
(Επιμέλεια Στέλιος Κούκος)
Μάξιμος ο Ομολογητής
Κεφάλαια περί αγάπης
(εκλογή από την α’ εκατοντάδα)
Απόδοση Αρχιμανδρίτη Χριστοδούλου Παρασκευαΐδη
(αργότερα Αρχιεπισκόπου Αθηνών)
Αγάπη είναι η αγαθή εκείνη διάθεσις της ψυχής, που, τίποτε από όσα υπάρχουν άλλο, δεν προτιμά περισσότερο από τη γνώσι του Θεού. Είναι δε πράγμα αδύνατο να αποκτήση κανείς τη συνήθεια αυτής της αγάπης, όταν έχη προσκόλλησι σε κάποιο από τα επίγεια πράγματα.
γ’. Εκείνος που πιστεύει στο Κύριο, φοβάται την κόλασι (που είναι χωρισμός αιώνιος απ’ το Θεό). Κι’ εκείνος που φοβάται τη κόλασι, προσέχει τον εαυτό του και δεν τον αφήνει ελεύθερο να γίνη έρμαιο των παθών. Κι’ αυτός που φυλάγεται από τα πάθη, υπομένει τις θλίψεις.
Υπομένοντας δε τις θλίψεις, αποκτά την ελπίδα στο Θεό. Αυτή τώρα η ελπίδα στο Θεό, κάνει το νου του ανθρώπου να αποχωρίζεται από κάθε γήινη προσκόλλησι και επιδίωξι· αφού δε πια ο νους αποχωρισθή απ’ αυτές τις ασχολίες, τότε αποκτά την αγάπη προς το Θεό.
στ’. Εκείνος που έχει το νου του στραμμένο και προσηλωμένο στην αγάπη του Θεού, περιφρονεί όλα όσα φαίνονται στον κόσμο αυτό, ως και το ίδιο του το σώμα, που το θεωρεί σαν ξένο και όχι δικό του κτήμα.
ζ’. Αφού η ψυχή είναι ανωτέρα του σώματος, και ο Θεός είναι άπειρες φορές ανώτερος του κόσμου, αφού ο ίδιος τον έπλασε, τότε εκείνος που προτιμά να περιποιείται περισσότερο απ’ τη ψυχή το σώμα, και ν’ αγαπά περισσότερο απ’ το Θεό τον κόσμο, που μολαταύτα ο Θεός τον εδημιούργησε, δεν διαφέρει καθόλου από τους ειδωλολάτρες.
ια’. Όλες βέβαια οι αρετές βοηθάνε τον νου ν’ αποκτήση τον θείο έρωτα. Περισσότερο όμως απ’ όλες, η προσευχή που γίνεται με καθαρή καρδιά. Γιατί με τη βοήθειά της, ο νους ανυψωνόμενος στις σφαίρες του Θεού, αποχωρίζεται και απομακρύνεται απ’ όλα τα όντα.
ιγ’. Εκείνος που αγαπά τον Θεό, δεν μπορεί να μη αγαπήση και κάθε άνθρωπο σαν τον εαυτό του, αν και για όποιους δεν έχουν ακόμη αποκτήσει την ψυχική καθαρότητα αποβάλλοντας τα πάθη, αισθάνεται κάποια δυσκολία. Γι’ αυτό και όταν μάθη πως αυτοί διωρθώθηκαν, χαίρει με χαρά που ούτε λέγεται, ούτε μετριέται.
ιζ’. Είναι ευτυχής ο άνθρωπος που έχει την δύναμι να αγαπήση στον ίδιο βαθμό κάθε άνθρωπο.
ιη’. Είναι ευτυχής ο άνθρωπος που δεν έχει αδυναμία η προσκόλλησι σε κανένα από τα φθαρτά και πρόσκαιρα πράγματα του κόσμου.
ιθ’. Είναι ευτυχής ο νους εκείνος που, αφού προσπέρασε όλα όσα φαίνονται στον κόσμο αυτό, τώρα πια χωρίς διακοπή απολαμβάνει τη θεία ωραιότητα.
κ’. Εκείνος που φροντίζει να ευχαριστήση την σάρκα του, δίδοντάς της ό,τι οι κακές επιθυμίες ζητούν, και που κρατάει μίσος μέσα του εναντίον του πλησίον του, αυτός λατρεύει την κτίσι και όχι τον Κτίστη και Δημιουργό.
κζ’. Εκείνος που ειλικρινά απαρνήθηκε τα πράγματα του κόσμου αυτού, και που χωρίς υποκρισία διακονεί τον πλησίον του με την αγάπη, αυτός γρήγορα ελευθερώνεται από κάθε πάθος και γίνεται μέτοχος της αγάπης και της γνώσεως του Θεού.
κθ’. Όταν σου συμβή να σε βρίση κανείς ή να σε ταπεινώση, τότε πρόσεχε μήπως οι λογισμοί του θυμού, αφού σε απομακρύνουν από τη χώρα της αγάπης, σε μεταφέρουν στη χώρα του μίσους.
λα’. Όπως με το να θυμάσαι απλώς τη φωτιά, δεν ζεσταίνεται το σώμα σου (αν δεν είσαι πραγματικά κοντά της ), έτσι και η πίστις χωρίς την αγάπη δεν έχει τη δύναμι να δώση στη ψυχή τον φωτισμό της γνώσεως του Θεού.
Από την περιοδική έκδοση «Χριστιανικόν Συμπόσιον», τόμος α’, 1968.