Ὁ Ἑσπερινός τῆς Δευτέρας τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, γνωστός καί ὡς Ἑσπερινός τῆς Γονυκλισίας, ἐντάσσεται μέσα στόν ἑορτολογικό κύκλο τῆς Κυριακῆς τῆς Πεντηκοστῆς καί παρουσιάζει ξεχωριστή καί ἐνδιαφέρουσα ἰδιοτυπία[1]. Στήν σημερινή ἐνοριακή λατρευτική τάξη τελεῖται, γιά λόγους πρακτικούς, τήν Κυριακή τό πρωί, εὐθύς μετά τήν Ἀπόλυση τῆς Θείας Λειτουργίας τῆς κυριώνυμης ἡμέρας τῆς Πεντηκοστῆς. Πρόκειται γιά μία ἰδιαίτερη ἀκολουθία μέ λαμπρό καί ἐπίσημο χαρακτήρα, ἐξαιτίας τῆς σύνδεσης τῆς λειτουργικῆς πρακτικῆς οἱ πιστοί νά προσεύχονται «κλίνοντες τό γόνυ» μέ κάποιες ἰδιαίτερες Εὐχές, οἱ ὁποῖες δέν ἔχουν τόσο σχέση μέ τήν κάθοδο τοῦ Ἁγίου Πνεύματος[2]. Ἡ ἀπαγόρευση τῆς γονυκλισίας καί ἡ ἀποφυγή τῆς νηστείας, πού ἴσχυαν καθ΄ ὅλη τήν περίοδο τοῦ Πεντηκοσταρίου ἤδη ἀπό τήν ἐποχή τοῦ Τερτυλλιανοῦ, αἴρονται κατά τόν Ἑσπερινό τῆς Γονυκλισίας[3], στήν διαμόρφωση τῆς τάξεως τοῦ ὁποίου συνετέλεσε καταλυτικά ὁ συμβιβασμός καί ἡ δυναμική συνύπαρξη μεταξύ τοῦ Ἀσματικοῦ καί τοῦ Μοναχικοῦ Τυπικοῦ.
Ἡ λειτουργική παράδοση τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας σχετίζεται στενά μέ τήν πορεία καί τήν διαμόρφωση τοῦ λεγόμενου Βυζαντινοῦ Λειτουργικοῦ Τύπου, ὁ ὁποῖος προέκυψε ἀπό τήν συμβολή καί σταδιακή σύνθεση δύο λειτουργικῶν παραδόσεων, τῆς Κων/πολιτικῆς καί Ἱεροσολυμητικῆς. Οἱ παραδόσεις αὐτές συνδέονται μέ τά δύο μεγαλύτερα κέντρα τοῦ χριστιανικοῦ κόσμου καί ἐκδηλώνονται μέ τήν σειρά τους σέ δύο διαφορετικά περιβάλλοντα και συγκεκριμένα σ΄ αὐτά τῶν κοσμικῶν καί τῶν μοναστικῶν ναῶν, ἡ λατρευτική πράξη τῶν ὁποίων ἔχει ἀποτυπωθεῖ μέσα στίς ἐπιμέρους τοπικές ἐκφάνσεις τοῦ Ἀσματικοῦ ἤ Κοσμικοῦ Τυπικοῦ καί τοῦ Μοναχικοῦ ἀντίστοιχα, τό ὁποῖο καί ἐπικράτησε τελικά[4].
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αὐτῆς τῆς ποικιλότητας μεταξύ τῶν διαφόρων τοπικῶν παραλλαγῶν καί τῆς πάλης καί τοῦ συμβιβασμοῦ μεταξύ τους ἀποτελεῖ ὁ Ἑσπερινός τῆς Γονυκλισίας. Ἡ ἰδιαιτερότητά του συνίσταται στήν παρεμβολή τριῶν ὁμάδων Εὐχῶν, οἱ ὁποῖες εἶναι καταγεγραμμένες στά Εὐχολόγια ἤδη ἀπό τόν Η’ αἰώνα[5]. Σύμφωνα μέ τόν Οliver Strunk τό Μοναστικό Τυπικό προσέλαβε πιθανότατα αὐτούσια τό σύνολο τῆς Ἀσματικῆς ἀκολουθίας τῆς Γονυκλισίας, ἡ ὁποῖα τροποποιούμενη μέ τήν πάροδο τοῦ χρόνου, διά τῆς εἰσαγωγῆς ἐπιπλέον μοναστικῶν στοιχείων, διατηρήθηκαν ἀπό αὐτήν μόνο οἱ ἐν λόγῳ Εὐχές[6].
