Αγ. Νεοφύτου του Εγκλείστου: Εγκώμιο στον άγ. Μάμαντα

2 Σεπτεμβρίου 2023

Εγκώμιο στον Άγιο του Χριστού Μεγαλομάρτυρα Μάμαντα 

Μάμας ο μεγάλος και ξακουστός, η καλλονή των μαρτύρων του Χριστού, ο θερμός προστάτης των τραυματιών, ο ιατρός των φοβερών πόνων και θειος θεραπευτής, αυτός που ξηραίνει τις πληγές και εύκολα εξαφανίζει τη δυσωδία τους, καθαρίζει τη σαπίλα των δαιμονικών τραυμάτων, που αληθινά έχει αποθήκη θείων φαρμάκων και θεραπεύει δωρεάν όσους με πίστη έρχονται σ’ αυτόν τον ιερό ναό.

Αυτός που δεν υπολόγισε τις φοβερές απειλές των ασεβών τυράννων, που θεώρησε με την άνωθεν βοήθεια τα βασανιστήρια ως βέλη νηπίων. Πήρε από τον προπάτορα Αδάμ το χάρισμα, που είχε από τον Θεό πριν από την παράβαση, να έχει εξουσία στα άγρια ζώα σαν να ήταν ήμερα. Τα άρμεγε σαν υπάκουα πρόβατα και τυροκομούσε για τη δική του και μερικών φτωχών τη διατροφή. Δεν θυσίασε όπως ο Άβελ τα καλύτερα πρόβατα, αλλά πρόσφερε τον εαυτό του στον Θεό με την μαρτυρία και τα διάφορα βασανιστήρια. Αυτός μας συγκέντρωσε όλους να δοξολογήσουμε τον Θεό, γιατί αυτή την ημέρα αφού άφησε την πρόσκαιρη ζωή, μεταφέρθηκε στην αιώνια και σε τόπο φωτεινό. Γι’ αυτό και εμείς οφείλουμε να τιμήσουμε σήμερα την ετήσια και μακαρία μνήμη του.

ag. Mamas-Dimitrios2

Επίγεια πατρίδα του ήταν η Παφλαγονία, άνκαι σήμερα χαίρεται στην ουράνια. Γονείς του ήσαν ο Θεόδοτος και η Ρουφίνα. Ήσαν ευσεβείς και σπουδαίοι, καταγόμενοι από γονείς, που είχαν το αξίωμα του πατρικίου. Γεμάτοι από θείο έρωτα προς την πίστη του Χριστού και φανερώνοντας την ευσέβειά τους, κατηγορούνται στον τοπικό διοικητή της πόλεως Γάγγρας, Αλέξανδρο, που πήρε την εντολή από τους άρχοντες να τιμωρεί τους χριστιανούς που δεν πείθονταν να σεβαστούν τους θεούς. Αφού ο Θεόδοτος οδηγήθηκε μπροστά στον Αλέξανδρο, αυτός τον πίεζε να θυσιάσει στα είδωλα. Ο Θεόδοτος όμως θεωρούσε ότι όσα του έλεγε ήσαν ανοησίες. Επειδή δε δεν μπορούσε να κατηγορεί ή να καταδικάζει χωρίς βασιλική διαταγή τα παιδιά των πατρικίων, τον στέλλει στον Φαύστο, διοικητή της Καισάρειας της επαρχίας της Καππαδοκίας. Τον ακολουθούσε και η Ρουφίνα που κυοφορούσε τον μάρτυρα του Χριστού Μάμαντα.

Ο άγριος, σαν θηρίο, Φαύστος έκλεισε στη φυλακή τον Θεόδοτο μαζί με τη σύζυγό του. Ο πιστός Θεόδοτος γνωρίζοντας την αδυναμία του και τη σκληρότητα του τυράννου, καταφεύγει στο Δημιουργό της Κτίσεως. Και αφού πολύ τον παρακάλεσε με πολλά δάκρυα «παρέδωσε το πνεύμα»· φοβόταν μήπως κάνει κάτι ανάξιο της πίστεώς του λόγω της αγριότητας του τυράννου, γι’ αυτό έκρινε καλύτερο να πεθάνει με την πίστη στον Χριστό παρά να του συμβεί κάτι ανάξιο για τους χριστιανούς.

