
(Επιμέλεια Στέλιος Κούκος)
Σχέσεις μας με τον Πλησίον
Συνέχεια από εδώ: https://www.pemptousia.gr/?p=402224
Το μοναστήρι είναι μια πολύ ζεστή αδελφότητα. Όλοι είναι μέλη ενός σώματος, του σώματος του Χριστού. Εκεί νοιώθει κανείς αυτό που λέγει ο απόστολος Παύλος στους Κορινθίους, οι οποίοι ήταν διηρημένοι, «είτε πάσχει εν μέλος», παραδείγματος χάριν το αριστερό μου χέρι, «συμπάσχει πάντα τα μέλη»· δηλαδή το μάτι μου θα σκύψη να δη τι έχει το χέρι, και το δεξί μου χέρι θα κοιτάξη να το βοηθήση.
Όλα τα μέλη βοηθούν το ένα το άλλο. Εάν πάσχη ένα μέλος, το άλλο λυπάται και το βοηθάει. Εάν χαίρη, εάν δοξάζεται το εν μέλος, συγχαίρουν πάντα τα μέλη(5)· όλο το σώμα μας χαίρει.
Ας πλησιάσωμε τώρα τις κοινωνικές συνθήκες ενός μοναστηριού αρχίζοντας από την ιδιοκτησία, για την οποία κάθε τόσο γίνεται μεγάλη συζήτησις. Πόσοι νόμοι ψηφίζονται και πόσα δικαστήρια γίνονται για την ιδιοκτησία! Στο μοναστήρι δεν υπάρχει ιδιοκτησία.
Δεν επιτρέπεται στον μοναχό ούτε για μία μύτη μολυβιού να πη ότι είναι «εμή», δική μου. Το «εμόν» και το «σον» δεν υπάρχει στην μοναχική ζωή.
Αγαπούν οι άνθρωποι τα μοναστήρια και από την αγάπη τους κάνουν λάθος και δίνουν δώρα στους μοναχούς, αλλά κανείς δεν κρατάει κάτι. Όλα τα δίνουν στον Γέροντα ή λέγουν στον επισκέπτη να τα δώση εκείνος.
Δεν υπάρχει τίποτε δικό μου ή δικό σου. Έχει εξοστρακισθή αυτό, έχει αποβληθή. Οπότε η αφετηρία του μαρασμού -διότι από εκεί ξεκινούν οι μεγάλες έριδες(6)- εκλείπει από το μοναστήρι.
Ας πάμε τώρα στο άλλο ζήτημα, που αφορά την εργασία.
Πώς είναι η εργασία στο μοναστήρι; Στον κόσμο τελειώνει κανείς το λύκειο και, για να πάη στο πανεπιστήμιο ή σε κάποια άλλη εργασία, ανταγωνίζεται με εκατοντάδες υποψηφίων. Κουράζεται, αρρωσταίνει, παίρνει φάρμακα, ξεκουράζεται, κουράζεται πάλι, αγωνιά. Μέχρι να γίνη επιστήμων, να έχη την δική του εργασία, πόσα και πόσα δεν έχει τραβήξει! Εάν βεβαίως επιτύχη εκεί που θέλει! Εάν τον ικανοποιή αυτό το επάγγελμα!
Στο μοναστήρι δεν υπάρχει αυτή η αγωνία, διότι δεν υπάρχει επιθυμία. Κανείς δεν λέγει, εγώ θέλω αυτό το διακόνημα. Μπορεί όμως ο μοναχός να πη την γνώμη του, τον λογισμό του, διότι το μοναστήρι δεν είναι φυλακή. Είναι ελεύθερος κόσμος και ο καθένας προσφέρει αυτό που λαχταράει, αυτό που θέλει η δική του η καρδιά. Επομένως, μπορεί να πη τον λογισμό του ως ελεύθερος άνθρωπος, αλλά κανείς δεν είναι ελεύθερος, εάν δεν μπορή να υποτάξη την γνώμη του στην θέλησί του. Έτσι δεν υπάρχει επιθυμία η οποία δημιουργεί δυστυχία στην ζωή μας.
Ακόμη, το κριτήριο δεν είναι η επιτηδειότης. Στον κόσμο ο έξυπνος μπαίνει στο πανεπιστήμιο, όποιος δεν είναι έξυπνος μένει έξω και υποφέρει για να ζήση. Στο μοναστήρι έξυπνος, σοφός, άσοφος, μορφωμένος, κατηρτισμένος, καλός, κακός, αδύνατος, άρρωστος, ο,τιδήποτε και αν είναι, δεν λαμβάνεται υπ’ όψιν.
