
Τριγυρνώ στον παιδικό κήπο της γειτονιάς,
ξέρω τους κρυψώνες,
εδώ κάθε βράδυ παίζουμε χωστό,
ακούονται οι παιδικές φωνές στα κλαριά των δέντρων,
τα λουλουδάκια σκύβουν το κεφάλι,
τα ξεκουφάναμε,
τελειώνει το ένα αρχίζει το άλλο,
η μπάλα χοροπηδά μαζί μας,
οι κούνιες ξετρελάθηκαν,
οπότε ξεπετάγεται από το Φλάτρο ο στρατιώτης σκοπός,
σκονισμένος φοβισμένος,
άρχισαν να βάλλουν οι απέναντι,
ο χότζας από το μιναρέ μεγαφωνεί,
κλικ κλικ, ακούγεται το μαγνητόφωνο,
αν ήταν τουλάχιστο κοντά του Τζιυρκού,
αν ήταν κοντά οι ακτές της Κερύνειας,
του άι Γιώργη και του Επίκτητου,
εκεί στην καλύβη του Σκάρου,
να βουτήξω μια κι έξω,
να μην ακούω να μη βλέπω τα αίματα των παιδιών μου,
των φίλων και συμμαθητών,
τα περιστέρια κάθονται για λίγο στα κεραμίδια,
κατεβαίνουν στο νερό,
πνιγόμαστε,
ούτε περιστέρια σε λίγο θα μας μείνουν ούτε νερό,
σφίγγουμε τα δόντια τις γροθιές,
ένας τεράστιος ογκόλιθος φουσκώνει και βαραίνει,
το χρέος το χρέος
κι ας δεν συνειδητοποιήσαμε ποτέ
πόσα πολλά δανειστήκαμε.
Ω πολλά μισηθείσα χειρωναξία!
Ω, ΠΟΛΛΑ ΜΙΣΗΘΕΙΣΑ ΧΕΙΡΩΝΑΞΙΑ! (Αισχύλου, ΠΡΟΜΗΘΕΥΣ ΔΕΣΜΩΤΗΣ) Από πολλά μέρη της Πατρίδας μας, ακούμε τα τελευταία χρόνια, συνεχείς εκκλήσεις για ανεύρεση εργατικών χεριών. Τέτοια χέρια δεν υπάρχουν για να καλύψουν τη ζήτηση και τις ανάγκες. Κατέστη είδος εν …..πλήρει ανεπαρκεία! Ούτε θα υπάρξουν στο μέλλον. Οι ανάγκες θα καλύπτονται, ως ένα βαθμό, με την εισαγωγή […]