Ὁ συμβιβασμός καί ἡ ἀλληλοπεριχώρηση μεταξύ τῶν δύο Τυπικῶν εἶχε ὡς ἀποτέλεσμα μία μεγάλη ποικιλομορφία στις λειτουργικές διατάξεις τῆς ἀκολουθίας μεταξύ τῶν διαφόρων τοπικῶν παραλλαγῶν, ἀντίστοιχη μ΄ αὐτή τοῦ Νιπτήρα[7]. Πιο συγκεκριμένα ἡ ἀνάμειξη τῶν δύο Τυπικῶν ἀρχίζει ἀκριβῶς στό σημεῖο μετά τό Προκείμενο «Τίς Θεός μέγας…», ὅπου παρεμβάλλονται οἱ τρείς στάσεις τῶν Εὐχῶν, συνοδευόμενες κατά περίπτωση ἀπό τά τρία μικρά Ἀντίφωνα τῶν Ψαλμῶν ΡΙΔ’, ΡΙΕ’ καί ΡΙΣΤ’[8]. Συμπερασματικά, οἱ ποικίλες μορφές της, οἱ ὁποῖες μᾶς παραδίδονται στούς χειρόγραφους κώδικες, μποροῦν γενικά νά ὁμαδοποιηθοῦν σέ τρεῖς κατηγορίες:
1) Ὁ ἀμιγής Ἀσματικός τύπος τέλεσής της, ὁ ὁποῖος περιέχεται στό Εὐχολόγιο τῆς Μ.Χ.Ε τοῦ κώδικα Coislin 213 (ἔτ. 1027), καί ἀποτελεῖ οὐσιαστικά τήν πρώτη λεπτομερή ἔκθεση ὁδηγιῶν γιά τόν Ἑσπερινό αὐτό[9]. Οἱ ἰδιαιτερότητες πού συναντοῦμε, σέ σχέση μέ τήν ἀντίστοιχη Μοναστική ἀκολουθία, εἶναι οἱ παρακάτω: α) Ἀντί τοῦ Προοιμιακοῦ Ψαλμοῦ ΡΓ’ τοῦ Μοναχικοῦ Ἑσπερινοῦ, προβλέπονται τρία μεγάλα Ἀντίφωνα, οἱ Ψαλμ. 85 (μέ ἐφύμνιο «Δόξα σοι ὁ Θεός»), 18 (μέ ἐφύμνιο «Ἀλληλούια») καί 140 τοῦ ἀντίστοιχου Ἀσματικοῦ Ἑσπερινοῦ (μέ εἰδικό ἐφύμνιο γιά τόν Ἑσπερινό αὐτόν τό βραχύ τροπάριο «Ὁ τοῖς Μαθηταῖς ἐξαποστείλας τό Ἅγιον σου Πνεῦμα…»). β) Ἡ ὁμαδοποίηση τῶν Εὐχῶν γίνεται σέ τέσσερις καί ὄχι σέ τρεῖς στάσεις, ἡ κάθε μία ἀπό τίς ὁποῖες περιέχει ἀπό δύο Εὐχές γ) Μετά τίς Ἱερατικές «Συναπτές», ἐνδιαμέσως τῶν ἀπαγ-γελλόμενων Εὐχῶν τῆς Γονυκλισίας, παρεμβάλλονται τά τρία μικρά Ἀντίφωνα. δ) Κατά τήν ἐκφώνηση τῶν «Πληρωτικῶν» ἀπό τόν διάκονο ὁ ἱερέας ἀναγινώσκει «καθ΄ ἑαυτόν» τήν Εὐχή τῆς Κεφαλοκλισίας καί ἔπειτα γίνεται Ἀπόλυση μέ τό «Ἐν εἰρήνῃ προέλθετε».
β) Ἀσματική ἀκολουθία μέ ἀντικατάσταση τῶν ἐφυμνίων στό «Δόξα-Καί νῦν» τῶν τριῶν Ἀντιφώνων ἀπό τά Ἰδιομέλα τῶν Ἀποστίχων τῆς Μοναστικῆς ἀκολουθίας σέ ἦχο γ’[10] καί τήν μεταφορά τῶν Ἀναγνωσμάτων τοῦ Προφητολογίου πρίν τήν Ἀπόλυση[11]. Ὁ ἐμπλουτισμένος αὐτός Ἀσματικός τύπος ἀπαντᾶται ἐξ ὁλοκλήρου καί μέ ἀρκετά συμπαγή τρόπο σέ Στουδιτικές πηγές προερχόμενες ἀπό τήν Κάτω Ἰταλία[12]. Ἡ ὁμάδα αὐτή, μέ τά ἑτερόκλητα ἀσματικά καί μοναστικά χαρακτηριστικά της, προσφέρει καί τήν μεγαλύτερη μελωδική ποικιλία, μέ τήν συνάθροιση ὅλων τῶν ἐπιμέρους ὑφολογικῶν καί στυλιστικῶν ἰδιωμάτων τῆς βυζαντινῆς Μελοποιΐας.
