Το ορθόδοξο λειτουργικό Τυπικό έναντι των άλλων χριστιανικών ομολογιών
31 Μαΐου 2024Ο Απόστολος Παύλος συμβουλεύει τους πιστούς ότι εάν ακολουθούν τον Κανόνα της αποστολικής διδασκαλίας, θα λάβουν την ειρήνη και το έλεος του Θεού[1]. Ακολουθώντας έκτοτε την Παύλεια προτροπή, οι Πατέρες της Εκκλησίας νουθετούν τους πιστούς να παραμένουν εδραίοι στον κανόνα των Αποστόλων ο οποίος ονομάστηκε «Κανών της πίστεως» ή «Κανών της αληθείας»[2].
Ο όρος «Κανών» στη θεολογική γλώσσα έχει μεταφορική σημασία και προσδιορίζει το μέτρο της ορθής πίστης που δόθηκε από τους Αποστόλους. Το κήρυγμα της Εκκλησίας είναι έγκυρο και αυθεντικό διότι στηρίζεται στην διδασκαλία των Αποστόλων, δηλαδή στον κανόνα τον οποίο εκείνοι χάραξαν και αποτελεί την παρακαταθήκη, η οποία αντιδιαστέλλεται προς «τὰς βεβήλους κενοφωνίας καὶ ἀντιθέσεις τῆς ψευδωνύμου γνώσεως» (Α’ Τιμ. 6,20)[3], δηλαδή την αιρετική διδασκαλία[4].
Για τον άγιο Ειρηναίο Λυώνος ο «Κανών αληθείας» είναι η παραδοθείσα από τον Χριστό αλήθεια που οι Απόστολοι μάς την μετέδωσαν[5] και για τον άγιο Επιφάνιο Κύπρου ο κανόνας αυτός αποτελεί κριτήριο ορθής ερμηνείας της αγίας Γραφής[6].
Ο Κλήμης Αλεξανδρεύς προσδίδει στην λέξη «Κανών» το επίθετο «εκκλησιαστικός», υπονοώντας το σταθερό περιεχόμενο της χριστιανικής διδασκαλίας το οποίο διασώζεται στην Εκκλησία ως δόγμα και ως παρακαταθήκη[7]. Εντός της Εκκλησίας ο Κανών αποτελεί μέτρο και κριτήριο Ορθοδοξίας, τον οποίο οι αιρετικοί, αποκοπτόμενοι από το εκκλησιαστικό σώμα, τον υποκαθιστούν με τις δικές τους διδασκαλίες[8].
Ο Τερτυλλιανός κάνει λόγο όχι μόνο για «Κανόνα πίστεως»[9], τον οποίο παραβαίνουν οι αιρετικοί[10], αλλά και για «Κανόνα προσευχής», «Κανόνα λατρείας»[11]. Όπως ο «Κανών πίστεως», κατά παρόμοιο τρόπο και ο «Κανών λατρείας» βασίζεται στη διδασκαλία των Αποστόλων.
Η λατρεία της Εκκλησίας εκφράζει την πίστη της Εκκλησίας όπως και η ορθή λατρεία οδηγεί στην ορθή πίστη. Έτσι ο άγιος Πρόσπερος, μαθητής του Ιερού Αυγουστίνου, διατύπωσε αυτήν την αλήθεια συνοπτικά στην εξής φράση: «Lex orandi lex est credendi», δηλαδή «ο κανόνας της προσευχής και της λατρείας είναι κανόνας της πίστεως»[12] που σημαίνει ότι όπως λατρεύουμε, έτσι και πιστεύουμε.
Η ορθή λατρεία λοιπόν αποτελεί τόσο συνέπεια όσο και προϋπόθεση της ορθής πίστεως. Για να το κατανοήσουμε αυτό θα φέρουμε ως παράδειγμα την απόδοση του όρου «Θεοτόκος» στην Παναγία, πολύ πριν την επίσημη καθιέρωσή του ως δόγμα από την Γ΄ Οικουμενική Σύνοδο το 431. Ο όρος αυτός χρησιμοποιούνταν τόσο στο κήρυγμα όσο και στη λατρεία της Εκκλησίας[13]. Για αυτό και όταν αμφισβητήθηκε από τον αιρετικό Νεστόριο[14], ο άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας τού επεσήμανε την αρχαιότητα αυτής της παράδοσης μέσα στη λατρεία[15].
Οι αιρετικοί λοιπόν δεν διαστρέφουν μόνο τον κανόνα της αληθείας αλλά και τον κανόνα της προσευχής και της λατρείας ως άμεση συνέπεια και προϋπόθεση.
Παραπομπές:
[1] Γαλ.6,15-16: «ἐν γὰρ Χριστῷ ᾿Ιησοῦ οὔτε περιτομή τι ἰσχύει οὔτε ἀκροβυστία, ἀλλὰ καινὴ κτίσις. καὶ ὅσοι τῷ κανόνι τούτῳ στοιχήσουσιν, εἰρήνη ἐπ’ αὐτοὺς καὶ ἔλεος, καὶ ἐπὶ τὸν ᾿Ισραὴλ τοῦ Θεοῦ».
