Προσβάσιμη σελίδα

Η διαχρονικότητα της Ελληνικής Παράδοσης στο χώρο της Ορθόδοξης Λατρείας και Ποίησης

(Από την  Αρχαία Τραγωδία στη Θ. Λειτουργία, στον Ακάθιστο Ύμνο

                           και  στο Άξιον Εστί του Οδ. Ελύτη)

Μια διευκρίνιση:

Η διαπραγμάτευση του θέματος, όπως γίνεται κατανοητό από το τίτλο,  έχει δυο πυλώνες: την αρχαία ελληνική γραμματεία και τη βυζαντινή υμνογραφία. Νομίζω πως έτσι, δηλαδή στηριζόμενοι στους δυο αυτούς πυλώνες  μπορούμε να αξιοποιήσουμε τη σοφία των προγόνων μας και να διδαχθούμε από την πίστη των πατέρων μας.

Στόχος μου είναι:

Να καταδείξω τη συνέχεια και τη συνέπεια της ελληνικής παράδοσης, της μιας και ενιαίας ελληνικής παράδοσης..

Εισαγωγή

Η διαχρονικότητα της Ελληνικής Παράδοσης είναι ένα πολύ μεγάλο θέμα, που δεν μπορεί φυσικά να εξαντληθεί μέσα στα στενά πλαίσια μιας ομιλίας, αλλά θα διαλέξω μόνο μια πλευρά, τη θεατρική , για να τονίσω ακριβώς αυτή τη διάσταση.

Πολλοί, ντόπιοι και ξένοι,  γνωρίζουν  το μεγάλο  επίτευγμα της αρχαίας ελληνικής σκέψης του 5ου αιώνα π.Χ., που λέγεται αρχαία ελληνική τραγωδία. Πρέπει όμως να τονίσουμε ότι η αρχαία τραγωδία δεν διασώθηκε στο σύνολό της στα νεώτερα χρόνια, αλλά διασπάστηκε  «εις τα εξ ων συνετέθη». Έτσι το σύγχρονο  θέατρο  διασώζει   μόνο τα διαλογικά, ενώ τα χορικά αντικαταστάθηκαν από τα διαλείμματα. Από τα λυρικά πάλι μέρη της αρχαίας ελληνικής τραγωδίας προέκυψαν πολλά νεώτερα θεατρικά είδη, όπως η όπερα, η οπερέτα, η παντομίμα κλπ.

Εδώ πρέπει να κάνουμε μια παρένθεση και να πούμε λίγα πράγματα για την όπερα και την οπερέτα. Πολλοί υποστηρίζουν ότι η όπερα, δηλαδή  το μελόδραμα,   κατάγεται από τα Θρησκευτικά δράματα του 15ου αιώνα. Σύμφωνα με άλλους μελετητές  αποτελεί εξέλιξη των χορικών της αρχαίας Ελλάδας.  Η όπερα   αποτέλεσε ουσιαστικά μια προσπάθεια μίμησης του κλασικού αρχαίου ελληνικού δράματος, και κυρίως του μουσικού θεάτρου, στα πλαίσια μιας ευρύτερης προσπάθειας αναβίωσης της αρχαιότητας κατά την περίοδο της Αναγέννησης.

Οι ελαφρές όπερες μικρής διάρκειας λέγονται οπερέτες. Οι μουσικές κωμωδίες του 20ου αιώνα (μιούζικαλ ) προήλθαν από τις οπερέτες του 19ου αιώνα.

Το είδος της όπερας που έκανε παγκόσμια γνωστό τον Μότσαρτ είναι η κωμική όπερα. Η ιταλική όπερα  ήταν μια χοντροκομμένη φάρσα με διάφορα επεισόδια. Η ελληνική οπερέτα θεωρήθηκε από μερικούς ως εξέλιξη του προηγηθέντος κωμειδυλλίου.   Η οπερέτα είναι ένα είδος πολύ πιο σύνθετο από το κωμειδύλλιο. Διαθέτει, ορχηστρική μουσική, χορωδιακά μέρη, άριες, ντουέτα, μπαλέτα κλπ. Γενικά όπερα και οπερέτα είναι είδη του μουσικού θεάτρου.

Οι πατέρες της  εκκλησίας, Μ. Βασίλειος και Ι. Χρυσόστομος κ.α., γνώριζαν τη δομή της αρχαίας τραγωδίας και τη διέσωσαν μέσα στη Θεία λειτουργία. Η ίδια δομή υπάρχει και στον Ακάθιστο Ύμνο (τους Χαιρετισμούς), όπως και στο Άξιον εστί του Ελύτη. Είναι πράγματι καταπληκτική αυτή η διαχρονικότητα  του ελληνικής παράδοσης. Είναι αξιοθαύμαστο πώς θεατρικά στοιχεία της αρχαιότητας διασώζονται και σε βυζαντινά και σε νεώτερα γραπτά μνημεία.  Αυτό το στόχο έβαλε αυτή η μικρή εργασία. Να αναδείξει αυτά τα στοιχεία και να αισθανθούμε χαρά και υπερηφάνεια γι αυτά τα επιτεύγματα της ελληνικής σκέψης. Ας ξεκινήσουμε από την αρχαία ελληνική τραγωδία.

 Α. Η Αρχαία Ελληνική Τραγωδία

 Και πρώτα πρώτα τι είναι τραγωδία.  Κατά τον Αριστοτέλη: «Έστιν ουν τραγωδία μίμησις πράξεως σπουδαίας και τελείας, μέγεθος εχούσης, ηδυσμένω λόγω, χωρίς εκάστω των ειδών εν τοις μορίοις, δρώντων και ου δι’ απαγγελίας, δι’ ελέου και φόβου περαίνουσα την των τοιούτων παθημάτων κάθαρσιν».