γ) Μοναστικοῦ τύπου ἀκολουθία, ἡ ὁποῖα παρουσιάζεται, ὅπως καί ἡ προ-ηγούμενη κατηγορία, σέ ἕνα εὐρύ φάσμα πηγῶν (Τυπικά, Εὐχολόγια, μουσικά χειρόγραφα) καί ἐμφανίζει ποικίλες παραλλαγές μέ τήν προσθαφαίρεση τῶν παρακάτω στοιχείων: ἐπιβίωση τῶν Ἀσματικῶν Ἀντιφώνων ἤ ἐναλλακτικά μόνο τῶν τριῶν Ἰδιομέλων τοῦ γ’ ἤχου στόν τόπο αὐτῶν[13], ἤ ἐπιβίωση τῶν Ἀναγνω-σμάτων τοῦ Προφητολογίου στήν φυσική τους θέση μετά τό Μεγάλο Προκείμενο[14], τῶν ὁποίων συνήθως ἕπεται Ἀποστολικό καί Εὐαγγελικό Ἀνάγνωσμα[15].
Ἐκτός τῆς λειτουργικῆς του ἰδιοτυπίας καί κατά συνέπεια αὐτῆς, ὁ Ἑσπερινός τῆς Γονυκλισίας παρουσιάζει ἕναν ἀξιοπρόσεκτο μελωδικό πλοῦτο, συμπυκνώνοντας στό σῶμα της ὅλα τά ποικιλώνυμα δομικά στοιχεῖα πού ἀπαρτίζουν τόσο τόν Ἀσματικό ὅσο καί τόν Μοναχικό Ἑσπερινό. Δέν εἶναι τυχαῖο μάλιστα ὅτι ἐξαιτίας τῆς σπουδαιότητάς της αὐτῆς περιλαμβάνεται ξεχωριστά σέ μεγάλο τμῆμα τῶν σωζομένων πηγῶν.
Πιό συγκεκριμένα, τό μέλος τῶν ἐπιμέρους στοιχείων τοῦ Ἑσπερινοῦ τῆς Γονυκλισίας, ἀπαντᾶται τμηματικά ἤ ὁλοκληρωμένα σέ ἕξι κώδικες τοῦ ΙΓ’ αἰώνα ἀπό τήν Κάτω Ἰταλία καί σέ Mέση πλήρη σημειογραφία[16] . Τά μουσικά δείγματα τῶν παραπάνω πηγῶν περιλαμβάνουν ἕνα εὐρύ φάσμα ὑφολογικῶν καί στυλιστικῶν μορφῶν σύνθεσης, τά ὁποῖα ἐκπροσωποῦνται τό καθένα ξεχωριστά στούς τρεῖς κύριους δομικούς ἄξονες τῆς ἀκολουθίας: στά εἰσαγωγικά τρία Ἀντίφωνα τοῦ Ἀσματικοῦ Ἑσπερινοῦ ἀποτυπώνεται ὁ μελισματικός τρόπος σύνθεσης, στά τρία μικρά Ἀντίφωνα ὁ συλλαβικός, ἐνῶ στά Στιχηρά, πού ἕπονται ἤ εἰσχωροῦν ἀνάμεσα σ΄ αὐτά, τό μέλος ἀπαράλλακτά τοῦ Παλαιοῦ Στιχηραρίου:
α) Μεγάλα Ἀντίφωνα τῶν Ψαλμῶν ΠΕ’, ΙΗ’ καί ΡΜ’ : Πρόκειται γιά τά τρία Ἀντίφωνα τοῦ Ἀσματικοῦ Ἑσπερινοῦ, τά ὁποῖα ψάλλονταν στήν ἔναρξη τῆς ἀκολουθίας μετά τά Εἰρηνικά. Ὁ τρόπος ἐκτέλεσης τῶν Ἀντιφώνων αὐτῶν περιελάμβανε τήν ψαλμώδηση τῶν Ψαλμικῶν στίχων μέ τήν ἐπανάληψη τοῦ ὁριζόμενου ἐφυμνίου, πιθανότατα ἀπό τόν Χορό. Ὡς πρός τήν ἐκτέλεση τοῦ πρώτου Ἀντιφώνου ἀρχικά στό πρόψαλμα ἀναπτύσσεται ἕνας μουσικός διάλο-γος ἀνάμεσα στόν δομέστικο-σολίστα καί τόν Χορό, πού ἀφορᾶ τήν εἰσαγωγική φράση τοῦ πρώτου στίχου, μέ τους στίχους τοῦ ΠΕ’ Ψαλμοῦ ν΄ ἀποδίδονται μετά τήν Μικρή Συναπτή ἀντιφωνικά ἀπό τούς δύο Χορούς. Σέ ὅλες τίς περιπτώσεις τό μέρος τοῦ Μονοφωνάρη εἶναι πιό ἔντεχνο καί καλλωπισμένο σέ σχέση μέ τήν ἁπλούστερη μελωδική γραμμή τῶν Ψαλτῶν[17] .