Αυτό το οποίο κυρίως λαμβάνεται υπ’ όψιν είναι το πνευματικό συμφέρον του μοναχού. Προσπαθεί το μοναστήρι να δη ποιο είναι το συμφέρον της ψυχής, η οποία ήλθε εις τον Χριστόν, για να κερδίση την αιωνιότητα και τον παράδεισο. Αυτό το διακόνημα τον βοηθάει, το άλλο τον κουράζει, θα τον βάλωμε, χωρίς να το ξεύρη, στο διακόνημα που τον βοηθάει.
Επίσης, λαμβάνεται υπ’ όψιν το συμφέρον της αδελφότητος. Είδατε ότι ανέφερα την λέξι διακόνημα και όχι επάγγελμα, διότι στο μοναστήρι με την εργασία μου διακονώ τον αδελφό μου, γίνομαι υπηρέτης του, αποκτώ το επάγγελμα του Ιησού Χριστού, ο οποίος «ουκ ήλθε διακονηθήναι, αλλά διακονήσαι»(7).
Ο μοναχός διακατέχεται από αυτήν την επιθυμία της διακονίας των άλλων. Επομένως, το δεύτερο κριτήριο είναι η διακονία, το συμφέρον της αδελφότητος.
Εν συνεχεία η ειρήνη των μελών. Ας υποθέσωμε ότι έχομε έναν καθηγητή, ο οποίος ευρίσκεται σε διάστασι με τον γυμνασιάρχη. Τι διαπληκτισμοί, τι ύβρεις, τι αμαρτίες, τι απάτες, τι δικαστήρια μπορούν να γίνουν! Στο μοναστήρι όταν δούμε ότι δυο άνθρωποι δεν τα πάνε καλά, ως αδύνατοι που μπορεί να είναι, εάν δεν καταφέρουμε να τους κάνωμε πολύ δυνατούς -και είναι φυσικό να μην είναι όλοι δυνατοί- τότε, όταν έλθη η ώρα να δώσωμε και πάλι τα διακονήματα, ο καθένας θα πάρη διαφορετικό διακόνημα. Τα πάντα λύνονται ειρηνικά.
Βλέπετε ότι η ευθύνη δεν είναι του μοναχού. Αυτός είναι ήρεμος, απηλλαγμένος από κάθε φροντίδα και μέριμνα. Κάνει υπακοή με την οποία διακονεί το σώμα της αδελφότητας και οικοδομεί την ψυχή του. Έχει την καρδιά του χαρούμενη και ελεύθερη, για να μπορή να προσεύχεται.
Μιλήσαμε για την ιδιοκτησία και την εργασία, ας δούμε τώρα την δικαιοσύνη. Λέγουν οι σημερινοί άνθρωποι ότι δεν μας χρειάζεται αγάπη· μας χρειάζεται δικαιοσύνη. Και εμείς λέμε ότι την δικαιοσύνη θα την βρούμε επάνω στον ουρανό· εδώ μας χρειάζεται η αγάπη. Επειδή ξεύρομε ότι η δικαιοσύνη εξαρτάται από την αληθινή αγάπη, η δικαιοσύνη μας οδηγεί και δίνει το σκήπτρο στην αγάπη.
Η αγάπη είναι μία δωρεά του Χριστού προς το σώμα του(8) και, εν προκειμένω, προς την αδελφότητα. Πράγματι, χωρίς αγάπη δεν ζη καμία μοναχική αδελφότητα. Οι μοναχοί ζουν διότι αγαπούν. Η αγάπη είναι μίμησις του Χριστού, διότι «αυτός πρώτος ηγάπησεν ημάς»(9). Επομένως, όταν αγαπώ, σημαίνει ότι έχω πάρει δωρεά, έχω πάρει χάρι από τον Θεόν και ότι μιμούμαι τον Χριστόν.
5. Α ‘ Κορ. 12, 26-27.
6. Βλ. ΙΩΑΝΝΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ, «Εις την Γένεσιν ομιλία» 33, 3, PG53, 309.
7. Ματθ. 20, 28.
8. Βλ. Εφ. 5, 25.
9. Α’ Ιω. 4, 19.
Απόσπασμα από το βιβλίο «Περί Θεού, Λόγος αισθήσεως» του Γέροντα, Αρχιμανδρίτη Αιμιλιανού, ηγουμένου της Ιεράς Μονής Σίμωνος Πέτρας Αγίου Όρου το οποίο κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ίνδικτος.