Με τα πιο πάνω λόγια ο Αριστοτέλης έδωσε τον ορισμό της Τραγωδίας στην Ποιητική του. Τραγωδία είναι «μίμησις» δηλαδή αναπαράσταση μιας υπόθεσης, που είναι «σπουδαία» δηλαδή σοβαρή, «τελεία» δηλαδή  με αρχή, μέση και τέλος, όπως το Έπος. Όσο για το «μέγεθος»,  εννοεί ότι αναφέρεται σε γεγονότα μιας ημέρας μόνο, ενώ όσα γίνονταν πίσω από την σκηνή και μακριά από τη σκηνή  καλύπτονταν από αφηγήσεις των εξαγγέλων και αγγέλων. «Ηδυσμένω λόγω χωρίς εκάστω των ειδών εν τοις μορίοις» δηλαδή υπάρχει μέτρο, αρμονία και μέλος  στα διάφορα μέρη από τα οποία αποτελείται. Τα μέρη της Τραγωδίας πρέπει να είναι χωρίς (χωρισμένα), γιατί τα μεν διαλογικά μέρη ολοκληρώνονται μόνο με μέτρο, τα δε χορικά και με μέλος (τραγούδι). Ακόμα «δρώντων και ου δι απαγγελίας», δηλαδή  η αναπαράσταση δε γίνεται με απαγγελία, όπως το Έπος, αλλά με πρόσωπα που συγχρόνως μιλάνε και δρουν μπροστά στους θεατές για να προξενήσουν τον ελεον και τον φόβον του θεατή. Έλεος είναι  οίκτος που αισθάνεται κανείς για κείνον που άδικα πάσχει και  φόβος  ο φόβος που αισθάνεται ο ίδιος για τον εαυτό του

Τα χαρακτηριστικά  τώρα της αρχαίας τραγωδίας είναι: ο μύθος (υπόθεση), το ήθος (οι χαρακτήρες των ηρώων), η λέξις (το λεκτικό μέρος των λεγομένων), η διάνοια (το ιδεολογικό μέρος των λεγομένων), μελοποιία (το μουσικό μέρος των λεγομένων), όψις (σκηνικά και κουστούμια).

Η αρχαία ελληνική τραγωδία είναι μια σύνθεση της επικής και λυρικής ποίησης, περιέχει δηλαδή και επικά και λυρικά στοιχεία. Τα επικά στοιχεία  είναι τα διαλογικά μέρη ή επεισόδια, τα οποία είναι μεν ποιητικά κείμενα της ιαμβικής ποίησης αλλά περιέχουν τη δράση, δηλαδή την εξέλιξη της υπόθεσης και αναφέρονται σε κάποιο επεισόδιο της υπόθεσης. Τα  λυρικά στοιχεία είναι και αυτά ποιητικά κείμενα της λυρικής όμως ποίησης αλλά δεν περιέχουν δράση, ούτε εξέλιξη αλλά στασιμότητα και γι’ αυτό ονομάζονται  στάσιμα. Τα στάσιμα λέγονται και χορικά, γιατί τραγουδιούνται και χορεύονται από ένα σύνολο ηθοποιών, το χορό. Σ’ αυτά ο χορός ως εκπρόσωπος της κοινής γνώμης  σχολιάζει, εξυμνεί και γενικότερα  εκφράζει τα συναισθήματά του για  τα  γεγονότα που διαδραματίζονται επί της σκηνής.

Τα επεισόδια και τα χορικά τραγωδίας παρουσιάζονται εναλλάξ  κι έτσι συνήθως έχουμε ένα  επεισόδιο και  ένα χορικό. Αυτή η εναλλαγή  γίνεται τρεις έως πέντε φορές κι έτσι έχουμε τρία έως πέντε επεισόδια και τρία έως πέντε χορικά εναλλάξ. Αυτά αποτελούν το Κύριο Μέρος της τραγωδίας. Μπορεί να  υπάρχει και Πρόλογος, που λέγεται Πάροδος, ο οποίος ήταν στην αρχή ένα ακόμη χορικό ή αργότερα  ένα ακόμη επεισόδιο, ενώ ο  Επίλογος που λέγεται Έξοδος, ήταν το τελευταίο επεισόδιο ή χορικό.

Ας ακούσουμε ένα απόσπασμα από την Αντιγόνη του Σοφοκλή (τέλος Προλόγου και αρχή α΄ χορικού  (Παρόδου) από την Αντιγόνη του  Σοφοκλή κατά σκηνοθεσία Γ. Τζαβέλλα το 1961 με ηθοποιούς την Ειρήνη Παπά και τον Μάνο Κατράκη (Δίσκος 06΄.30΄΄ έως 09΄.00΄΄) =

 

Β. Η Θεία Λειτουργία

Δεύτερη διευκρίνιση:

Η αναφορά μας στα θεατρικά στοιχεία της Θ. Λειτουργίας δεν έχει στόχο να την απογυμνώσει από το μυστηριακό της χαρακτήρα και να την παρουσιάσει  σαν ένα θεατρικό είδος. Αντίθετα θέλουμε να δείξουμε πώς οι πατέρες της εκκλησίας, άριστοι κάτοχοι της αρχαίας ελληνικής γραμματείας, χρησιμοποίησαν δεδομένα πολιτιστικά στοιχεία του αρχαίου ελληνικού θεάτρου, για να παρουσιάσουν τη νέα χριστιανική πίστη με τρόπο παραστατικότερο. Ας δούμε όμως για λίγο την ιστορική διαδρομή των θρησκευτικών δραμάτων σε Δύση και Ανατολή:

            Το θρησκευτικό θέατρο, τα γνωστά «μυστήρια» της Δύσης του 10ου και 13ου αι. οι δυτικοί τα παρέλαβαν από τους Βυζαντινούς, όπως από τον Γρηγόριο τον Ναζιανζηνό που έγραψε το δράμα «Ο Χριστός πάσχων» παίρνοντας στίχους από αρχαίες τραγωδίες. Ακόμη γράφτηκαν δράματα για τη Γέννηση του Χριστού ή  για τους «Τρεις Παίδες εν καμίνω». Επίσης η «Βυζαντινή Σκηνοθετική Διάταξις των Παθών του Χριστού» είναι ένα εκτενέστατο δράμα με ένδεκα πράξεις που διασώθηκε σε  χειρόγραφο του 13ου αι.

Επειδή όμως με την επίδραση των Καθολικών γίνονταν πολλές εκτροπές στις αυλές των εκκλησιών, όπου δίνονταν αυτές οι παραστάσεις των θρησκευτικών δραμάτων από τη μια,   και από την άλλη για το φόβο των Τούρκων μετά την άλωση

της Κωνσταντινούπολης  πολλά θρησκευτικά δρώμενα ενσωματώθηκαν με τις θείες ακολουθίες, όπως για παράδειγμα ο Επιτάφιος της Μ. Παρασκευής.

Οι πατέρες της εκκλησίας δεν αντιγράφουν δουλικά αλλά εμπνέονται δημιουργικά από τη μορφή της αρχαίας τραγωδίας. Η αρχαία τραγωδία έδωσε το «μορφικό τύπο»,  το πλούσιο και κατάλληλο εκφραστικό ένδυμα. Η εκκλησία έβαλε στο όλο Λειτουργικό Γεγονός, το ζωοποιό πνεύμα.  Έτσι υπάρχουν προφανείς ομοιότητες ανάμεσα στην αρχαία και την ορθόδοξη λατρεία, όπως:

 Έχουμε τους λειτουργούς ιερείς σαν τους αρχαίους «υποκριτές», δηλαδή «ηθοποιούς» όχι με τη σημασία του θεατρινίσκου αλλά του ηθοπλάστου (ποιώ+ήθος). Οι ιερείς στη Θεία Λειτουργία   προάγουν την υπόθεση με τις δεήσεις και τα δρώμενα. Πρόκειται για το Θείο Δράμα, δηλαδή τη σωτήρια πορεία της ανθρώπινης παρουσίας του Ιησού Χριστού με αποκορύφωμα τη Σταύρωση και την Ανάσταση.

