Θείος έρως και θείος πόθος
Η ρητορική του Χρυσοστόμου εγείρει στον ακροατή τον άκρατο πόθο να σπάσει τα επίγεια δεσμά του και ανέλθει εις τους ουρανούς δίπλα στον Θεό Πατέρα. Έτσι αυτή η ανάγκη για πνευματική ανύψωση αποκτά έναν αυστηρά καταγγελτικό χαρακτήρα έναντι του ηθικού ξεπεσμού των πιστών εκείνης της εποχής. Γι’ αυτό κατά τον Χρυσόστομο η προσκόλληση του ανθρώπου στα επίγεια δεσμά και τα παιχνιδίσματα της σάρκας βαραίνουν την ψυχή και έτσι η τελευταία χάνει την δύναμη της να πετάξει.
Παρά την παιδαγωγική εφαρμογή του φόβου στην ζωή μας, εκπλήσσει η ανάδειξη το θείου έρωτα ως την κορυφή της πνευματικής τελείωσης του χριστιανού. Ο πόθος για την βασιλεία του Θεού εμπεριέχει έναν έμμεσο ωφελιμισμό και αδυνατεί να περιγράψει το βάθος και την πληρότητα των συναισθημάτων που γεννιούνται στον άνθρωπο από τον πόθο του θείου έρωτα. Ο θείος έρως, όπως και ο επίγειος ανάμεσα στα δύο φύλα, αποτελεί ένα άκρατο πάθος που εφορμεί στα βάθη της ψυχής και την κατακλύζει, κάνοντας την να αδιαφορεί για τα πάντα αναζητώντας εν αγωνιωδώς το άλλο της μισό.

Ο ιερός Πατήρ, ως άριστος τεχνίτης της γλώσσας, σκιαγραφεί μια αυτοκρατορική εικόνα του θείου έρωτος έτσι ώστε προκαλώντας την έκπληξη στο νου του ακροατή να αποτυπωθεί αρτιότερα στην ψυχή του.[1] Ο προκύπτων έρως, από το θρησκευτικό βίωμα, κατακλύζει το σύνολο των ομιλιών του Πατρός. Η ψυχή τραυματίζεται βαθιά από την έλξη που ασκεί πάνω της το θείο κάλλος, το οποίο τεκμηριώνεται με την χρήση των κατάλληλων βιβλικών χωρίων.
Το θείο κάλλος διαποτίζει ολόκληρη την ιστορία της θείας οικονομίας και φανερώνεται στις διάφορες θεοφάνειες. Ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος συνδέει τις αγιογραφικές εικόνες που αποκαλύπτουν την εσχατολογική δόξα με τον ερχομό της θείας βασιλείας στους ανθρώπινους οφθαλμούς με την έννοια του θείου κάλλους, όπως αντλείται από την πλατωνική διδασκαλία.[2] Η διδασκαλία του Πλάτωνα περί του θείου έρωτα, συναντάται βασικά σε δύο από τους διαλόγους του: τον Φαίδρο και το Συμπόσιον.[3] Ο Πλάτωνας εκεί παρουσιάζει τον έρωτα ως έναν υποστατικό φτερωτό θεό που έχει μία επικουρική δράση για τους θεούς του Ολύμπου και μεσάζει μεταξύ αυτών και των ανθρώπων. Τρία είναι τα βασικά γνωρίσματα του θείου κάλλους, όπως αυτά εντοπίζονται στην χρυσοστόμια διδασκαλία:
- Το θείο κάλλος είναι αμετάβλητο, άφθαρτο και ανθίζει διαρκώς.
- Το θείο κάλλος είναι αιώνιο σε σχέση με την χρονικότητα και την μεταβλητότητα του αισθητού κόσμου.
- Το θείο κάλλος είναι ακαταμάχητο.
Αφού διατρέξουμε την εργογραφία του Χρυσοστόμου και αναλύσουμε την ρητορική του, θα ενοποιήσουμε τα δύο αυτά στοιχεία για να μπορέσουμε να κατανοήσουμε την σκέψη του Πατρός περί του θείου έρωτος, όπως προκύπτει από την όραση του άφατου θείου κάλλους. Μέσα στο βάθος ολόκληρης της πνευματικής και ασκητικής ζωής βρίσκεται ο διαρκής πόθος του ανθρώπου προς τον Θεό και η ανάγκη ενώσεώς του με εκείνον, και έτσι να καταφέρει να αποδεσμευτεί από τα φθοροποιά δεσμά της επίγειας σαρκικής ζωής.
Συμπεράσματα
Ο Χρυσόστομος υπήρξε ο κορυφαίος εκφραστής της εν Χριστώ ζωής. Κατάφερε να αποδώσει στην πεζότητα της επίγειας ζωής ένα νόημα, το οποίο προσέδωσε τα χαμένα θεία φτερά στον πεπτωκότα άνθρωπο. Υπήρξε ένας ποιμένας που κατάφερε να εισάγει μέσα στον λαβύρινθο του αστικού ιστού την εσωτερική γαλήνη του ορθόδοξου ασκητισμού. Εκείνος που όρισε εκ νέου την έννοια του πλούτου μέσα στις ψυχές των πιστών του. Προσπάθησε να γίνει ο ίδιος του ως ζών παράδειγμα το φιτίλι που θα ανάψει στο πληγωμένο είναι του ανθρώπου τον θείο έρωτα που προκύπτει από την θέαση του απέραντου θείου κάλλους. Ο λόγος των κηρυγμάτων του Χρυσοστόμου πέτυχε να ανεβάσει τα επίγεια στον ουρανό, όπου θα αναπαυτούν δίπλα στον Δημιουργό. Ένας άπαυστος εργάτης του Χριστιανισμού, ο οποίος ήταν ένας πλάστης χριστιανικών συνειδήσεων. Ο ιερός Χρυσόστομος ήταν ένας άοκνος επαναστάτης του Χριστιανισμού και ένας αρχαίος Έλλην ανήρ ενδεδυμένος χριστιανικά. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι έδωσε ένα νέο θείο νόημα στο σκοτάδι του εκπεσμένου τώρα και υπήρξε καθόλα την διάρκεια της ζωής του ένας κοινωνικός φιλόσοφος σαν ένας άλλος Σωκράτης, που στηλίτευσε τα κακώς κείμενα της εποχής του.
Διαβάστε ολόκληρη τη μελέτη εδώ
Παραπομπές:
[1]Βλ. Μποζίνης, «Φαίδρος 243ε-257β στην ρητορική του Ιωάννου του Χρυσοστόμου («…μαίνομαι μανίαν σωφροσύνης βελτίονα»)», σ. 669.
[2]Ό.π., σ. 673, ο συγγραφέας παρουσιάζει την ενδιαφέρουσα άποψη ότι ο Χρυσόστομος χρησιμοποίησε και εμπνεύστηκε από τον μεγάλο φιλόσοφο της κλασικής εποχής.