
(Επιμέλεια Στέλιος Κούκος)
Μετά από ολίγον καιρόν προσέπεσεν ο Άγιος [ο άγιος Επιφάνιος Επίσκοπος Κύπρου] κατά γης και παρεκάλει τον Θεόν να αποστείλη βοήθειαν, διά να οικοδομήση Εκκλησίαν εις το όνομά Του το άγιον.
Διότι η πρώτη ήτο μικρά και δεν εχώρει άπαντας εκείνους, οίτινες συνέρρεον εντός αυτής.
Ενώ δε παρεκάλει τον Θεόν, ήλθεν εις αυτόν φωνή Θεού, ειπούσα:
«Επιφάνιε!».
Επειδή δε ο Άγιος ήκουε πολλάκις τοιαύτην φωνήν, δεν εταράχθη, αλλ’ είπε:
«Τι ορίζει ο Κύριός μου;».
Και ο Κύριος είπεν:
«Άρχισε να οικοδομής την Εκκλησίαν».
Ευθύς τότε ο Άγιος έσπευσεν εις τον τόπον όπου ήθελε να οικοδομήση τον Ναόν και προσευχηθείς ετέλεσεν όλην την Ακολουθίαν, αμέσως δε έφερεν εξήκοντα οικοδόμους και πλήθη πολλά εργατών και ήρχισαν να κτίζουν.
Ήτο δε εις την πόλιν εκείνην ειδωλολάτρης τις, πολύ πλούσιος και ισχυρός, Δράκων καλούμενος, όστις είχεν υιόν, Δράκοντα και αυτόν ονομαζόμενον, όστις έπασχεν εκ φοβεράς ασθενείας εις το δεξιόν του πλευρόν, διά την οποίαν ο πατήρ του πολλά είχεν έξοδεύσει εις τους ιατρούς, αλλ’ εκείνοι ουδέ κατ’ ελάχιστον ηδυνήθησαν να ανακουφίσουν τούτον.
Ημέραν δε τινα διερχόμενος ο Άγιος έξωθι της οικίας όπου εκάθητο ο μέγας Δράκων μετά του ασθενούς υιού του και μετ’ άλλων πολλών, εχαιρέτισεν άπαντας.
Κατόπιν, λαβών την χείρα του ασθενούς, είπε:
«Δράκον, γενού και συ υγιής, ως και οι άλλοι».
Και, ω του θαύματος! ευθύς ο Δράκων ιάθη, οι δε περιεστώτες, ιδόντες το θαύμα, έμειναν εκστατικοί.
Τότε ο πατήρ του θεραπευθέντος, από τον φόβον και τον τρόμον, όστις τον κατέλαβε, δεν ηδυνήθη να μεταβή εντός του οίκου του με τους ιδίους του πόδας διά τούτο, βαστάσαντες αυτόν οι υπηρέται του, μετέφεραν και απέθεσαν αυτόν επί της κλίνης του.
Την επομένην, η σύζυγος του Δράκοντος μετέβη προς τον Άγιον και παρεκάλει αυτόν να υπάγη εις την οικίαν των, ίνα αναπέμψη προσευχήν εις τον Θεόν και εγερθή ο σύζυγός της εκ της κλίνης.
Όθεν, μεταβάς ο Άγιος εις την οικίαν του Δράκοντος, ανέπεμψε προσευχήν υπέρ αυτού εις τον Θεόν και ευθύς ο Δράκων ηγέρθη εκ της κλίνης.
Την δε επομένην πρωΐαν, λαβών πέντε χιλιάδας νομίσματα, έφερε ταύτα εις τον Άγιον, όστις είπε προς αυτόν:
«Εις εμέ, ω τέκνον μου, αρκεί εν ένδυμα διά να καλύπτω το σώμα μου και ελάχιστος άρτος και ύδωρ. Τι λοιπόν μου προσφέρεις βάρος; Εάν όμως θέλης να δοξασθής, ύπαγε εις την οικοδομήν του Ναού του Θεού και δος ταύτα εις εκείνους, οίτινες εργάζονται εκεί».
Ούτως έπραξεν ο Δράκων. Κατόπιν δε παρεκάλεσε τον Άγιον και εβάπτισεν αυτόν και την σύζυγόν του διά του αγίου Βαπτίσματος.
Από τον «Μέγα Συναξαριστή της Ορθοδόξου Εκκλησίας», μήνας Μάιος, τόμος ε’.