Οι δύο χοροί των ψαλτών (δεξιός και αριστερός) μας θυμίζουν τα δύο αρχαία ημιχόρια. Έχουμε την αγία Τράπεζα αντί της αρχαίας θυμέλης (και του βωμού γενικότερα) και  το τέμπλο της Ωραίας Πύλης  αντί του κτίσματος με τις εισόδους πίσω από τη σκηνή, όπως στο θέατρο του Ηρώδου του Αττικού.

Η ύψωση των χεριών του ιερέα στο «ανω σχώμεν τας καρδίας» προέρχεται από τη λατρεία του αρχαίου κόσμου (χαιρετισμός του ανατέλλοντος θεού Ηλίου). Το ίδιο θα μπορούσαμε να πούμε και για   τα θυμιάματα και το νίψιμο των χεριών.

Η εκκλησιαστική υμνογραφία αντλεί από την αρχαία Ελλάδα πολλά στοιχεία, όπως τους  οκτώ ήχους. Υπάρχει αντιστοιχία της εκκλησιαστικής βυζαντινής υμνογραφίας  σε αρχαιοελληνικούς στίχους π.χ.

Το «στέργειν μεν ημάς ως ακίνδυνον φόβω» του Κανόνα των Χριστουγέννων αντιστοιχεί με το «λέγουσι δ’  ημάς ως ακίνδυνον βίον» από τη Μήδεια του Ευριπίδη στιχ. 248, αλλά και πολλοί άλλοι στίχοι.

            Τώρα πιο συγκεκριμένα σύμφωνα με τον αριστοτελικό ορισμό  υπάρχουν οι εξής ομοιότητες:

  1. «Μίμησις πράξεως..» ο ιερέας λέγει «μεμνημένοι τοίνυν …». Πρόκειται για μια πράξη, ένα γεγονός που γίνεται «προς ανάμνησιν» της λυτρωτικής πορείας του Χριστού, που συνοψίζεται στην παράδοση της Θ. Ευχαριστίας με τη μορφή του Μυστικού Δείπνου.
  2. «Πράξις σπουδαίας και τελείας»: στη Θ. Λειτουργία έχουμε περιληπτική αλλά ολοκληρωμένη την έκφραση της Θείας Οικονομίας (με αρχή, μέση και τέλος, δηλαδή Γέννηση, Θάνατο και Ανάσταση του Κυρίου). «Ήνυσται το της σης οικονομίας μυστήριον»  λέγει ο Μ. Βασίλειος. Πρόκειται για την υπόθεση του Θείου Δράματος.
  3. «Ηδυσμένω λόγω χωρίς εκάστω των ειδών εν τοις μορίοις»: στη Θ. Λειτουργία έχουμε άλλα μέρη με ρυθμικά μέτρα και άλλα με μουσική, δηλαδή  την έμμελη ανάγνωση των Αναγνωσμάτων και το προσήκον μέλος και  αρμονία στα ψαλλόμενα μέρη.
  4. «Δρώντων και ου δι απαγγελίας»: Δρώντα στη Θ. Λειτουργία είναι όλα τα δρώμενα από τους ιερείς και  όλες οι λειτουργικές κινήσεις που γίνονται σε όλη τη διάρκεια της.
  5. «Δι ελέου και φόβου περαίνουσα την των τοιούτων παθημάτων κάθαρσιν» Στη Θ. Λειτουργία  γίνεται πολλές φορές λόγος για τον έλεον, όπως  «έλεον ειρήνης», και «έσται τα ελέη του μεγάλου Θεού», και στα   πολλά «Κύριε ελέησον». Το «μετά φόβου Θεού πίστεως και αγάπης» είναι η πρόσκληση στη Θ. Κοινωνία προς «μέθεξιν», δηλαδή «κάθαρσιν».

Επομένως όλα τα στοιχεία της αρχαίας τραγωδίας τα συναντούμε και στη Θεία Λειτουργία. Έχουμε και εδώ μύθο, την υπόθεση  του Θείου Δράματος, ήθος, τη φιλάνθρωπη αγάπη του Ιησού,  λέξη, το λόγο στα αναγνώσματα και τους ψαλμούς, μέλος τη βυζαντινή μουσική που συνοδεύει τα τροπάρια και τα αναγνώσματα,  διάνοια,  όλο το νόημα της ενσάρκωσης και της ανάστασης του Χριστού και όψη, τα ενδύματα των ιερέων και των ψαλτών. Φυσικά υπάρχει μεγάλη διαφορά ανάμεσα στην αρχαία τραγωδία και τη Θεία Λειτουργία ως προς το νόημα και το περιεχόμενό τους.

Το δραματικό στοιχείο έγκειται στην αναπαράσταση ανθρώπων με έντονες ψυχικές διακυμάνσεις, ενώ το τραγικό στοιχείο στην αναπαράσταση ανθρώπων με συγκρούσεις που έχουν τραγική κατάληξη, δηλαδή τον θάνατο. Η μη τραγική κατάληξη αποτελεί καινοτομία για τα δεδομένα της τραγωδίας. Στον Προμηθέα Δεσμώτη αργοπεθαίνει ο κλέφτης των θεών, ο Προμηθέας, στην Αντιγόνη του Σοφοκλή πεθαίνει η Αντιγόνη , στην Ιφιγένεια εν Αυλίδι του Ευριπίδη, πηγαίνει προς θυσία αλλά τελικά δεν θυσιάζεται η Ιφιγένεια.  Το τραγικό στοιχείο εμπεριέχει και το δραματικό, διότι η τραγική κατάληξη είναι απόρροια συγκρούσεων και έντονων ψυχικών διακυμάνσεων. Η πορεία του Θεανθρώπου επί της γης είναι μια δραματική πορεία  με τραγική κατάληξη, αφού στην ουσία είναι πορεία προς τη θυσία. Στην τραγωδία έχουμε το ανθρώπινο δράμα, ενώ στην εκκλησία το Θείο Δράμα.