Τότε την μακαρία Ρουφίνα έζωσαν διπλοί ή μάλλον τριπλοί πόνοι: η αγριότητα του τυράννου, ο θάνατος του συζύγου και η γέννηση του παιδιού. Αφού γέννησε τον ξακουστό μάρτυρα του Χριστού Μάμαντα, τον τοποθέτησε δίπλα στο πατρικό λείψανο, και αφού προσευχήθηκε προς τον Κύριο τα ίδια με το σύζυγό της παρέδωσε τη ψυχή της.

Βρισκόταν το βρέφος ανάμεσα στα λείψανα δύο νεκρών, χωρίς καμιά ανθρώπινη βοήθεια. Γι’ αυτό και η φροντίδα αυτού και των λειψάνων έρχεται από τον ουρανό. Ένας άγγελος με την εμφάνισή του παρακινεί κάποια γυναίκα που λεγόταν Αμμία-Ματρώνα να πάει γρήγορα στον ηγεμόνα και να ζητήσει τα σώματα των μαρτύρων, που βρίσκονταν στη φυλακή, να τα κηδέψει με τιμές, να πάρει το βρέφος και να το αναθρέψει σαν μητέρα. Όλα αυτά αφού τα έκανε με προθυμία η Ματρώνα χαιρόταν για την εύρεση του παιδιού και την ανατροφή επειδή ήταν όμορφο στην όψη και για τον πρώτο του λόγο. «Μάμμα», ήταν ο πρώτος λόγος που είπε, που στα ελληνικά σημαίνει «μάννα», γι’ αυτό ονομάσθηκε Μάμας από τον πρώτο λόγο του.

Όταν έφθασε στην παιδική ηλικία, η Αμμία φρόντισε να μάθει γράμματα. Η πρόοδος στη μάθηση ήταν μεγαλύτερη απ’ ότι η ηλικία του. Γνώρισε δε και το περιεχόμενο της χριστιανικής ευσέβειας, από το οποίο δίδασκε με θάρρος στους συνομίληκούς του την πίστη στον Χριστό. Γι’ αυτό αφού κατηγορήθηκε στον Δημόκριτο, κάποιο σκληρότατο ηγεμόνα, μεταφέρθηκε μπροστά στο φοβερό του δικαστήριο. Αυτός στην αρχή προσπαθούσε με ήπιο τρόπο, επειδή ήταν μικρό παιδί, να τον πείσει να θυσιάσει στα είδωλα, ο άγιος όμως όχι σαν μικρό παιδί, αλλά έχοντας το φρόνημα του Χριστού, ομολογούσε με ανδρεία ότι είναι χριστιανός.

Τότε ο Δημόκριτος αφού πολύ εξοργίσθηκε εξ’ αιτίας της μεγάλης αντιστάσεως του παιδιού τον στέλλει σιδηροδέσμιο στον βασιλιά Αυριλιανό. Αφού παρουσιάσθηκε μπροστά του το άγιο παιδί, έδειξε μεγάλο θάρρος και δέχθηκε απ’ αυτόν βασανιστήρια όπως ραβδισμούς, φοβερές κακώσεις, λιθοβολισμούς, κάψιμο με λαμπάδες και άλλα δεινά αντάξια της οργής του. Μετά διέταξε να κρεμάσουν στον τράχηλο του μάρτυρα βαριά μολυβένια σφαίρα και να τον ρίξουν στο βυθό της θάλασσας. Όταν έγινε αυτό και οδηγείτο ο μάρτυρας στη θάλασσα άγγελος Κυρίου «που σκεπάζει όσους τον φοβούνται και τους σώζει», σκέπασε και έσωσε τον άγιο Μάμαντα.

Όταν λοιπόν γλύτωσε από το βυθό της θάλασσας και τα χέρια των δημίων, μεταφέρεται στο όρος της Καισάρειας και με εντολή του Θεού, του δίνεται ράβδος και ευαγγέλιο. Γίνεται τότε βοσκός άγριων ζώων, αρμέγει τα θηλυκά και φτιάχνει τυρί. Αυτό το παράδοξο θαύμα θεωρήθηκε από τους άπιστους μαγεία, γι’ αυτό συκοφαντείται, σαν μάγος των άγριων ζώων, στον Αλέξανδρο τον ηγεμόνα της Καισάρειας της Καππαδοκίας. Αυτός χωρίς καθυστέρηση διατάσσει δημίους να μεταφέρουν τον άγιο από το όρος. Ο άγιος παίρνοντας θάρρος με τη βοήθεια του Αγίου Πνεύματος, όταν επρόκειτο με γενναιότητα να κατέβη από το όρος, προσκάλεσε ένα από τα λιοντάρια και του είπε: «Όταν με δεις να παλεύω με τα θηρία στο στάδιο μετά τη διαταγή του ηγεμόνα, αμέσως να κατέβεις και εσύ εκεί και αφού κατασπαράξεις πολλά παιδιά των απίστων, που βλασφημούν τον Κύριο πάλιν να ξαναγυρίσεις στο όρος αυτό».

