ. Τότε ο Ηλίας προκάλεσε το βασιλιά να συναθροίσει τους προφήτες του Βάαλ, τους οποίους αποκαλεί ως «προφήτας τας αισχύνης» (Γ’ Βασ. 18,19), να προσφέρουν θυσία επικαλούμενοι το θεό τους να ρίξει φωτιά για τη διεξαγωγή της. Αφού απέτυχε η προσπάθεια των προφητών του Βάαλ, ο Ηλίας οικοδόμησε νέο θυσιαστήριο χρησιμοποιώντας δώδεκα λίθους, όσες και οι φυλές του Ισραήλ, έριξε νερό στα ξύλα και στο θυσιαστήριο και με δυνατή φωνή επικαλέστηκε το Θεό να ρίξει φωτιά όπως και έγινε. Τότε ο Ηλίας συνέλαβε τους ιερείς και τους προφήτες του Βάαλ και τους έσφαξε κοντά στο χείμαρρο Κισών (Γ’ Βασ. 18,20-40). Ως άλλος Μωυσής λοιπόν ο Ηλίας ανοικοδόμησε νέο θυσιαστήριο και προσευχήθηκε στο Θεό όπως παλαιότερα ο Μωυσής έσπασε τις δυο πλάκες του νόμου όταν αντίκρισε τους Ισραηλίτες να προσεύχονται στο χρυσό μόσχο και ξανανέβηκε στο όρος Σινά για να παραλάβει το νόμο εκ νέου.

Η «μάχη» αυτή που διεξήχθη στο όρος Κάρμηλος, ήταν στην πραγματικότητα μάχη μεταξύ του Θεού και του Βάαλ, διακύρηξη της παντοδυναμίας και μονοκρατορίας Του και απόδειξη του «ασθενούς των λαοπλάνων δαιμόνων και το του θεού παντοδύναμον» (Θεοδωρήτου Κύρου, P.G. 80,729). Μάλιστα η σφαγή των ψευδοπροφητών από τον προφήτη Ηλία ωφέλησε το λαό, διότι οι ιερείς του Βάαλ συνήθιζαν να θυσιάζουν ακόμα και μικρά παιδιά προς τιμή του θεού τους και η ήττα τους ενώπιον του μόνου αληθινού Θεού είχε ως αποτέλεσμα να «πληρώσουν» με το ίδιο νόμισμα τις βδελυρές τους πράξεις, γι  αυτό το λόγο ο λαός όχι μόνο δεν αγανάκτησε κατά του προφήτη Ηλία αλλά δέχτηκε σιωπηρά τα όσα έπραξε ο Ηλία γι  αυτούς. Αφού «νίκησε» ο Ηλίας προσευχήθηκε στο Θεό και έτσι λύθηκε η ανομβρία (Γ’ Βασ. 18,45-46), την οποία είχε προφητεύσει ως τιμωρία για την αποστασία του Αχαάβ (Γ’ Βασ. 17,1-6). Η προφητεία που αφορούσε την ανομβρία και η λύση της αποτελούσε την τεράστια διαφορά και αντίθεση μεταξύ του Γιαχβέ και του Βάαλ του φοινικικού θεού της βροχής.

Μετά την ήττα των προφητών και των ιερέων του Βάαλ στο όρος Κάρμηλος, ο βασιλιάς Αχαάβ έφυγε λυπημένος με το άρμα του προς την πόλη της Ιεζράελ. Τότε ο Ηλίας παρελήφθη από το χέρι του Θεού και έτρεξε γρηγορότερα από το άρμα του Αχαάβ και βρέθηκε μπροστά του (Γ’ Βασ. 18,45-46). Το δυναμικό αυτό στοιχείο, το χέρι του Θεού, δεν είναι άλλο από το Πνεύμα του Θεού, το δυναμικό φαινόμενο που κάνει τους προφήτες του 10ου και του 9ου π.Χ, αιώνα να περιέρχονται σε έκσταση και να εξέρχεται από τα χείλη τους ο λόγος του Θεού, βασικό χαρακτηριστικό της ισραηλιτικής προφητείας κατά την προκλασική της περίοδο δηλ. κατά το 10ο και το 9ο π.Χ. αιώνα. Το πνεύμα του Θεού, στα ιστορικά βιβλία της Παλαιάς Διαθήκης, είναι αυτό που καθοδηγεί τους χαρισματικούς ηγέτες του Ισραήλ, όπως ο Ιησούς του Ναυή και αποκαλύπτει το λόγο του Θεού στους προφήτες του 10ου και του 9ου π.Χ. αιώνα.

