Πώς ο άγιος Επιφάνιος Επίσκοπος Κύπρου έκανε τον φιλόσοφο Επιφάνιο χριστιανό, ιερέα και ηγούμενο της μονής!

12 Μαΐου 2024

Άγιος Επιφάνιος Επίσκοπος Κύπρου.

(Επιμέλεια Στέλιος Κούκος)

 

Μεταξύ των άλλων αρετών, τας οποίας εχάρισεν ο Θεός εις τον Άγιον, παρεχώρησε και ταύτην. Να εξηγή τας θείας Γραφάς με όλην την αλήθειαν. Όταν λοιπόν ανεγίνωσκεν εις τους αδελφούς την Παλαιάν ή την Νέαν Γραφήν, ηρμήνευεν εις αυτούς και όλα τα αναγινωσκόμενα.

Κατ’ εκείνον δε τον καιρόν ευρίσκετο εις την πόλιν Έδεσσαν φιλόσοφός τις και ρήτωρ θαυμαστός, Επιφάνιος το όνομα, ο οποίος, ακούσας διά τον Άγιον, ότι είναι λόγιος και εξηγεί τας Γραφάς, επεθύμησε να συνομιλήση μετ’ αυτού.

Εξεκίνησε λοιπόν από την Έδεσσαν και ήλθεν εις το Μοναστήριον. Ως δε είδε τον Άγιον, εγνώρισεν αυτόν και πλησιάσας τον προσεκύνησεν.

Ο δε Άγιος είπε προς αυτόν· «Θαυμάζω, φιλόσοφε, και απορώ, διά ποίαν αιτίαν συ, ο μέγας ρήτωρ, να οδοιπορήσης τόσον, διανύων τόσον μακράν οδόν, διά να έλθης εις εμέ τον αμαθή και αμαρτωλόν».

Και ο φιλόσοφος είπε· «Μη θαυμάζης διά τούτο, διδάσκαλε πεποθημένε, διότι η μετά σοφών συνομιλία απαιτεί και πολλούς λόγους και όπου λέγονται υπό τούτων λόγοι πολλοί, εκεί αποκτάται και η μάθησις διαφόρων πραγμάτων».

Ταύτα ειπών ο φιλόσοφος εσιώπησεν.

Ο δε Άγιος ήρχισεν αναγινώσκων το πρώτον βιβλίον της Παλαιάς Γραφής, το της Κοσμοποιΐας [της Δημιουργίας του κόσμου], ο δε φιλόσοφος άλλα μεν εκ των γραφομένων παρεδέχετο και εις άλλα αντέλεγεν. Επί τρεις ημέρας λοιπόν συνδιελέγοντο και δεν συνεφώνουν.

Πεισθείς όμως ο φιλόσοφος διά την πολιτείαν και τα ήθη του Αγίου, τον ηγάπησε πολύ και την τετάρτην ημέραν είπε προς τον Άγιον· «Διδάσκαλε, η παραμονή εις τούτον τον τόπον είναι καλή και, εάν ορίζης, αγαπώ να κατοικήσω και εγώ εδώ».

Ο Άγιος απεκρίθη· «Τούτο είναι εις την προαίρεσίν σου. Ώστε, εάν θέλης, κατοίκησον».

Ο δε φιλόσοφος ηρώτησε· «Να φέρω και τα βιβλία μου;».

Ο Άγιος απεκρίθη· «Φέρε ταύτα».

Ο δε φιλόσοφος είπεν· «Εγώ δεν φεύγω πλέον από εδώ, αλλά παρακαλώ να στείλης τον Κάλλιστον, διά να φέρη τα βιβλία και όλα μου τα πράγματα».

[…]

Ούτος λοιπόν ο Κάλλιστος, λαβών μεθ’ εαυτού δύο υποτακτικούς και τρεις καμήλους, μετέβη, διά προσταγής του Αγίου, εις την Έδεσσαν και έφερεν εις το Μοναστήριον τα βιβλία του φιλοσόφου.

Έκτοτε ο Άγιος και ο φιλόσοφος ευρίσκοντο καθ’ εκάστην εις μεγάλην φιλονεικίαν.

Είπε δε προς τον φιλόσοφον ημέραν τινά ο Άγιος· «Ο Προφήτης Δανιήλ λέγει· «Κριτήριον εκάθισε και βίβλοι ηνεώχθησαν» (Δαν. ζ’ 10), φέρε μου λοιπόν συ, τα ιδικά σου βιβλία και εγώ τα ιδικά μου, εκείνα τα οποία μοι εχάρισεν ο Θεός και ας καθήσωμεν να κριθώμεν μεταξύ μας».

Όθεν ετοποθέτησεν ο Άγιος τας θείας Γραφάς εκ δεξιών και ο φιλόσοφος τα βιβλία του εξ αριστερών και ήρχισεν από την αρχήν της Κοσμοποιΐας. Ο μεν Άγιος από της Γενέσεως, την οποίαν συνέγραψεν ο Μωυσής, ο δε φιλόσοφος από την γένεσιν, την οποίαν συνέγραψεν ο Ησίοδος.

Αναγιγνώσκοντες δε τα δύο βιβλία εφιλονείκουν μεταξύ των. Όμως το φως ήτο φως και το σκότος, σκότος. Η Γένεσις, δηλαδή, του Μωυσέως ήτο αληθής, και η γένεσις του Ησιόδου ήτο ψευδή. Διότι ο Μωϋσής συνέγραψε την Γένεσιν με την χάριν του Θεού, ο δε Ησίοδος εκ Θεού είχε την ζωήν και από των δαιμόνων την πλάνην.