Αυτά είπε στο λιοντάρι. Έφθασαν τότε σ’ αυτόν οι απεσταλμένοι δήμιοι. Τον ρώτησαν για τον Μάμαντα, επειδή δεν τον ήξεραν. Τους παρακαλεί να κατέβουν από τα άλογα και να φάνε μαζί του υποσχόμενος ότι θα τους τον υποδείξει. Αφού τους φιλοξένησε προσφέροντάς τους τυρί και λίγο ψωμί, τους λέει: «Εγώ είμαι ο Μάμας που ζητάτε». Ευλαβήθηκαν οι άνδρες την αρετή του, έγιναν πιο ήμεροι, όταν δε είδαν τη συγκέντρωση των άγριων ζώων την ώρα του αρμέγματος, φοβήθηκαν και σεβάσθηκαν τον άγιο. Αυτός τους προτρέπει να έχουν θάρρος και τους λέει: «Πηγαίνετε και θα σας προφθάσω αφού τελειώσω την εργασία μου».

Αδυνατώντας να δυσπιστήσουν σ’ ένα τέτοιο άνδρα, έφυγαν. Αυτός αφού άρμεξε και τυροκόμησε, τρέχοντας πρόφθασε τους ιππείς στην είσοδο της πόλεως, που τον περίμεναν και μαζί τους εμφανίστηκε στον ηγεμόνα Αλέξανδρο, ο οποίος ζητούσε να μάθει με ποιες μαγείες εξουσιάζει τα άγρια ζώα.

Ο Άγιος του απαντά: « Και ο Θεός και οι χριστιανοί μισούν τους μάγους. Πώς είναι δυνατόν να είμαι μάγος, εγώ που είμαι δούλος του Χριστού; Τα άλογα ζώα γνωρίζουν να ντρέπονται τον Θεό μου και εμένα τον δούλο του, και αυτό για να αποδειχθείτε πιο ανόητοι από αυτά, γιατί δεν σας φθάνει η δική σας καταστροφή, επειδή είστε απομακρυσμένοι από τον Θεό και υπηρέτες των δαιμόνων, αλλά θέλετε να παρασύρετε και εμάς σ’ αυτήν και αγωνίζεσθε να μας απομακρύνετε από τον Θεό και να λατρεύουμε μαζί σας νεκρά ξόανα. Αλλά ας μη συμβεί αυτό σε μένα, βασιλιά Χριστέ, να φύγω από κοντά σου και να πάω με τους δαίμονες μαζί με τους παρόντες ειδωλολάτρες».

Μη υποφέροντας ο υπερήφανος ηγεμόνας αυτήν την θαρραλέα ομολογία του αγίου, διατάζει να κρεμάσουν σε ξύλο τον αθλητή και με σιδερένια νύχια να ξεσχίσουν τις σάρκες του. Οι δήμιοι γρήγορα εκτέλεσαν την εντολή. Ο άγιος είχε το βλέμμα στραμμένο στον ουρανό από τον οποίον ακουόταν φωνή που τον ενδυνάμωνε, γι’ αυτό και δεν υπολόγιζε το σκληρό βασανιστήριο. Ο Αλέξανδρος περισσότερο υπέφερε βλέποντας τον άγιο να περιφρονεί τα βασανιστήρια, γι’ αυτό και τον κατεβάζει από το ξύλο, ετοιμάζει δε αναμμένο καμίνι γι’ αυτόν. Προηγουμένως τον κλείνει στη φυλακή με σκοπό να μεταστρέψει τη σκέψη του αθλητή. Ο άγιος βρήκε σαράντα χριστιανούς φυλακισμένους και μία νύκτα, αφού προσευχήθηκε, άνοιξε τις πόρτες και τους ελευθέρωσε όλους μένοντας μόνος σαράντα ημέρες χαιρόμενος επειδή δεχόταν τροφή από θείο Άγγελο.

