Αν δεν εθάπτετο πρώτον εις τον τάφον ο Χριστός μας, δεν θα μας επότιζε την ζωήν την αιώνιον και την ανάστασιν

Άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός.


(Επιμέλεια Στέλιος Κούκος)

Άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός
Διδαχή Δ’


 

Συνέχεια από εδώ: https://www.pemptousia.gr/?p=399225

 

Θέλων ο Κύριος να δείξη το μέγα κακόν οπού απετόλμησαν να κάμουν τα τέκνα του διαβόλου, οι Εβραίοι, εσκότισε τον ήλιον από τας εξ ώρας έως τας εννέα εις όλον τον κόσμον· αι πέτραι εσχίζοντο, όλη η γη έτρεμεν.

Ετέθη ο Κύριος εις τον τάφον, και ευθύς ανεστήθησαν χιλιάδες νεκροί, οπού ήσαν χιλιάδες χρόνους αποθαμένοι, και εκήρυξαν πως μόνον ο Χριστός είνε Υιός και Λόγος του Θεού, και Θεός αληθινός, και ζωή των νεκρών.

Πρέπει και ημείς οι ευσεβείς χριστιανοί από σήμερον και ύστερα να μη κλαίωμεν τους αποθαμένους ωσάν τους ασεβείς και απίστους, οπού δεν ελπίζουν ανάστασιν.

Ούτος ο κόσμος, αδελφοί μου, είνε ωσάν μία φυλακή. Πότε πρέπει να χαίρεται ο άνθρωπος; Όταν εμβαίνη εις την φυλακήν ή όταν ελευθερώνεται από την φυλακήν; Μοι φαίνεται, όταν εμβαίνη εις την φυλακήν, τότε πρέπει να κλαίη και να λυπήται, και όταν εξέρχεται από την φυλακήν, τότε πρέπει να χαίρεται.

Έτσι, αδελφοί μου, να μη λυπήσθε διά τους αποθαμένους, αλλά αν αγαπάτε τους αποθαμένους, κάμνετε ό,τι ημπορείτε διά την ψυχήν των· συλλείτουργα, μνημόσυνα, νηστείας, προσευχάς, ελεημοσύνας.

Και όσες γυναίκες φορείτε λερωμένα διά τους αποθαμένους σας, να τα βγάλετε· διότι βλάπτετε και τον εαυτόν σας και τους αποθαμένους.

Φυσικόν είνε ο άνθρωπος να γεννηθή και ν’ αποθάνη. Όταν γεννώμεθα, τότε πρέπει να κλαίωμεν και όταν αποθνήσκωμεν, να χαιρώμεθα· και μάλιστα να μη κλαίετε διά τα μικράν παιδιά, οπού είνε ωσάν Άγγελοι μέσα εις τον παράδεισον.

Το παιδί σου του Θεού ήτο· και όταν σου το εχάρισε ο Θεός, σε ετίμησε· και τώρα πάλιν οπού σου το επήρε, σου ετίμησε το παιδί σου να χαίρεται πάντοτε εις τον παράδεισον, και συ κάθεσαι να κλαις είνε άπρεπον.

Ένας βασιλεύς σου γυρεύει το παιδί σου να το κάμη βεζίρη και χαίρεσαι να του το δώσης· πολύ μάλλον δεν πρέπει να χαίρεσαι οπού σε ηξίωσεν ο πανάγαθος Θεός και επήρε καρπόν από την βρωμισμένην κοιλίαν σου, και σου έβαλε το παιδί σου μέσα εις τον παράδεισον, και σου το φυλάγει να σου το παραδώση εις την Δευτέραν Παρουσίαν να λάμπη περισσότερον από τον ήλιον, διά να λάβης τον μισθόν σου να χαίρεσαι πάντοτε μαζί του;

Είνε μερικοί οπού έχουν τον διάβολον εις την καρδίαν των και λέγουν πως δεν είνε ανάστασις και δεν είδατε καμμίαν φοράν να αναστηθή κανένας άνθρωπος.

Όλοι οι άνθρωποι οπού είνε εδώ, προτού να γεννηθούν, δεν ήσαν αποθαμένοι; Καθώς ηδυνήθη ο Κύριός μας και μας ανέστησεν από την κοιλίαν της μητρός μας, έτσι δύναται να μας αναστήση και από την κοιλίαν της γης.

Η κοιλία της μητρός μας και ο τάφος τι διαφέρει;

Δεν βλέπομεν φανερά την ανάστασιν;

Όταν κοιμώμεθα δεν είμεθα αποθαμένοι;

Ο ύπνος τι είνε; Μικρός θάνατος, και ο θάνατος μεγάλος ύπνος.

Και καθώς το σιτάρι οπού πίπτει εις την γην, ανίσως και δεν βρέχη να σαπηθή να γίνη ωσάν χυλός, δεν φυτρώνει, έτσι και ημείς οπού αποθνήσκομεν και θαπτόμεθα εις την γην.

Ανίσως και δεν εθάπτετο πρώτον εις τον τάφον ο Χριστός μας, δεν μας επότιζε την ζωήν την αιώνιον και την ανάστασιν. Δεν βλέπετε φανερά τα χόρτα πως τα ανασταίνει ο Θεός από την γην κατ’ έτος;

Γνώσιν δεν έχομεν, χριστιανοί μου, να στοχασθώμεν τα πάντα. Όλα μας τα εχάρισεν ο Θεός.

Όθεν διά το παρόν, αδελφοί μου, σας παρακαλώ να ειπήτε και δι’ όλους τους αποθαμένους τρεις φοράς: Ο Θεός συγχωρήσοι και ελεήσοι αυτούς.


 

Αγίου Κοσμά Αιτωλού, «Διδαχαί».