Προξενιές, αρραβωνιάσματα και γάμοι στη Μακεδονική Παράδοση

15 Ιανουαρίου 2022
Το Γαρέφι της Πέλλας στέκει άγρυπνος φρουρός στα βόρεια σύνορα της πατρίδας μας ανάμεσα στα Μακεδονικά βουνά και την χώρα των Σκοπίων. Οι κάτοικοί του, αρχέγονοι ντόπιοι Μακεδόνες με γνήσιο Ελληνικό φρόνημα έδωσαν το παρόν σε όλους τους αγώνες του Έθνους για την ελευθερία και την Ελληνορθόδοξη ταυτότητα. Η πρόσφατη ιστορία του σημαδεύτηκε από τον ηρωικό θάνατο του θρυλικού Μακεδονομάχου Κώστα Γαρέφη από τις Μηλιές Βόλου, ο οποίος σκοτώθηκε στο βουνό Μπογγκτάιντσα στον ορεινό όγκο που συνδέει τις κορυφές του Βόρρα και της Τζένας. Έκτοτε το παλαιό Τσερνέσοβο μετονομάστηκε σε Γαρέφι. Ωστόσο ελάχιστα πράγματα άλλαξαν στον τρόπο ζωής των κατοίκων στο διάβα του χρόνου, με αποτέλεσμα το ακριτικό αυτό μέρος της Ελλάδος να διασώζει ζωντανή μία πλουσιότατη πολιτισμική παράδοση, αυτή των Μακεδόνων της Αλμωπίας. Μοναδικοί στο είδος, στο άκουσμα και στο μέτρο τους χοροί, τραγούδια, παραδόσεις, ήθη και έθιμα για τη ζωή και τον θάνατο, αυθεντική κοινωνικότητα και ανθρωπιά, λεβεντιά και φιλοξενία. Η καταγραφή αυτών είναι μία σιωπηλή ωδή στη μνήμη όσων έφυγαν από αυτή τη ζωή, διατήρησαν όμως και παρέδωσαν άσβεστη την φλόγα της στις επόμενες γενιές. 
Προξενιές – αρραβωνιάσματα – γάμοι
Από τις πιο σημαντικές εκδηλώσεις στην ζωή μας είναι οι γάμοι. Στα χωριά αποτελεί γεγονός. Αρχίζει η δημιουργία μιας νέας οικογένειας. Δύο νέοι ενώνουν την ζωή τους, γίνονται ένα για να συνδημιουργήσουν καινούργιες ζωές· φτιάχνουν καινούργιο σπιτικό, καινούργια εστία.
Οι εμπειρίες από τα σοβαρά γεγονότα της ζωής , που είναι δεμένα με την ζωή, την πορεία της, τις εκδηλώσεις και όλα τα γεγονότα μέχρι την κοίμηση του ανθρώπου, είναι συνυφασμένα με τα ήθη και τα έθιμα που χαρακτηρίζουν την κοινωνία της κοινότητας.
Τα αρραβωνιάσματα, οι γάμοι, η γέννηση, ο θάνατος είναι γεγονότα που αφορούν το σύνολο της μικρής κοινωνίας του χωριού και γενικά την κοινωνία.
Για να φτάσουν στο σημείο της συνδημιουργίας ένας νέος και μια νέα, έχουν προηγηθεί άλλα σημαντικά και ενδιαφέροντα γεγονότα. Την εποχή που ήμασταν εμείς μικροί, δηλαδή την δεκαετία του 1950, η γνωριμία των νέων για να δημιουργήσουν οικογένεια, δεν γίνονταν όπως σήμερα, με το φλερτ, τις εξόδους, τους παθιασμένους έρωτες, τις προγαμιαίες σχέσεις, τον πιθανό γάμο και την εύκολη διάλυσή του «λόγω ασυμφωνίας χαρακτήρων».