Η φωτιά στο καμίνι δυνάμωνε για να φοβίσει τον αθλητή, τον οποίον αφού έβγαλε από τη φυλακή, ο ασεβής ηγεμόνας, τον ρίχνει στο καμίνι για τρεις ημέρες. Ο άγιος αφού μετέτρεψε τη φωτιά σε δροσιά, όπως τότε οι τρεις παίδες στο καμίνι των Χαλδαίων, θαυματουργεί. Ζώντας ο αθλητής τρεις ημέρες μέσα στο δροσερό καμίνι υμνούσε μαζί με αγγέλους τον Κύριο. Νομίζοντας δε ο ηγεμόνας ότι ο μάρτυρας κατακάηκε εντελώς στέλλει στο καμίνι για να μαζέψει κάποιο απομεινάρι λειψάνου. Όταν βρέθηκε ο άγιος απείραχτος, χωρίς να καεί ούτε μία τρίχα, πολλοί μεν πίστεψαν στον Χριστό, και ο σκοτισμένος ηγεμόνας έλεγε: Μα τον μέγα Σαραπίωνα και τους υπόλοιπους θεούς, αυτό είναι αληθινή μαγεία. Γι’ αυτό ονόμαζε τον άγιο μάγο και δαιμονισμένο.

Για το λόγο αυτό βιαζόταν να κάνει τροφή άγριων ζώων τον αθλητή. Αυτός με χαμογελαστό πρόσωπο πήγαινε στο στάδιο σαν σε νυφικό δωμάτιο. Αφήνουν τότε ελεύθερα εναντίον του λιοντάρι, λεοπάρδαλη και αρκούδα. Τα θηρία σαν να ντρέπονταν τον άγιο έγλειφαν τους ιδρώτες του και σέρνονταν στα πόδια του. Τότε το λιοντάρι, που είχε πάρει εντολή από τον άγιο, αφού κατέβηκε από το όρος θυμωμένο και μουγκρίζοντας, κατασπάραξε πλήθος ειδωλολατρών και Εβραίων και γύρισε πάλι πίσω όπως διατάχθηκε από τον άγιο.

Μετά από όσα συνέβηκαν, βρισκόμενος σε μεγάλη αμηχανία ο πονηρός ηγεμόνας, διέταξε να αποκεφαλιστεί με ξίφος ο άγιος. Οι δε δήμιοι αφού κτύπησαν με τρίαινα την κοιλιά του αγίου και σκόρπισαν τα σπλάχνα του, κρατώντας τα με τα δύο του χέρια ο αγωνιστής σαν προσφορά θυσίας στο Θεό, βγήκε από την πόλη πηγαίνοντας σε ένα σπήλαιο στο οποίο αφού ξάπλωσε άκουσε φωνή από τον ουρανό να τον προσκαλεί στις ουράνιες σκηνές, και υπακούοντας στον Κύριο παρέδωσε τη ψύχη του στις 2 Σεπτεμβρίου. Ενταφιάζεται δε το τίμιο λείψανό του σε απόσταση ενός μιλίου έξω από την πόλη της Καισάρειας και γίνεται ο τάφος πηγή ιαμάτων ποικίλων ασθενειών. Την Κυριακή του Θωμά γίνεται στην περιοχή πολύ μεγάλη πανηγύρις, την οποία ο Γρηγόριος ο Θεολόγος αφού θυμήθηκε, στο λόγο του για το Πάσχα, έλεγε: «Μάμας ο περιβόητος», «ο δικός μου μάρτυρας» και τα υπόλοιπα.

Εμείς αφού απευθύνουμε λίγους χαιρετισμούς σε σένα τον μεγάλο και θαυμαστό μάρτυρα του Χριστού θα τελειώσουμε το λόγο.

Χαίρε, Μάμα, αξιοθαύμαστε αθλοφόρε του Κυρίου, γιατί ήσουν πριν ακόμα σε γεννήσει η μητέρα σου προορισμένος όπως ο Ιερεμίας· γεννήθηκες στη φυλακή στην οποία αφού σε άφησαν οι γονείς σου παρέδωσαν τη ψυχή τους στον Κύριο.