ILIAS_PROPHET_thumb

Έχοντας, ο Ηλίας, φονεύσει τους προφήτες και τους ιερείς του Βάαλ φεύγει έντρομος φοβούμενος την οργή και το θυμό της Ιεζάβελ, με προορισμό τη Βηρσαβεέ και ύστερα από σαράντα ημέρες έφτασε στο όρος Χωρήβ (Γ’  Βασ. 19,1-8). Ο Θεοδώρητος Κύρου θέλοντας να εξηγήσει τη δειλία, στην οποία περιήλθε ο προφήτης Ηλίας αναφέρει ότι ο φόβος αυτός  προήλθε αφενός επειδή ο Ηλίας εκτός από προφήτης ήταν κυρίως άνθρωπος, αφετέρου να μην περιέλθει σε έπαρση λόγω του μεγέθους της θαυματουργίας και χάρη αυτών περιήλθε σε δειλία για να του υπενθυμίζει την ασθενή ανθρώπινη φύση (Θεοδωρήτου Κύρου, P.G. 80,732-733).

Στο όρος Χωρήβ έλαβε χώρα το γεγονός της Θεοφάνειας, της συνάντησης και συνδιαλλαγής του προφήτη με το Θεό. Έχοντας φτάσει στο όρος και παραμένοντας σε μια σπηλιά, ο προφήτης φοβισμένος και απογοητευμένος ζητεί να συναντήσει το Θεό, τότε εμφανίζεται άγγελος Κυρίου και του ανακοινώνει ότι την επομένη ημέρα θα εμφανιστεί ο Θεός προς αυτόν. Έτσι λοιπόν ο Ηλίας έτοιμος να συναντήσει το Θεό ξεσπά ισχυρότατος άνεμος αλλά ο Θεός δεν ήταν εκεί. Κατόπιν γίνεται τρομερός σεισμός, αλλά ούτε εκεί ήταν ο Θεός. Στη συνέχεια ήλθε φωτιά, αλλά ούτε μέσα σε αυτήν ήταν ο Θεός. Στο τέλος είδε το Θεό μέσα σε λεπτή αύρα και τότε συνομίλησαν και ο Θεός του υπέδειξε να χρίσει τα πρόσωπα που του υπέδειξε ως βασιλείς και τον Ελισαίο ως προφήτη και να τον ορίσει διάδοχό του (Γ’  Βασ. 19,9-19).

Η εμφάνιση του Θεού μέσα σε λεπτή αύρα, σε αντίθεση με τον άνεμο, το σεισμό και τη φωτιά αποσκοπεί να καταδείξει στον Ηλία ότι η θρησκεία δεν επιβάλλεται με σκληρά μέσα αλλά με ήπια. Για τον Θεοδώρητο Κύρου ο Θεός αρέσκεται στη μακροθυμία και τη φιλανθρωπία (Θεοδωρήτου Κύρου, P.G. 80,733).

