Όσιος Ανδρέας ο δια Χριστόν σαλός: Η κλήση για τη σαλότητα

28 Μαΐου 2024

Άγιος Ανδρέας ο διά Χριστόν σαλός.

(Επιμέλεια Στέλιος Κούκος)

 

Πριν αρχίσει τους ασκητικούς του αγώνες ο όσιος Ανδρέας ο δια Χριστόν σαλός είδε στ’ όνειρο του πως βρέθηκε σ’ ένα στάδιο. Εκεί, από τη μια μεριά στέκονταν πολλοί λευκοντυμένοι, ενώ από την άλλη πλήθος αναρίθμητο από μαύρους αιθίοπες.

Οι αιθίοπες είχαν μαζί τους ένα σωματώδη μαύρο και προκαλούσαν τους λευκοφόρους:
– Ποιος, έλεγαν, θα παλέψει μ’ αυτόν; Κανείς δεν τον έχει νικήσει αιώνες τώρα, παρ’ όλο που πάλεψε με πολλούς. Είναι χιλίαρχος του σατανά!

Όση ώρα εκείνοι κόμπαζαν, ο μακάριος Ανδρέας στεκόταν εκεί και άκουγε, ενώ οι λευκοφόροι βρίσκονταν σε αμηχανία. Ξαφνικά παρουσιάσθηκε ένας νέος πολύ ωραίος, που μόλις είχε κατεβεί από τον ουρανό, κρατώντας στο χέρι του τρία στεφάνια.

Το πρώτο ήταν στολισμένο με καθαρό χρυσάφι και πολύτιμα πετράδια, το δεύτερο με πλήθος μαργαριτάρια, ενώ το τρίτο με κάθε ποικιλία από τριαντάφυλλα, κρίνα και άλλα άνθη του παραδείσου. Είχε μάλιστα τέτοια ευωδία, που δεν μπορεί ανθρώπινη γλώσσα να εκφράσει.

Ο Ανδρέας τα κοίταζε με θαυμασμό και λαχταρούσε να βρεθεί τρόπος ν’ αποκτήσει ένα από τα στεφάνια.

Πλησιάζει λοιπόν εκείνον τον ωραίο νέο και του λέει:
– Για τ’ όνομα του Χριστού, πόσο τα πουλάς; Χρήματα να τ’ αγοράσω δεν έχω. Θα πάω όμως να το πω στον κύριο μου κι αυτός θα σου δώσει όσο χρυσάφι θέλεις.

Ο νέος τότε χαμογέλασε και του είπε:
– Πίστεψε με, αγαπητέ, πως κι αν ακόμη μου φέρεις το χρυσάφι όλου του κόσμου, δεν πρόκειται να πάρεις ούτε ένα άνθος από τα στεφάνια αυτά, γιατί μ’ αυτά στεφανώνονται όσοι νικούν εκείνους τους αιθίοπες! Αν θέλεις λοιπόν ν’ αποκτήσεις ένα στεφάνι, πήγαινε να παλέψεις μ’ αυτόν τον κατάμαυρο αιθίοπα, και αν τον νικήσεις, θα σου δώσω όχι μόνο τούτα τα στεφάνια, αλλά και όσα άλλα θέλεις.

Ακούγοντας αυτά ο μακάριος πήρε θάρρος και του είπε:
– Πίστεψε με, κύριε μου, θα κάνω όπως μου είπες! Μάθε μου μόνο τα τεχνάσματα του.
– Οι αιθίοπες, παρατήρησε ο νέος, αν και θρασείς, είναι όμως δειλοί και αδύναμοι. Ας μη σε τρομάξει λοιπόν το ανάστημά του. Είναι σάπιος και αδύναμος σαν το μαραμένο λάχανο.

Με τα λόγια αυτά τον ενθάρρυνε. Έπειτα τον έπιασε και, παλεύοντας τάχα μαζί του, του έδειξε πως ν’ αντισταθεί στον αιθίοπα.

Τέλος του λέει στ’ αυτί:
– Όταν σε στριφογυρίσει στον αέρα, μη φοβηθείς! Άρπαξε τον σταυρωτά και θα νιώσεις τη βοήθεια του Θεού.

Ξεκίνησε λοιπόν ο μακάριος για να παλέψει. Βγήκε στη μέση, απέναντι από τον αιθίοπα, και του φώναξε δυνατά:
– Έλα κατάμαυρε, τιποτένιε, ανάξιε! Έλα να παλέψουμε οι δυο μας!

Μόλις τον άκουσε εκείνος, όρμησε αμέσως ξεφυσώντας και κομπάζοντας. Άδραξε τον Ανδρέα και τον στριφογύριζε για πολλή ώρα, με αποτέλεσμα να χειροκροτούν χαρούμενοι οι αιθίοπες, ενώ οι λευκοφόροι να θλίβονται. Νόμιζαν πως θα τον βάλει καταγής και θα τον συντρίψει. Ο Ανδρέας όμως σ’ αυτή την κρίσιμη στιγμή τον άρπαξε σταυρωτά, τον έριξε κάτω και τον άφησε αναίσθητο!

Οι λευκοφόροι χάρηκαν υπερβολικά. Τον σήκωσαν στα χέρια, τον ασπάζονταν και τον άλειφαν με μύρα, ενώ οι αναρίθμητοι αιθίοπες εξαφανίσθηκαν καταντροπιασμένοι.

Τότε ο ένδοξος νέος πλησίασε τον μακάριο Ανδρέα, του δώρισε εκείνα τα πολύτιμα στεφάνια, τον ασπάσθηκε και του είπε:
– Από τη στιγμή αυτή θα είσαι φίλος και αδελφός μου. Αγωνίζου τον καλό αγώνα. Γίνε για χάρη μου σαλός κι εγώ θα σου χαρίσω πολλά αγαθά στη βασιλεία μου.

Όταν ξύπνησε ο μακάριος, απορούσε με όσα είδε.

Κατάλαβε ότι το όραμα αυτό ήταν η κλήση του Θεού για την κορυφαία άσκηση, τη σαλότητα. Από την επόμενη λοιπόν ημέρα άρχισε να προσποιείται τον τρελό.

 

Το κείμενο προέρχεται από το βιβλίο «Όσιος Ανδρέας ο δια Χριστόν σαλός», έκδοση Ιεράς Μονής Παρακλήτου και ανθολογείται στην έκδοση, «Χαρίσματα και χαρισματούχοι. Ανθολογία χαρισματικών εκδηλώσεων» των ίδιων εκδόσεων.