Ὡς πρός τό δεύτερο Ἀντίφωνο, εἰσάγεται μέ Προοίμιο τόν στίχο ΙΒ’ τοῦ Ψαλμοῦ ΠΗ’ «Τήν οἰκουμένην…» καί τετραπλή ἐπανάληψη τοῦ ἐφυμνίου «Ἀλληλούια» μέ μελισματική ἐπιτήδευση σέ ἦχο πλ. β’[18]. Ὁ Ψαλμός ΙΗ’, πού ἀκολουθεῖ μετά τήν Μικρή Συναπτή ἀπό τόν διάκονο καί τήν ἐκφώνηση τοῦ ἱερέα, εἰσάγεται πάλι μέ τόν δομέστικο σέ ἦχο β’ καί σχεδόν συλλαβική ἀπόδοση, σε ἀντίθεση μέ τήν κατάληξη τοῦ στίχου καί τό μέλος τοῦ ἐφυμνίου πού ἕπεται, τά ὁποῖα ἐξελίσσονται μέ ἀρκετά μελισματικό τρόπο. Το γεγονός αὐτό, σέ συνδυασμό μέ τήν ὁδηγία πού δίνεται γιά τόν δομέστικο στόν κώδικα Κρυπτο-φέρρης Γ.β ΧΧΧV (φ. 56β), ὁδηγοῦν στό συμπέρασμα ὅτι ὁ μουσικός διάλογος τοῦ Πρωτοψάλτου μέ τόν Χορό ἰσχύει ἐκτός ἀπό τό Προοίμιο καί γιά τόν ὑπόλοιπο Ψαλμό[19] . Ἀντίθετα τό μέλος τοῦ τρίτου Ἀντιφώνου, κατά το ὁποῖο λάμβανε χώρα ἡ Εἴσοδος, δέν ἀποτυπώνεται πουθενά στίς Ἰταλικές πηγές, ἐνῶ στό Ἀσματικό Τυπικό πού ἀναβίωσε ὁ Ἅγιος Συμεών στήν Θεσσαλονίκη καταχωρεῖται μέ ἀρκετά ἁπλή καί ἀνεπιτήδευτη μελική φόρμα[20] .
β) Μικρά Ἀντίφωνα: Σύμφωνα μέ τόν Ἀσματικό τύπο τέλεσης τῆς ἀκολουθίας, μετά τό τελευταῖο Ἀντίφωνο καί τήν Εἴσοδο, ἀκολουθεῖ τό Μέγα Προκείμενο, τά βιβλικά Ἀναγνώσματα καί ἡ ἀπαγγελία τῶν Εὐχῶν τῆς Γονυκλισίας, ἀνάμεσα στίς ὁποῖες παρεμβάλλονται τά τρία μικρά Ἀντίφωνα. Τό μέλος τους δέν συμπεριλαμβάνεται σέ καμία ἀπό τίς πηγές πού σχετίζονται μέ τόν Ἑσπερινό τῆς Γονυκλισίας, στοιχεῖο τό ὁποῖο πιθανότατα ἐξηγεῖται ἀπό τό γεγονός ὅτι δέν διέφερε ἀπό τό σύνηθες μέλος τοῦ Ἀσματικοῦ Ἑσπερινοῦ[21]. Ἡ εἰκόνα πάντως πού ἀποκομίζουμε ἀπό μεταγενέστερες πηγές τοῦ ΙΔ’-ΙΕ’ αἰώνα, κυρίως ἀπό τούς δύο Ἀθηναϊκούς κώδικες πού σχετίζονται μέ τό Τυπικό τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Συμεών Θεσ/νίκης, ἐμφανίζει μία συλλαβική ἐκδοχή σέ ἦχο πλ. β’ καί μία πιό καλλωπισμένη σέ ἦχο γ’[22]. Στήν δεύτερη περίπτωση ἡ μελική διαπλάτυνσή της ἀφορᾶ κυρίως τήν κατάληξη τῶν στίχων τῶν δύο πρώτων Ψαλμῶν καί ἐξ ὁλοκλήρου τό τρίτο Ἀντίφωνο. Οἱ δύο αὐτές ἐκδοχές διαφορο-ποιοῦνται καί ὡς πρός τό ἐφύμνιο τοῦ δευτέρου Ἀντιφώνου, ἀφοῦ ἡ πρώτη προορί-ζεται, ἐκτός τῶν ἄλλων, γιά τήν καθημερινή ἑβδομαδιαία ἀκολουθία, ἐνῶ ἡ δεύτερη γιά τoν Ἀναστάσιμo Ἑσπερινό «τῇ ἁγίᾳ καί μεγάλῃ Κυριακῇ ἑσπέρας»[23] .
