
(Διασκευή, επιμέλεια Στέλιος Κούκος)
Όταν ο όσιος Εφραίμ ο Σύρος πήγε στην Έδεσσα της Συρίας έμεινε για λίγες μέρες σε ένα που στο διπλανό έμενε μια πόρνη της οποίας το παράθυρο της έβλεπε στο σπίτι του οσίου.
Μια μέρα, ενώ μαγείρευε ο Όσιος, άνοιξε εκείνη το παράθυρο και τον χαιρέτησε λέγοντας του: «Αββά, ευλόγησον».
Εκείνος της απάντησε με ταπεινή φωνή: «Ο Κύριος να σε ευλογήσει».
Τότε, αυτή γέλασε άσεμνα και του είπε: «Έχεις ανάγκη από φαγητό να σου δώσω»;
Λέγει ο Όσιος: «Τρεις πέτρες μου λείπουν και λίγος πηλός για να φράξω το παράθυρο και έτσι να μην με ξανενοχλήσεις».
Τότε χωρίς να ντραπεί εκείνη του ομολόγησε την αλήθειαν, λέγοντας του: «Εγώ σε χαιρέτησα καλόκαρδα, διότι έχω πόθο να κοιμηθώ μαζί σου και συ, αμέσως, περηφανεύτηκες και μου λες να φράξεις το παράθυρο»;
Αυτά και άλλα παρόμοια του έλεγε, διότι την παρακίνησε ο διάβολος να επιτεθεί στον σώφρονα και σεμνό. Αλλ’ όσο εκείνη τον παρακινούσε με άσεμνα λόγια στον άπρεπο έρωτα, τόσο ο ίδιος πάλιν της απαντούσε με ψυχωφελή και σωτήρια λόγια.
Τέλος, βλέποντας την αναισχυντία της είπε τα εξής: «Εάν λαχταράς να κοιμηθούμε μαζί, καλύτερα να πάμε εκεί που θέλω εγώ».
Και επειδή εκείνη νόμισε ότι είχε κάποιο μυστικό κελλί ο όσιος και ήθελε να κάνουν εκεί την αμαρτίαν, για να μη τον δει κανείς, χάρηκε και του είπε: «Πάμε όπου θες εσύ».
«Στο μέσο της πόλης θέλω να πάμε», αποκρίθηκε ο άγιος.
Και αυτή του απάντησε: «Και δεν ντρέπεσαι τους ανθρώπους, οι οποίοι θα μας χλευάζουν και θα μας εμπαίζουν»;
Τότε ο πάνσοφος Εφραίμ, αφού, ήδη, την έφερε με τον τρόπο του εκεί όπου ήθελε ο ίδιος, μπορούσε, πλέον, να αντιμαχήσει μαζί της με τα δικά της τα λόγια και έτσι της είπε τα εξής: «Τους ανθρώπους ντρέπεσαι και τον Θεό δεν φοβάσαι ταλαίπωρη ο οποίος βλέπει όλες τις πράξεις μας, είτε αυτές γίνονται στα φανερά είτε στα κρυφά; Δεν ξέρεις πως για όλα αυτά μας τιμωρεί αυστηρά και με αιώνια κόλαση για την λίγη απόλαυση που απολαμβάνουμε όταν αμαρτάνουμε»;
Αυτά και άλλα πολλά είπε ο σοφότατος όσιος και έτσι με την συνεργεία του Θεού ψάρεψε το φιλότιμο της αμαρτωλής γυναίκας. Γιατί η ψυχή της κατανύχθηκε από τα λόγια του και έτσι μετανόησε με όλη της την ψυχή για την προηγούμενή της ζωή, και πέφτοντας με δάκρυα στα πόδιά του του ζητούσε να την συγχωρήσει για την απρεπή και αμαρτωλή της επιθυμία που εκδήλωσε προς αυτόν και του ζήτησε να την διδάξει πώς πρέπει να πορεύεται και να την οδηγήσει σε τόπο σωτήριας.
Ο όσιος Εφραίμ δέχτηκε με προθυμία την μετάνοιά της, την νουθέτησε και της ζήτησε να μην γυρίσει στην προηγούμενή της ζωή και να πορεύεται, πλέον, με σωφροσύνη, έχοντας εγκράτεια απέναντι σε κάθε άπρεπο λογισμό και άτοπο πράξη. Και στην συνέχεια την οδήγησε για να ζήσει σε ένα μοναστήρι.
Η γυναίκα αυτή έζησε τον υπόλοιπό χρόνο της ζωής της θεάρεστα και σώθηκε.
Και γι’ αυτό ήταν αίτιος ο όσιος ο οποίος την αντιμετώπισε πνευματικά και με διάκριση, ενώ εκείνη ήθελε να τον κολάσει με τις παγίδες του διαβόλου.
Διασκευή από τον «Μέγα Συναξαριστής της Ορθοδόξου Εκκλησίας», μήνας Ιανουάριος, τόμος α’.