[2]Η γνήσια Αγία Γραφή και η αυθεντική Αποστολική Παράδοση αποτελούσε τον Κανόνα της αληθείας (regula veritatis) ή τον Κανόνα της πίστεως (regula fidei) της Εκκλησίας. Βλ. Φειδά, Εκκλησιαστική Ιστορία Α’, Αθήνα 1994, σελ. 182.
[3] Τερτυλλιανού, De praescriptione haereticorum, ΧΧV, 3, PL 2, 43B.
[4] Ειρηναίου Λυώνος, Επίδειξις του Αποστολικού κηρύγματος, 2-3, SC 62, 31.
[5] Επίδειξις του Αποστολικού κηρύγματος,98, SC 62, 168.
[6] Αγκυρωτός, PG 43,172A,200C. Αρχιμ. Θεοφίλου Λεμοντζή, Η χρήση της Αγίας Γραφής εναντίον των αιρέσεων από τον Άγιο Επιφάνιο Κύπρου, (διδακτορική διατριβή) Θεσσαλονίκη 1998,σελ.52.
[7] Στρωματείς, ΣΤ’, ΧV, ΒΕΠΕΣ 8, 225, 27-28.
[8] Κλήμεντος Αλεξανδρέως, Στρωματείς, ΣΤ’, ΧVΙΙΙ, ΒΕΠΕΣ 8, 241, 31-39, ΧV, ΒΕΠΕΣ 8, 225, 4-13, Ζ’, ΧV, ΒΕΠΕΣ 8, 289, 5-12, Ζ’, XVI, ΒΕΠΕΣ 8, 293, 8-15.Μόνο η Εκκλησία φέρει την μαρτυρία της αληθείας, όχι δυνάμει της αναμνήσεως ή δυνάμει των λόγων που άλλοι είπαν, αλλ’ από την ίδια την ζωή της, την ακατάπαυστη εμπειρία της και από την καθολική της πληρότητα. Βλ.Γ. Φλωρόφσκυ, Θέματα Ορθοδόξου Θεολογίας, εκδ. Άρτος ζωής, Αθήνα 1989, σελ. 201.
[9] De virginibus velandis, Ι, 4, PL 2, 937B και Adversus Hermogenem I, 1, PL 2, 221Α.
[10]Apologeticus XLVΙ, 17, PL 1, 579A-580A
[11] Τερτυλλιανού, De oratione X, 1, PL 1, 1269A.
[12] PL 51, 209–10. Βλ. περισσότερα, Π.Βασιλειάδη, Lex Orandi: λειτουργική θεολογία και λειτουργική αναγέννηση, Αθήνα 2005.
[13]Βλ. Αγίου Γρηγορίου Θεολόγου, Πρὸς Κληδόνιον πρεσβύτερον ἐπιστολὴ πρώτη, PG 37,177C. Αγίου Eπιφανίου Κύπρου, Ἀγκυρωτός, PG 43, 157C. Ο άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας αναφέρει ότι ο Μέγας Αθανάσιος «Θεοτόκον ἀποκαλεῖ τήν ἁγίαν Παρθένον». Επιστολή Α’, Προς μοναχούς, PG 77, 13BC.
[14] Η αφορμή για την έκρηξη της χριστολογικής έριδας του 5ου αιώνα δόθηκε από τον αρχιεπίσκοπο Νέας Ρώμης Νεστόριο ο οποίος αμφισβήτησε την αρχαία παράδοση που απέδιδε στην Παρθένο Μαρία τον χαρακτηρισμό της Θεοτόκου. «Θεοτόκον τὴν Μαρίαν καλείτω μηδείς· Μαρία γὰρ ἄνθρωπος ἦν· ὑπὸ ἀνθρώπου δὲ Θεὸν τεχθῆναι ἀδύνατον», κήρυττε στην Κωνσταντινούπολη ο αντιοχειανός ιερέας και σύμβουλος του Νεστορίου Αναστάσιος, υποκινούμενος, όπως αναφέρει ο χρονογράφος Θεοφάνης, Χρονογραφία, PG 108,236B, από τον Νεστόριο. Βλ. και Σωκράτη Σχολαστικού, Ἐκκλησιαστικὴ Ἱστορία, 7, 32, PG 67, 808C – 809A. Ασκώντας έντονη κριτική ο άγιος Κύριλλος στη νεστοριανική Χριστολογία υπενθυμίζει ότι η αποδοχή του όρου «Θεοτόκος» δεν είναι μια καινοτομία δική του αλλά βασίζεται στην παράδοση των Πατέρων της Εκκλησίας. Ἐπιστολὴ τοῖς ἐν Αἰγύπτῳ μονάζουσι, PG 77, 13BC. Προσφωνητικὸς ταῖς εὐσεβεστάταις βασιλίσσαις 1, 9, PG, 76, 1209CD: «Ὅτι δὲ καὶ ἡ Θεοτόκος φωνὴ καὶ αὐτοῖς γέγονε συνήθης τοῖς πρὸ ἡμῶν Ἁγίοις Πατράσιν, οἵ καὶ ἐπ’ ὀρθῇ θαυμάζονται πίστει, καὶ εἰς δεῦρο πᾶσι τοῖς ἀνὰ πᾶσαν...».
[15]Περισσότερα για το θέμα βλ. Ι. Καλογήρου, Μαρία η Αειπάρθενος Θεοτόκος κατὰ την Ορθόδοξον Πίστιν, Θεσσαλονίκη 1957.
(Συνεχίζεται)