Τα Δρώμενα  της Θ. Λειτουργίας αρχίζουν από την Προσκομιδή, που αντιστοιχεί στον Πρόλογο της αρχαίας τραγωδίας, όπου ετοιμάζεται ο «προς θυσίαν αμνός του Θεού». Συνεχίζεται με τη μικρή έξοδο του Ευαγγελίου, που αναπαριστά τη θριαμβική πορεία του Ιησού, όπως την ημέρα των Βαϊων, και ακολουθεί η μεγάλη έξοδος με τη μεταφορά των τιμίων δώρων από την Προσκομιδή στην Αγία Τράπεζα, η οποία αναπαριστά τη σταυρική πορεία του Ιησού.  Στην Αγία Τράπεζα, η οποία συμβολίζει το Γολγοθά, γίνεται  η θυσία του Αμνού, την ώρα που οι πιστοί «υμνούν, ευλογούν και ευχαριστούν» για τη μεγάλη  θυσία του Ιησού Χριστού.

   Η προετοιμασία του «αμνού» στην προσκομιδή, οι δεήσεις, οι παρακλήσεις, τα αναγνώσματα, η θυσία του αμνού στην Αγία Τράπεζα  είναι  τα δρώμενα από τους ιερείς και αντιστοιχούν με αυτά που γίνονται στα επεισόδια της αρχαίας τραγωδίας από τους ηθοποιούς, ενώ παρεμβάλλονται  και ύμνοι από το χορό των ιεροψαλτών αντίστοιχα με τα χορικά άσματα της αρχαίας τραγωδίας. Η Θ. Λειτουργία βέβαια είναι ένα μυστήριο, γιατί σ’  αυτήν ο Χριστός, «ο μελιζόμενος και μη διαιρούμενος, ο αναλισκόμενος και μηδέποτε δαπανώμενος», κάθε φορά θυσιάζεται και προσφέρεται «εις βρώσιν και εις σωτηρίαν των πιστών».

Στὸ μυστικὸ δεῖπνο ὁ Χριστὸς ἀφοῦ πρόσφερε στοὺς μαθητές Του τὸ ἅγιο σῶμα Του καὶ τὸ τίμιο αἷμα Του, τοὺς ἔδωσε τὴν ἐντολή να επαναλαμβάνουν αυτό το γεγονός.   Ἡ θεία Εὐχαριστία  εἶναι ἡ μυστηριακὴ ἐπέκταση τοῦ μυστικοῦ δείπνου. Δὲν εἶναι όμως μια τυπικὴ ἐπανάληψή του ἀλλὰ τὸ ἴδιο τὸ μυστικὸ δεῖπνο, διότι εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Χριστός, ὁ ὁποῖος προσφέρει καὶ προσφέρεται.

Ας ακούσουμε από τη Θ. Λειτουργία το πιο μυσταγωγικό μέρος: (Θ. Λειτουργία με τον αρχιεπίσκοπο Χριστόδουλο στον Ι. Ν. Αναλήψεως του Βόλου στην τελευταία του Θ. Λειτουργία: 02.12΄. 28΄΄ έως 02.14΄.39΄΄) = 02΄. 11΄΄

Η  διαχρονική όμως παρουσία της ελληνικής παράδοσης δεν εξαντλείται μόνο στην  αρχαία και  Ορθόδοξη λατρεία αλλά επεκτείνεται σε όλους τους τομείς της καλλιτεχνικής έκφρασης των Ελλήνων και κυρίως στο ναό. Εκεί συναντιούνται όλες οι  τέχνες, αρχιτεκτονική, τοιχοποιία, ψηφιδωτό, ζωγραφική, υμνογραφία, υμνολογία κλπ. Οι τέχνες αυτές στο στήσιμο ενός ναού βρίσκουν την αποθέωσή τους και την κορυφαία έκφραση. Εκεί συναντιέται το παλιό, αρχαιοελληνικό, με το νέο, το χριστιανικό, εκεί παντρεύεται η ευθύγραμμη αρχαιοελληνική λογική με την καμπυλόγραμμη βυζαντινή συναισθηματική. Τα αρχαιοελληνικά πρότυπα παντρεύονται με τα ανατολίτικα  συριακά για να δώσουν ένα σύνολο που δεν κυριαρχεί μόνο η λογική της ευθείας αλλά και το συναίσθημα της Ανατολής. Εκεί αποδεικνύεται, όπως πολύ καλά μπορεί να μας το αναπτύξει ο κ. Παπάγγελος, που είναι  ειδικός βυζαντινός αρχαιολόγος, ότι η βυζαντινή τέχνη όχι μόνο δεν περιφρόνησε την αρχαία ελληνική αλλά την αξιοποίησε στο έπακρο. Εμείς θα αναφέρουμε μερικά στοιχεία ενδεικτικά, όπως:

  1. Οι ρυθμοί της πρώτης ναοδομίας της ορθόδοξης εκκλησίας αλλά και οι άλλες τέχνες της εκκλησίας  επηρεάστηκαν από την αρχαία ελληνική λατρεία.
  2. Οι χριστιανικές βασιλικές με τους κίονες και τα κιονόκρανα (κορινθιακά και ιωνικά), τα επιστύλια, οι κόγχες του ιερού αντιγράφουν και συνεχίζουν τις κιονοστήρικτες δρομικές ελληνιστικές και ρωμαϊκές βασιλικές, στις οποίες η κόγχη χρησίμευε για τη θέση του ρήτορα ή δικαστού.
  3. Τα αετώματα και οι ζωφόροι που βλέπουμε σε βυζαντινούς ναούς π.χ. Γοργοεπήκοο και Καπνικαρέα, Παναγία Χαλκέων κλπ. οφείλονται στην αρχαία ναοδομή.
  4. Η πλύση του Διονύσου ως βρέφους από δυο γυναίκες (όπως έχουμε σε σαρκοφάγους και ψηφιδωτά) υπήρξε πρότυπο γνωστής παράστασης του λουτρού του θείου βρέφους στην εικονογράφηση της Γέννησης του Χριστού.

Η Θ. Λειτουργία μας φέρνει στο νου δυο άλλα θεατρικά έργα, τη Θυσία του Αβραάμ του Βιντζέντζου Κορνάρου και τον Προμηθέα Δεσμώτη του Αισχύλου.

Ο Αβραάμ είναι ο Θεός πατέρας που αποφασίζει να θυσιάσει τον μονογενή Υιόν του, τον Ισαάκ, ο οποίος με το γαϊδούρι  φορτωμένο με  ξύλα ανεβαίνει τον ανηφορικό δρόμο του βουνού, όπου θα θυσιαστεί, όπως ο Χριστός σηκώνοντας στον ώμο του μόνος του το ξύλο του Σταυρού του ανεβαίνει το δρόμο του Γολγοθά, όπου θα σταυρωθεί και θα θυσιαστεί για τη σωτηρία του ανθρωπίνου γένους. Πρόκειται για ανθρώπινο δράμα «εις προτύπωσιν του Θείου Δράματος».