Τότε, στις βόλτες στον κεντρικό δρόμο, στους χορούς, στα πανηγύρια και σε διάφορες συγκεντρώσεις, εύρισκαν την ευκαιρία να προσέξουν ο ένας τον άλλο. Φευγαλέες ματιές με νόημα, κοκκίνισμα προσώπου, αμηχανία στην συνάντηση, μπέρδεμα στα λόγια, συστολή και γενικά αλλαγή της συμπεριφοράς, έδειχναν σημεία ενδιαφέροντος. Όμως συναντήσεις και σχέσεις δεν ήταν καθιερωμένες. Όταν αποτολμούσαν μερικοί να παρασπονδήσουν, δημιουργούσαν δυσάρεστες καταστάσεις στις οικογένειες. Έτσι ήταν τα ήθη, τότε. Αν το παλληκάρι πίστευε ότι υπάρχει σχετικό ενδιαφέρον, το συζητούσε και με τους γονείς του για να προχωρήσει στην επισημοποίηση του ενδιαφέροντος. Οι γονείς συγκατατίθενται συνήθως, αλλά υπήρχαν περιπτώσεις ενστάσεων για προσωπικούς λόγους και δημιουργούσαν προβλήματα στα παιδιά, μερικές φορές σοβαρά. Εάν υπήρχε και γονική συγκατάθεση άρχιζε το προξενιό. Ένα πρόσωπο, κοινής αποδοχής κατά κανόνα από τις δύο οικογένειες, αναλάμβανε τον ρόλο του προξενητή. Γνωστοποιούσε το ενδιαφέρον του παλληκαριού στην οικογένεια της κόρης. Αν υπήρχε συγκατάθεση και από την μεριά της κοπελιάς, τότε άρχιζαν οι συζητήσεις περί «υποχρεώσεων», τουτέστιν περί προίκας. Εκφράζονταν οι απαιτήσεις των μεν και των δε, που μεταφέρονταν από τον προξενητή. Όλη η διαδικασία γινόταν τη νύχτα και μυστικά. Το πρόβλημα ήταν τα σκυλιά της γειτονιάς και του σπιτιού, που πρόδιδαν τις κινήσεις. Παίρνονταν κατά το δυνατόν οι προφυλάξεις. Μετά από αρκετά σούρτα – φέρτα του προξενητή, και εφόσον συμφωνούσαν οι γονείς στον τομέα αυτό, γιατί αυτοί θα αναλάμβαναν τις υποχρεώσεις, προχωρούσαν στον αρραβώνα, ενώ όριζαν και την πιθανή ημερομηνία του γάμου.
Στον αρραβώνα αλλάζουν βέρες, γίνονται γλέντια και χαρές και ανταλλάσσονται δώρα. Από τα πιο συνηθισμένα δώρα του γαμπρού στη νύφη ήταν οι χρυσές ντούμπλες. Κάθε ντούμπλα αποτελούνταν από χρυσό δύο λιρών και τις έκαμναν λεπτότερες από τις λίρες με διάμετρο νομίζω τεσσάρων εκατοστών. Τις κρεμούσαν επίσης σε χρυσή και φαρδιά αλυσίδα. Ανάλογα με την οικονομική κατάσταση του γαμπρού μπορεί να ήταν μία , τρεις ή πέντε οι ντούμπλες και τις φορούσε σαν κολιέ η νύφη, της οποίας ήταν πλέον ιδιοκτησία. Ο αριθμός των νομισμάτων ήταν δείκτης πλούτου του γαμπρού, ο οποίος και καμάρωνε γι αυτό. Οι ντούμπλες θεωρούνταν σαν κάτι «ιερό» και τις φορούσαν μόνο Κυριακές και γιορτές στην Εκκλησία και τους χορούς και σε οποιαδήποτε άλλη επίσημη στιγμή. Τις ρευστοποιούσαν μόνο σε ειδικές και σοβαρές ανάγκες. Τέτοιες ανάγκες θεωρούνταν, κυρίως, προβλήματα υγείας καθώς και η αγορά ζευγαριού για όργωμα ή κτίσιμο σπιτιού και γενικά όπου η εισφορά τους στο νοικοκυριό ήταν καίρια. Αλλιώς τα φορούσαν δια βίου οι γυναίκες, αποτελούσαν οικογενειακό κειμήλιο και τα έκαμναν δώρο, από αγάπη, στις θυγατέρες ή τις νύφες. Στον γαμπρό δώριζαν, συνήθως, καρφίτσα χρυσή που αποτελούνταν από τρεις λίρες ειδικά δεμένες. Είχε αντίστοιχη αποστολή. Τα συμπεθέρια αντάλλαζαν πουκάμισα, κάλτσες μάλλινες πλεκτές πολύχρωμες, ποδιές υφαντές πολύχρωμα κεντημένες με μάλλινες ή μεταξωτές κλωστές που θύμιζαν έργα τέχνης, τσεμπέρια, μαντήλες και μαντήλια, παπούτσια και άλλα είδη δώρων. Ειδικά στο προξενητή του δωρίζανε, από μέρους του γαμπρού, ένα ζευγάρι παπούτσια για να καλύψουν “την φθορά των παπουτσιών” από τις διαδρομές που έκανε στο προξενιό και για την επιτυχία του. Οι ντούμπλες συνδυάζονταν με τα παραδοσιακά μακριά φουστάνια και κολάκευαν ιδιαίτερα τις γυναίκες.