Ένα χρόνον ολόκληρον διελέγετο ο Άγιος μετά του φιλοσόφου περί του θέματος τούτου και δεν ηδύνατο να τον καταπείση διά των λόγων. Ενώ δε ούτως ηγωνίζετο ο Άγιος να καταπείση τον φιλόσοφον, επτά χωρικοί έφεραν εις το Μοναστήριον νέον τινά δαιμονιζόμενον και επειδή δεν ηδύναντο ούτοι να τον κρατήσουν, τον έδεσαν με αλυσίδας και τον έφερον.

Είπε τότε ο Άγιος προς τον φιλόσοφον, να επικαλεσθή το πλήθος των θεών του, διά να διώξουν το δαιμόνιον από τον νέον. Αλλ’ ο φιλόσοφος ενόμισεν, ότι ενικήθη ο Άγιος και επειδή δεν είχε πλέον τίποτε να προσθέση, είπε τον λόγον τούτον προς αυτόν.

Ο δε Άγιος ηννόησε ταύτα και είπε προς τον φιλόσοφον· «Τι λέγεις, ω φιλόσοφε, διά τον νέον τούτον; Ή θεράπευσέ τον συ με τους θεούς σου και εγώ να πιστεύσω εις αυτούς ή θεραπεύει τούτον ο Θεός μου, ο Εσταυρωμένος, και να πιστεύσης συ εις Αυτόν».

Ο φιλόσοφος όμως δεν επίστευεν, ότι έλεγε ταύτα αληθώς ο Άγιος, αλλ’ ενόμιζεν, ότι λέγει τι το αστείον.

Ο Άγιος όμως επλησίασε τον δαιμονιζόμενον και τον ηρώτησε· «Θέλεις να λύσω τα σίδηρα από τας χείρας σου;».

Ακούσας ταύτα ο φιλόσοφος, έτρεξεν ευθύς εντός του κελλίου και έκλεισε καλώς την θύραν, συλλογιζόμενος· «Ούτος ο Μοναχός, ως άπειρος, θέλει να λύση από των δεσμών τον πάσχοντα. Ας φύγω λοιπόν εγώ, διά να μη πάθω κανέν κακόν από αυτόν».

Έλυσε δε πράγματι αυτόν ο Άγιος από τα σίδηρα και σφραγίσας τούτον τρις διά του σημείου του ζωοποιού Σταυρού, είπε προς το δαιμόνιον· «Εγώ ο αμαρτωλός Επιφάνιος, ο δούλος του Κυρίου, σε προστάζω εν ονόματι του Ιησού Χριστού, του Εσταυρωμένου Υιού του Θεού, έξελθε από τον άνθρωπον τούτον και μη τον ενοχλήσης πλέον».

Ευθύς τότε, ω του θαύματος! εξήλθε το δαιμόνιον και ο νέος εσωφρονίσθη και επανήλθεν εις καλήν κατάστασιν.

Ο δε φιλόσοφος, ανοίξας την θύραν και ιδών τον νέον τεθεραπευμένον, έσπευσε να προσκυνήση τον Άγιον, λέγων· «Ω Επιφάνιε, νικητά και στεφανηφόρε, πιστεύω εις τους λόγους σου διά μέσου των έργων, τα οποία τελούνται, ήτοι διά του θαύματος τούτου, το οποίον βλέπω. Διότι οι λόγοι πετούν εις τον αέρα, αλλά τα έργα καρποφορούν και φαίνονται. Διά τούτο θέλω και εγώ να γίνω δούλος του Εσταυρωμένου».

Ο Άγιος είπε τότε προς αυτόν· «Τι θαυμάζεις διά τούτο, ω φιλόσοφε, νομίζων, ότι εγώ ετέλεσα το θαύμα τούτο; Όχι· δεν ενήργησα τούτο εγώ, αλλ’ ο Υιός του Θεού κάμνει τα καλά ταύτα, διά μέσου εκείνων οίτινες πιστεύουν εις Αυτόν».

Ακούσας ταύτα ο φιλόσοφος, παρεκάλεσε τον Άγιον να τον βαπτίση.

Ωδήγησε τότε αυτόν και εμέ ο Άγιος προς τον μέγαν Ιλαρίωνα, όστις και τον έβάπτισε διά του Αγίου Βαπτίσματος.

Έπειτα παρεκάλεσεν ο Άγιος τον μέγαν Ιλαρίωνα και έστειλεν ένα αδελφόν, μετά του Επιφανίου του νεοφωτίστου, εις την Ελευθερόπολιν, προς τον Επίσκοπον, όστις και εχειροτόνησεν αυτόν Ιερέα, μετά δε ταύτα επεστρέψαμεν πάλιν εις το Μοναστήριόν μας.

Τότε, προσκαλέσας ο Άγιος άπαντας τους αδελφούς, είπε προς αυτούς· «Αυτός, όστις ενόμιζε πρότερον, ότι είναι μέγας φιλόσοφος, αν και δεν ήτο τίποτε, ιδού ότι τώρα, με την χάριν του Χριστού, έγινεν αληθώς φιλόσοφος και άξιος Ιερεύς. Ούτος θέλει είναι εις το εξής και ο Πνευματικός σας πατήρ».

Ο Επιφάνιος, λοιπόν, ο φιλόσοφος, κατηξιώθη να λάβη από τον Θεόν τοιούτον εξαίσιον χάρισμα, να γίνη δε και Ηγούμενος των αδελφών.

 

Από τον «Μέγα Συναξαριστής της Ορθοδόξου Εκκλησίας», μήνας Μαΐος, τόμος ε’.