Ο Προμηθέας Δεσμώτης του Αισχύλου είναι ο θεός που έκλεψε από τους θεούς τη φωτιά, η οποία  απετέλεσε τη αιτία της δημιουργίας του τεχνικού πολιτισμού, και την έδωσε στους ανθρώπους αλλά τιμωρήθηκε γι’  αυτό με το να σταυρωθεί στον Καύκασο. Εκεί έχουμε το θεό Προμηθέα, που για την αγάπη του προς τους ανθρώπους τιμωρήθηκε με σταύρωση, εδώ έχουμε το Χριστό, ο οποίος  από αγάπη προς στους ανθρώπους  ήρθε στη γη, για να σταυρωθεί αλλά και  για να μας φέρει την ανάσταση και να μας σώσει από τον θάνατο.

Συμπέρασμα

Συμπεραίνουμε ότι τα αρχαιοελληνικά κατάλοιπα που συναντούμε στην ορθόδοξη ελληνική λατρεία χρησιμοποιήθηκαν κατά τους πατέρες της εκκλησίας ως προδρομικά στοιχεία για να προετοιμάσουν τη νέα διδασκαλία του Χριστού, Είναι η «θύραθεν σοφία». Κι  αυτό διότι κατά τον Πλάτωνα (Πολιτεία 516,13) και κατά τον Μ. Βασίλειο, «όπως τον ήλιο δεν μπορούμε να τον δούμε κατάματα αλλά μόνο το είδωλό του μέσα στο νερό», έτσι και οι αρχαίοι έλληνες συγγραφείς δεν μπορούσαν να δουν την Αλήθεια κατά πρόσωπο, αλλά  μόνο «εν εσόπτρω» κατά την έκφραση του Απ. Παύλου. Οι αρχαίοι συγγραφείς και καλλιτέχνες  προετοίμασαν την έλευση του νέου χριστιανικού πνεύματος. Οι κάποιες ομοιότητες με την αρχαία λατρεία έγιναν από την Πρόνοια του Θεού για να διευκολύνουν τους πρώην ειδωλολάτρες να δεχτούν τον Χριστιανισμό ως προοδευτικό επακόλουθο του αρχαίου κόσμου,  όπως η πομπή του πέπλου της Αθηνάς στα Παναθήναια ή ο θρήνος για το νεκρό Άδωνη. Οι τελετές αυτές προμηνούσαν το θρήνο και την περιφορά του Επιταφίου και  τη χαρά της Ανάστασης. Οι έλληνες σοφοί προετοίμασαν την έλευση του φωτός και αφότου ήλθε το Φως του κόσμου, «ο Ήλιος της δικαιοσύνης»,  χάθηκαν τα λυχνάρια  των αρχαίων ελλήνων σοφών και ζούμε τώρα πλέον στο άπλετο φως της Αναστάσεως.

 

Γ. Ο Ακάθιστος Ύμνος

Ο Ακάθιστος Ύμνος είναι ένας ύμνος προς την Παναγία, ο οποίος είχε γραφεί πριν  από την πολιορκία της Κωνσταντινούπολης από τους Αβάρους το 626 μ. Χ. Τότε όμως τον έψαλλαν όλη τη νύχτα όρθιοι χωρίς να καθίσουν μαζί με  τον πατριάρχη Σέργιο και έτσι μπόρεσαν  να σωθούν από την πολιορκία των Αβάρων. Από τότε λοιπόν καθιερώθηκε να ψέλνεται  με κάθε επισημότητα, γιατί απέδωσαν τη διάσωσή τους στη βοήθεια της Παναγίας, της Υπερμάχου Στρατηγού.

Για τον Ακάθιστο Ύμνο έχει αρθρογραφήσει και ο εκλεκτός συνάδελφος κ. Ιωάννης Σαμαράς στο 10ο τεύχος του Παγχαλκιδικού (Ιανουάριος- Μάρτιος 2012), αλλά εδώ θα ασχοληθούμε  με το θέμα αυτό από άλλη σκοπιά.

Πρόκειται για ένα ποίημα  αποτελούμενο από 24 στροφές, που λέγονται οίκοι. Ο οίκος και το κοντάκιο στην εκκλησιαστική ποίηση είναι  τροπάρια που αναφέρονται στο βίο του εορταζόμενου αγίου ή σε κάποιο σημαντικό γεγονός. Στην περίπτωση του Ακάθιστου Ύμνου υπάρχει ένα κοντάκιο, «Τη υπερμάχω στρατηγώ τα νικητήρια», που αποτελεί το Προοίμιον του Ύμνου, και οι 24 οίκοι, που αποτελούν  το Κύριο Μέρος του Ύμνου.

Ας ακούσουμε το Προοίμιο του Ακάθ. Ύμνου (Τη Υπερμάχω Στρατηγώ…01΄.30΄΄)

Οι οίκοι εμφανίζονται με αλφαβητική σειρά π.χ. ο α΄ οίκος αρχίζει από Α  (Άγγελος πρωτοστάτης), ο β΄ οίκος από Β  (Βλέπουσα η Αγία),  ο γ΄ από Γ (Γνώσιν άγνωστον) κλπ. Οι μονοί οίκοι (1ος,3ος,5ος κλπ) συνοδεύονται από στίχους που αρχίζουν με το «χαίρε», και γι’ αυτό λέγονται χαιρετισμοί, οι οποίοι είναι τόσο εντυπωσιακοί ώστε έδωσαν και το όνομα στην όλη ακολουθία. Οι ζυγοί οίκοι (2ος,4ος,6ος κλπ.) συνοδεύονται από το αλληλούια.

Το όλο ποίημα χωρίζεται σε 4 στάσεις. Κάθε στάση περιέχει 6 οίκους με τους αντίστοιχους χαιρετισμούς και τα αλληλούια (4Χ6=24) και έτσι έχουμε 24 τροπάρια, όσα και τα γράμματα της αλφαβήτα. Ψέλνεται κάθε Παρασκευή και μία στάση, ενώ την πέμπτη Παρασκευή ψέλνεται όλος ο Ακάθιστος Ύμνος. Έτσι στην  Α΄ Στάση (οίκοι Α-Ζ) υμνολογείται ο ευαγγελισμός της Θεοτόκου, στη Β΄ Στάση (οίκοι Η-Μ) υμνολογείται η γέννηση του Κυρίου, η φυγή του Κυρίου στην Αίγυπτο και η Υπαπαντή του Κυρίου. Στην Γ΄ Στάση (οίκοι Ν-Σ) υμνολογείται η ενσάρκωση του Κυρίου, ο οποίος ανακαίνισε τη φύση. Στην Δ΄ Στάση (Τ-Ω) υμνολογείται η Παναγία, η οποία υπήρξε «η γέφυρα η  μετάγουσα τους εκ γης προς ουρανόν».  Βλέπουμε δηλαδή κι εδώ να εξελίσσεται το Θείο Δράμα αρχής αρχομένης από τον Ευαγγελισμό της Θεοτόκου και προχωρεί μέχρι την Υπαπαντή, για να τελειώσει και πάλι με ύμνους στην Υπεραγία Θεοτόκο.