Στο Γ’ Βασ. 17,18 και στο Γ’ Βασ. 17,24 ο προφήτης Ηλίας αναφέρεται ως «άνθρωπος του Θεού». Ο προφητικός αυτός όρος «άνθρωπος του Θεού» απαντάται κυρίας στα βιβλία των Βασιλειών στις διηγήσεις περί Ηλία και Ελισαίου φανερώνοντας έτσι την ιδιαίτερη σχέση που είχαν οι προφήτες αυτοί με το Θεό καθώς και το χάρισμα τους με θεϊκή εξουσία θαυματουργίας. Ο χαρακτηρισμός αυτός, του «ανθρώπου του Θεού», τον φέρνει αντιμέτωπο με το βασιλιά όχι μόνο για τη θρησκευτική παρέκκλιση της Αυλής αλλά και για κοινωνικά ζητήματα κατακρίνοντας το βασιλιά για την αδικία που διέπραξε σκοτώνοντας το Ναβουθαί και άρπαξε τον αμπελώνα του όταν εκείνος αρνήθηκε να του τον πουλήσει (Γ’ Βασ. 20,1-16). Ο Ηλίας συναντώντας το βασιλιά στο δρόμο του επιτέθηκε δριμύτατα λέγοντας του: «ως συ εφόνευσας και εκληρονόμησας, δια τούτο τάδε λέγει Κυριος· εν παντί τόπω, ω έλειξαν αι ύες και οι κύνες το αίμα Ναβουθαί, εκεί λείξουσιν οι κύνες το αίμα σου, και αι πόρναι λούσονται εν τω αίματί σου» (Γ’ Βασ. 20,19).

Έχοντας χρίσει τον Ελισαίο προφήτη και διάδοχό του, γεγονός το οποίο αφενός έγινε κατόπιν υποδείξεως του Θεού: «τον  Ελισαιὲ υιόν Σαφάτ χρίσεις εις προφήτην αντί σου» (Γ’ Βασ. 19,16) αφετέρου η διαδοχή αυτή είναι μοναδική σε ολόκληρη την Παλαιά Διαθήκη, ήρθε η ώρα να αποχωριστεί τον παρόντα κόσμο. Όμως ο Θεός δεν επέτρεψε στον προφήτη Ηλία να γευτεί θάνατο, αλλά τον παρέλαβε αναλαμβάνοντάς τον στους ουρανούς. Έχοντας φθάσει στο τέλος της αποστολής του ο Ηλίας ανακοινώνει στον Ελισαίο ότι θα εκπληρωθεί το αίτημά του, να λάβει δηλ. την ευλογία και χάρη του Ηλία αφού ο Ηλίας αναληφθεί στους ουρανούς. Μάλιστα ο Ελισαίος δεν ήθελε με τίποτα να αποχωριστεί τον Ηλία, αλλά να τον ακολουθήσει ακόμα και στους ουρανούς. Τότε ο Ελισαίος είδε ένα πύρινο άρμα που το έσερναν πύρινοι ίπποι, παρέλαβε τον Ηλία και τον ανεβίβασε στους ουρανούς (Δ’ Βασ. 2,1-11).

Ο Ιερός Χρυσόστομος αναφέρει ότι αυτός που αναλαμβάνει τον προφήτη Ηλία στους ουρανούς είναι ο Υιός και Λόγος του Θεού, ο οποίος λέει στον Ηλία ότι θα τον αναλάβει στους ουρανούς διότι ο Ηλίας δεν μπόρεσε να φέρει αμαρτωλούς στη σωτηρία και γι  αυτό το λόγο θα κατέλθει στη γη ο ίδιος ο Υιός και Λόγος του Θεού για να πραγματοποιήσει το γεγονός της κλήσεως των αμαρτωλών (Ιωάννου Χρυσοστόμου, P.G. 56,586). Από το γεγονός της μεταθέσεως του προφήτου και της αναλήψεώς του στους ουρανούς από τον Υιό και Λόγο του Θεού, ο υμνογράφος της Ορθοδόξου Εκκλησίας λαμβάνει αφορμή να αναγγέλλει μεγαλοφώνως: «ο τον Θεσβίτην Ηλίαν πυρίνω άρματι, από της γης οικτίρμον, μεταθέμενος Λόγε» (Στιχηρό Προσόμοιο του Εσπερινού της εορτής του Προφήτη Ηλία).