Χαίρε, Μάμα, γιατί ως εκλεκτός Θεού, άγγελος Κυρίου προτρέπει την Ματρώνα να σε πάρει από τη φυλακή και να σε αναθρέψει και να κηδεύσει με τιμές τα σώματα των γονέων σου.

Χαίρε, Μάμα πολύαθλε, γιατί από μικρή ηλικία βρέθηκες μπροστά στα δικαστήρια τυράννων βασιλέων και ηγεμόνων και ελέγχοντας την απιστία, μαρτυρούσες για τον Χριστό· άνκαι ήσουν μικρό παιδί στην ηλικία, είχες θείο και τέλειο φρόνημα μεγάλου ανθρώπου.

Χαίρε, Μάμα αξιοθαύμαστε, γιατί αφού με την επέμβαση θείου αγγέλου γλύτωσες από τους δημίους και το βυθό της θάλασσας, κατέφυγες στο όρος της Καισάρειας, όπως γλύτωσε ο Λωτ παλαιότερα.

Χαίρε, Μάμα τρισευτυχισμένε, γιατί όπως ο Μωυσής στο όρος Σινά παρέλαβε νόμο και ράβδο για να κατευθύνει το λαό, και εσύ αφού στο όρος της Καισάρειας νήστεψες σαράντα ημέρες μιμούμενος τον Μωυσή, δέχτηκες ράβδο και ευαγγέλιο, με τη χρήση των οποίων υπάκουαν αγέλες άγριων ζώων, φανερώνοντας έτσι την πρώτη εξουσία του προπάτορα σ’ αυτά.

Χαίρε, Μάμα πολύαθλε, γιατί άνκαι κατηγορήθηκες ως μάγος

στον άθεο και παρανοϊκό τύραννο Αλέξανδρο, εκείνον τον ήλεγξες, παρουσίασες δε τον εαυτόν σου ως θεόφρονα δούλο του Χριστού, μη έχοντας σχέση με τους μάγους.

Χαίρε, Μάμα χριστομάρτυρα, γιατί εξημέρωσες τα άγρια θηρία που άφησαν εναντίον σου και αφού νίκησες τα ποικίλα βασανιστήρια αναδείχθηκες υπέρλαμπρος μάρτυρας Χριστού.

Χαίρε, Μάμα, υπηρέτη του Χριστού, γιατί φύλαξες την πίστη, έτρεξες το δρόμο ως το τέλος, αγωνίστηκες τον καλόν αγώνα, σύμφωνα με τον Παύλο, και έλαβες το στεφάνι της δικαιοσύνης.

Χαίρε, Μάμα μακάριε, γιατί έγινες ζωντανή θυσία, δεκτή και ευάρεστη στον Θεό. Μετά τη σφαγή, αφού κράτησες με τα δύο σου χέρια τα σπλάχνα σου, πήγες στον Δεσπότη και Κύριο τον οποίον αγάπησες, ώστε όχι μόνο βαμμένος με το αίμα του μαρτυρίου, αλλά κρατώντας ως δώρα ευπρόσδεκτα τα σπλάχνα να τα προσφέρεις στον Θεό, τον οποίον, τρισευτυχισμένε Μάμα, παρακάλεσε με την παρρησία, που έχεις σ’ Αυτόν για όλους εμάς, συγγραφείς, αναγνώστες, ψάλτες, εορταστές, διακονητές και όλους όσοι ήλθαν στην ένδοξο πανήγυρή σου και στον ιερό ναό σου, ώστε να βρούμε θεραπεία στις ψυχές και τα σώματα και να καταξιωθούμε του ελέους του Θεού με τις θερμές ικεσίες σου και να απολαύσουμε τα αιώνια αγαθά με τη χάρη και φιλανθρωπία του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, στον οποίον ανήκει δόξα, τιμή και προσκύνηση μαζί με τον Πατέρα και το άγιο και ζωοποιό Πνεύμα, τώρα και πάντοτε και στους ατελεύτητους αιώνες. Αμήν.

 

(Πηγή: Αγίου Νεοφύτου του Εγκλείστου, Συγγράμματα τ. Γ΄, έκδ. Ι. Βασιλικής και Σταυροπηγιακής Μονής Αγ. Νεοφύτου, Πάφος 1999, σ. 116-124.)

Μετάφραση κειμένου: από Α. Χριστοδούλου, Θεολόγο