Μετά από κάποιο χρονικό διάστημα που το όριζαν οι ανάγκες των γονιών, σειρά είχε ο γάμος. Αποτελούσε γεγονός για όλους τους κατοίκους του χωριού και ήταν η επιθυμία κάθε γονιού που είχε νέο και ακόμη περισσότερο γι αυτούς που είχαν κόρη ή κόρες. Οι προετοιμασίες άρχιζαν από νωρίς, σχεδόν αμέσως μετά τον αρραβώνα. Άρχιζε με την προετοιμασία της προίκας. Κουβέρτες, φλοκάτες, κιλίμια, χαλιά, διάδρομοι, σεντόνια, μαξιλάρια, κουρτίνες, ό,τι έχει σχέση με νοικοκυριό, έπρεπε να τα ετοιμάσει η μέλλουσα νοικοκυρά. Τα περισσότερα από αυτά, από παράδοση και οικιακή οικονομία, τα φτιάχνανε στον αργαλειό. Τα υφαντά αποτελούσαν την εποχή εκείνη το σπουδαιότερο μέρος της προίκας του κοριτσιού και ένα δείγμα της νοικοκυροσύνης της. Θυμάμαι την μικρότερη αδελφή του πατέρα μου, την θεία Άννα, που δούλευε συνέχεια στον αργαλειό. Η σαΐτα έδινε κι έπαιρνε στο στιμόνι και υφάδι και κάθε μέρα αύξανε αυτό που ύφαινε, μάλλινο, βαμβακερό ή μεταξωτό, μονόχρωμο ή πολύχρωμο με διάφορα σχέδια, λεπτό ή αδρύ. Μέχρι να φτάσει να δουλέψει ο αργαλειός υπήρχε διαδικασία προετοιμασίας των κλωστών. Ήταν πολύ σοβαρή γυναικεία υπόθεση. Επίσης, όταν ύφαιναν λευκά και τελείωνε το ύφασμα, το έκαναν ειδική επεξεργασία για να το λευκάνουν όσο περισσότερο μπορούσαν. Αφού το έπλεναν καλά και το ξέπλεναν στην βρύση, το άπλωναν στην αμμουδερή περιοχή του ξεροπόταμου, και έβλεπες ύφασμα λευκό να εκτείνεται εξήντα, ογδόντα και εκατό μέτρα (πλάτνου το λέγαμε στην τοπική διάλεκτο). Από αυτό φτιάχναν ό,τι μπορεί να φτιάξει κανείς με άσπρο ύφασμα. Οι κοπέλες στο χωριό μας έφτιαχναν πουκάμισα, φούστες, ποδιές, ρούχα υφαντά για τις γιαγιές και τους παππούδες, κουρτίνες, κουβέρτες, σεντόνια, τραπεζομάντηλα και ό,τι άλλο απαραίτητο που μπορούσε να γίνει από αυτό το χειροποίητο ύφασμα.