Περιττό να πω ότι ο Ακάθιστος Ύμνος είναι ένα θησαυροφυλάκιο ποιητικών σχημάτων και καλολογικών στοιχείων με παρομοιώσεις, εικόνες, περιφράσεις, αντιθέσεις, συνηχήσεις, σύνθετα, ομοιοκαταληξίες κλπ. όπως διαπιστώνει κανείς από την πρώτη ματιά.

 Ας ακούσουμε από τη Α΄ Στάση του Ακάθιστου Ύμνου τον α΄ οίκο με τα χαίρε (Ακάθιστος Ύμνος (Χαιρετισμοί)  00΄.45΄΄- 04΄.05΄΄). = 3.20΄΄

Μετά από όλα αυτά φαίνεται καθαρά η σχέση του Ακάθιστου  Ύμνου με τη θεατρική οικονομία της αρχαίας τραγωδίας. Οι οίκοι, όπου εκτυλίσσεται η υπόθεση του μύθου, δηλαδή ο ερχομός της Παναγίας και η σωτήρια ενσάρκωση και πορεία του Θεανθρώπου, αντιστοιχούν στα επεισόδια της αρχαίας τραγωδίας, ενώ οι χαιρετισμοί της Παναγίας, που  ψέλνονται από τον ιερέα και όχι από το χορό, αντιστοιχούν στα λυρικά μέρη της τραγωδίας, διότι αυτά αποτελούν ύμνο στην Παναγία και σ’  αυτά δεν εξελίσσεται ο μύθος. Ύμνος στην Παναγία είναι και ο Κανόνας του Ακάθιστου Ύμνου «Ανοίξω το στόμα μου». Όλα τα τροπάρια του  Κανόνα αυτού  ψέλνονται από τους δύο χορούς  σε  κάθε στάση και αντιστοιχούν στα χορικά άσματα της τραγωδίας.

Aς ακούσουμε το α΄ τροπάριο αυτού του Κανόνα:

( Ανοίξω το στόμα μου και πληρωθήσεται πνεύματος …00. 00.40΄΄). = 00΄. 40΄΄

Ακούστε τώρα και το ιβ΄ άσμα από τα Πάθη του Άξιον Εστί του Ελύτη: (Ανοίγω το στόμα μου κι αναγαλλιάζει το πέλαγος…00.10΄΄- 02΄..18΄΄) = 02΄..08 σελ.68 και βγάλτε μόνοι σας τα συμπεράσματα:

 

Δ.  Το Άξιον εστί του Οδυσσέα Ελύτη

Ο ποιητής εμπνέεται από το μεγαλειώδες έπος του 1940 και τις οδυνηρές εμπειρίες του ελληνικού λαού κατά την Κατοχή. Δεν αντιμετωπίζει όμως το θέμα ιστορικά αλλά διαχρονικά. Καταγράφει και βιώνει την ιστορία του ελληνικού λαού και του ανθρώπου κατ’  επέκταση σε μια πορεία μέσα στο χρόνο. Ο στόχος του ποιητή είναι να δείξει την ενότητα της ελληνικής ιστορίας και παράδοσης χρησιμοποιώντας μορφές λόγου, αντιλήψεις και αρχιτεκτονικές δομές από όλο  το πλάτος και το μήκος της αρχαίας ελληνικής δημιουργίας (τραγωδίας, λυρικής ποίησης), της βυζαντινής δημιουργίας (υμνογραφίας, Αγίας Γραφής και Θείας Λειτουργίας) και της νεοελληνικής δημιουργίας (Παπαδιαμάντη, Μακρυγιάννη και Δημοτικό Τραγούδι).

Στο σημείο αυτό πρέπει να τονίσω την εξαιρετική Ανάλυση του Άξιον εστί του Ελύτη από τον Τάσο Λιγνάδη, από την οποία παίρνουμε και τα στοιχεία.  Για τη μορφολογία του ποιήματος διαβάζουμε στο έργο του Τάσου Λιγνάδη

«Το Άξιον Εστί απηχεί ενσυνείδητα τη διάρθρωση μιας Θείας λειτουργίας. Ό όλος σχηματισμός της Ακολουθίας του Ακάθιστου Ύμνου χαρακτηρίζει το σχέδιο και την αρχιτεκτονική αντίληψη του ποιήματος. Αλλά πέραν του συγκεκριμένου σχεδίου το ποίημα παρακολουθεί κατά βήμα τη συμβολική ιεροπραξία της Θ. Λειτουργίας. Δοξολογία στη γέννηση του Υιού του Ανθρώπου, ο θρήνος των παθών του αμνού «του αίροντος την αμαρτίαν του κόσμου» και  ο αναστάσιμος ύμνος της αθανασίας του κόσμου.

Η «θεατρική» δραματοποίηση παρατηρείται και στα κείμενα του ποιήματος, όπως στο ύφος των κειμένων της Παλαιάς Διαθήκης (Γένεσις, Ψαλμοί), στην έντονη παρουσία των Ευαγγελίων (Αναγνώσματα) και στην εκκλησιαστική υμνολογία (Άσματα και Μεγαλυνάριον).

«Ως προς την δραματουργική αντίληψη της συνθέσεως δεν θα ήταν άκαιρος ένας συσχετισμός με την αρχαία τραγωδία. Υπάρχει ο Πρόλογος (Γένεσις), που μας εισάγει στο θέμα. Υπάρχουν τα Επεισόδια (Αναγνώσματα), τα Στάσιμα (Άσματα), η Μονωδία ή Κομμός (Ψαλμοί) και μία λυρική Έξοδος (Δοξαστικόν) που αποτελεί και την κάθαρση των Παθών».

Πιο συγκεκριμένα: Το Άξιον Εστί του Ελύτη περιέχει τρία μέρη:

  1. Τή Γένεση, που είναι ο Πρόλογος ή Προοίμιο, και αποτελείται από 7 ύμνους που αντιστοιχούν στις 7 ημέρες δημιουργίας του κόσμου της Παλαιάς Διαθήκης.

 Ας ακούσουμε από το δίσκο του ΜΙΚΗ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗ:  το ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ ΤΟΥ ΟΔ. ΕΛΥΤΗ (εκτέλεση 1977 με Γρηγ. Μπιθικώτση και Μάνο Κατράκη)  1.  ΓΕΝΕΣΗ: 3η ημέρα δημιουργίας της θάλασσας, των  νησιών κλπ.  σελ. 16. (Δίσκος  02΄.30΄΄ – 05’.00’’ = 2΄.30΄΄)

  1. Τα Πάθη, που είναι το Κύριο Μέρος, χωρίζονται σε τρεις ενότητες και κάθε ενότητα σε τρεις υποενότητες με αναγνώσματα, ψαλμούς και άσματα.

Τα αναγνώσματα είναι τα επεισόδια της  αρχαίας τραγωδίας, όπου εκτυλίσσονται τα πάθη του ελληνικού λαού και αποτελεί το εθνικό κομμάτι της υπόθεσης.   Ας ακούσουμε  από τον παραπάνω δίσκο :   

 ΠΑΘΗ: Α΄ Ενότητα, Ανάγνωσμα  Α’ : Πορεία  Μέτωπο σελ. 30.

Δίσκος 10’.00΄΄ – 11΄.56΄΄ = (02΄.00΄΄)

Οι  ψαλμοί  αντιστοιχούν στις μονωδίες και στους κομμούς της αρχαίας τραγωδίας και αποτελούν το ατομικό κομμάτι της τραγωδίας. Ας ακούσουμε  από τον παραπάνω δίσκο :  από τα  ΠΑΘΗ: Α΄ Ενότητα, ψαλμός Α’ : Ιδού εγώ …  σελ. 27 Δίσκος 07΄.30΄΄ – 08΄.30΄΄ = (01΄.00΄΄)  

Τα άσματα αντιστοιχούν στα στάσιμα της αρχαίας τραγωδίας και αποτελούν το ομαδικό – χορικό κομμάτι της τραγωδίας.

Ας ακούσουμε  από τον παραπάνω δίσκο:

  ΠΑΘΗ: Γ΄ Ενότητα, άσμα ι΄ Της αγάπης αίματα…  σελ. 61.

Δίσκος 37΄.40΄΄ – 39.΄30΄΄ = (1΄.50’’)

  1. Το Δοξαστικόν, που είναι ο Επίλογος ή η Έξοδος, αποτελείται και αυτό από τρεις ενότητες και από τρεις υποενότητες με  οίκους και χαιρετισμούς.

Ας ακούσουμε  από τον παραπάνω δίσκο  έναν οίκο και τους χαιρετισμούς:

ΔΟΞΑΣΤΙΚΟΝ: Α΄ οίκος Άξιον εστί το φως και η πρώτη…  σελ. 73. 

Δίσκος 54΄.00’’- 56΄.40΄΄ =  (02΄.40΄΄) 

 ΔΟΞΑΣΤΙΚΟΝ: Χαιρετισμοί:  Χαίρε η καιομένη…  σελ.76.

Δίσκος 01.01΄.10΄΄- 01.03.15΄΄΄ =  (02΄.05΄΄)   

Υπάρχουν επομένως και  επικά στοιχεία που είναι τα Αναγνώσματα του ποιήματος, αντίστοιχα με  τα αναγνώσματα της Θ. Λειτουργίας, και τα λυρικά στοιχεία  που είναι οι  ψαλμοί και τα άσματα, αντίστοιχα  με τους  ψαλμούς και τα άσματα της Θ. Λειτουργίας.

Συγκρινόμενο με την εκκλησιαστική υμνογραφία έχει ως προς τη μορφολογία τη δομή της Θείας λειτουργίας και ως προς το σχέδιο την αρχιτεκτονική του Ακάθιστου Ύμνου. Συγκεκριμένα η Γένεση και οι ψαλμοί του Άξιον Εστί του Ελύτη μας παραπέμπουν στην Παλαιά Διαθήκη, τα Αναγνώσματα στο Ευαγγέλιο,   οι οίκοι του Δοξαστικού στους οίκους του Ακάθιστου Ύμνου, τα «χαίρε» του Δοξαστικού στα πολλά «χαίρε» των χαιρετισμών της Παναγίας, ενώ η ίδια η  επωνυμία «Άξιον εστί είναι παρμένη από το «άξιον εστίν ως αληθώς μακαρίζειν σε την Θεοτόκον … κλπ» της Παναγίας αλλά και των εγκωμίων.

Ας ακούσουμε τώρα και το «Άξιον εστί..» που ψέλνεται στη Θ. Λειτουργία μετά το «Σε υμνούμεν..» του Κωνστ. Πρίγγου, σε σπαθάριον μέλος, από τον πρωτοψάλτη τους Ι. Ν. της του Θεού Σοφίας Χαρίλαο Ταλιαδώρο.

Θαυμαστή είναι και η γλωσσοπλαστική ικανότητα του Ελύτη, οποίος έχει την αίσθηση της αδιαίρετης ελληνικής γλώσσας από τον Όμηρο έως σήμερα με την επιλογή αρχαίων λέξεων ακόμη και ομηρικών, όπως   ερεβοκτόνος, ερεβομανής, με τη δημιουργία λέξεων πάνω σε αρχαία πρότυπα, όπως ανδροβάδιστα κατά το θεοβάδιστα, εαροσύνη κατά το δικαιοσύνη. Το πιο εντυπωσιακό όμως είναι το ότι χρησιμοποιεί ομηρικές λέξεις δίπλα στις λέξεις της καθημερινής κουβέντας με αποτέλεσμα τις μεν ομηρικές λέξεις να  τις ξανανιώνει, ενώ τις λέξεις της καθημερινής κουβέντας να τις υψώνει σε ένα ανώτερο επίπεδο.

            Ο Ελύτης μιμείται την  γλωσσοπλαστική ικανότητα που έχουν  οι υμνογράφοι της εκκλησιαστικής ποίησης, όταν για παράδειγμα υμνολογούν την Παναγία:

Μεγάλος Παρακλητικός Κανόνας:

 «Χρυσοπλοκώτατε πύργε και δωδεκάτειχε πόλις,

ηλιοστάλακτε θρόνε καθέδρα του βασιλέως».

Αντίστοιχα στο Άξιον Εστί (Δοξαστικόν)  του Ελύτη:

Χαίρε η Ονειροτόκος, χαίρε η Πελαγινή

Χαίρε η Αγκυροφόρος και η  Πενταστέρινη

(όπως ακούσαμε προηγουμένως)

Συμπεράσματα

Από την αρχαία λατρεία

Χαρακτηριστικό της διονυσιακής λατρείας είναι η  ζωή, η οποία υμνείται με την αναγέννηση φυτών, ζώων και ανθρώπων και συντελείται με τα όργανα της γονιμότητας. Αυτά υμνούνται κατά κόρο με έναν χυδαίο τρόπο συντελώντας στην ψυχική εκτόνωση των ανθρώπων ύστερα από την καταπίεση της κοινωνίας. Ο καρπός της αμπέλου, το κρασί, που είναι ευλογημένο από το θεό Διόνυσο πίνεται σε μεγάλες ποσότητες και έτσι παίρνουν μέσα τους τον θεό Διόνυσο, δηλαδή «ενθουσιάζονται».  Με το γερό αυτό μεθύσι «εκστασιάζονται», φτάνουν δηλαδή στην «έκσταση» που είναι ο σκοπός της διονυσιακής λατρείας. Από αυτές όμως τις οργιαστικές εκδηλώσεις,  μέσα σ’ αυτήν την κόπρο άνθισε ένα ωραιότατο λουλούδι που λέγεται αρχαία ελληνική τραγωδία.

Οι αρχαίοι πήραν κάποια γεγονότα από  σημαντικά πρόσωπα μυθολογικών κύκλων, τα ανέβασαν στο θέατρο για να διδάξουν στους ανθρώπους τη νομιμότητα και την ευσέβεια. Αυτή είναι η καλλιτεχνική ολοκλήρωση των οργιαστικών διονυσιακών εκδηλώσεων. Σ’ αυτή τη σοφία έφτασαν οι πρόγονοί μας.

Από τη χριστιανική λατρεία

            Στη χριστιανική λατρεία έχουμε κάποια αντιστοιχία αλλά με εντελώς διαφορετικό περιεχόμενο. Οι πατέρες της εκκλησίας γνωρίζοντας αυτή τη σοφία των προγόνων μας την αξιοποίησαν κατάλληλα και την έδωσαν άλλο νόημα, χριστιανικό. Καθιέρωσαν τις ιερές ακολουθίες και τα μυστήρια,  τα οποία έχουν θεατρικά στοιχεία από την αρχαιότητα, για να παρουσιάσουν τη σωτήρια πορεία του Χριστού μέσα στον κόσμο.

            Τα θεατρικά αυτά στοιχεία τα παρατηρούμε στον Ακάθιστο Ύμνο, ο οποίος περιγράφει ποιητικά τον ερχομό της Παναγίας και την πορεία του Χριστού επί της γης. Η κατεξοχήν όμως λατρεία γίνεται με τη Θεία Λειτουργία, όπου  ο Ιησούς Χριστός μετουσιώνει τον καρπό της αμπέλου και του σίτου σε αίμα και σάρκα του, τα οποία μεταλαμβάνουν οι πιστοί και δεν «εκστασιάζονται» αλλά «θεώνονται», παίρνουν δηλαδή το θεό μέσα τους και φτάνουν όχι στην «έκσταση» αλλά στη «θέωση». Αντί για οργιαστικές εκδηλώσεις και πράξεις μεθυσμένων ανθρώπων, έχουμε τους καρπούς του Αγίου Πνεύματος, την αγάπη, την υπομονή, την ελπίδα, την πίστη κλπ.

Να λοιπόν που και εδώ γίνεται λόγος για ζωή, αλλά μια ζωή με άλλη διάσταση, τη διάσταση της αιωνιότητας. Οι αρχαίοι πίστευαν στη ζωή και την αναγέννηση της φύσης, ενώ οι χριστιανοί πιστεύουν στη ζωή, την αιώνιο ζωή, και στην ανακαίνιση της φύσης, που έφερε ο Χριστός με την Ανάστασή του.  Πρόκειται για δύο εντελώς διαφορετικά πράγματα ως προς το περιεχόμενο. Απλώς οι πατέρες της εκκλησίας αξιοποίησαν τη ελληνική θεατρική παράδοση για να δώσουν ένα νέο περιεχόμενο στη χριστιανική λατρεία.  Έτσι δεν είναι καθόλου παράξενο πώς η Θεία Λειτουργία διατήρησε πολλά θεατρικά στοιχεία της αρχαίας τραγωδίας και διαιώνισε τις θεατρικές αντιλήψεις των αρχαίων. Γι’ αυτό μιλάμε για διαχρονικότητα του ελληνικού θεάτρου.

Με πολύ εκφραστικό και παραστατικό τρόπο ο νομπελίστας ποιητής, Οδυσσέας Ελύτης, κατόρθωσε μέσα σε ένα ποίημα να εξυμνήσει τα δεινά του ελληνικού λαού την εποχή του 1940 – 44, τα οποία τα ανήγαγε σε δεινά όλων των ανθρώπων και τα απέδωσε με  θεατρικό τρόπο, παρμένο από την ορθόδοξη λατρεία. Η ευτυχής συγκυρία της μουσικής επένδυσης με την αξεπέραστη μουσική του Μίκη Θεοδωράκη έδωσε στο ποίημα όχι μόνο πανελλήνια αλλά παγκόσμια εμβέλεια.

Από όλα αυτά έγινε φανερό ότι υπάρχει μια συνέπεια και μια συνέχεια ιστορική, φυλετική και πολιτισμική στην ελληνική θεατρική παράδοση. Τα αρχαία πολιτιστικά στοιχεία π.χ. στη γλώσσα, το  θέατρο και την τέχνη διασώθηκαν μέσω του Βυζαντίου στα νεότερα ελληνικά χρόνια. Αυτήν τη διαχρονικότητα της ελληνικής πολιτιστικής μας παράδοσης  είναι που εμείς τη ζούμε ασυνείδητα, ενώ οι ξένοι τη μελετούν ενσυνείδητα. Είναι καιρός όμως να τη συνειδητοποιήσουμε, να στηριχτούμε σ’  αυτήν και να μεγαλουργήσουμε κι εμείς όπως οι πρόγονοί μας. Σας ευχαριστώ για την υπομονή που είχατε και με ακούσατε.

Πρόσφατες
δημοσιεύσεις
Η διεύθυνση του βυζαντινού χορού ως αποτύπωση της προφορικότητας-παρασήμανσης
Νέα Mουσική Έκδοση του 2ου Τόμου της Θείας Λειτουργίας του Θεόδωρου Πέτσι (Theodhor Peci) Μουσικοδιδασκάλου και Πρωτοψάλτου της Βυζαντινής Μουσικής
«Παντάνασσα Πανύμνητε», ήχ. πλ. α΄, Θεοτοκίο Πολυελέου «Δούλοι Κύριον» (Πέτρου Πελοποννησίου †1777)
«Άξιον εστίν», Νικολάου Νεοχωρίτου ήχ. πλ. α΄ (Βατοπαιδινός Χορός)
«Μυστικῶς εἶ Θεοτόκε παράδεισος», Παρθενίου Βατοπαιδινού (Χορός Βατοπαιδινός)