γ) Τά Στιχηρά Ἰδιόμελα: Ἐκτός ἀπό τόν Σαββαϊτικό τύπο τέλεσης τῆς ἀκολουθίας, τά Ἰδιόμελα τοῦ γ’ ἤχου καί τό Δοξαστικό τοῦ Λέοντα Σοφοῦ εἰσχώρησαν καί στήν Ἀσματική λειτουργική πρακτική τῆς Κάτω Ἰταλίας. Ψάλλονται δύο φορές τό καθένα, ἀντί τῶν προβλεπόμενων ἐφυμνίων, μετά τό ἐπισφραγιστικό «Δόξα- Καί νῦν…» τῶν μικρῶν Ἀντιφώνων καί τό Δοξαστικό ὁμοίως στό τέλος τοῦ Ἀπολυτικίου τῆς ἑορτῆς. Σέ ἀντίθεση μέ τά Ἀντίφωνα, τό μέλος τους καταχωρεῖται στίς παραπάνω πηγές μέ μουσική σημειογραφία καί συμπίπτει μέ αὐτό τοῦ Παλαιοῦ Στιχηραρίου. Ἐπίσης ἡ θέση τοῦ περίφημου Δοξαστικοῦ «Δεῦτε λαοί…» στήν κατακλείδα τῆς ἑσπερινῆς ἀκολουθίας, μέ τήν τριαδική δοξολογική ἐπίκληση στό δεύτερό του τμῆμα[24] , μπορεῖ νά συσχετιστεῖ μέ συγκεκριμένες δομές τόσο τοῦ Κοσμικοῦ, ὅσο καί τοῦ Μοναχικοῦ Ἐσπερινοῦ[25] .
Ἀπό τά παραπάνω γίνεται σαφές ὅτι κατά τόν ΙΓ’ αἰώνα στήν Κάτω Ἰταλία ἡ Ἀσματική ἀκολουθία τῆς Γονυκλισίας εἶχε σταδιακά ἀφομοιώσει στοιχεῖα τοῦ μοναστικοῦ Τυπικοῦ καί ἐπιπλέον εἶχε ἐνσωματώσει ἕνα εἶδος μουσικῆς ἐπιτή-δευσης, φαινόμενο ὄχι ἀσυνήθιστο γιά σημαντικούς σταθμούς τοῦ χριστιανικοῦ ἑορτολογίου, ὅπως αὐτός τῆς Πεντηκοστῆς. Παρόλα αὐτά παραμένει νά διευκρινιστεῖ ἄν πρόκειται γιά μία τοπική τεχνοτροπία, ἡ ὁποῖα ἀποσκοπεῖ στήν ἔξαρση τῆς ἑορτῆς, ἤ μία ἐπιβίωση καί προέκταση τῆς Κων/πολιτικῆς Ἀσματικῆς πράξης τοῦ Ι’ αἰώνα.
[1] Γιά τήν ἔντυπη ἀποκρυστάλλωση τῆς ἀκολουθίας, βλ. ΒΙΟΛΑΚΗ Γ., Τυπικόν τῆς τοῦ Χριστοῦ Μεγάλης Ἐκκλησίας, ἐκδ. Σαλλίβερου, Ἀθῆναι 1890, σσ. 90-92 καί Πεντηκοστάριον, Ἀποστολική Διακονία τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος ἔκδοση ΣΤ’, Ἀθήνα 2002, σσ. 241-245.
[2] Γιά τό περιεχόμενο καί τήν διαμόρφωση τῶν ἑπτά Εὐχῶν τῆς ἀκολουθίας καί τήν ὁμαδοποίησή τους σέ τρεῖς καί παλαιότερα σέ τέσσερις στάσεις, βλ. ΚΟΥΜΑΡΙΑΝΟΥ Ἰ. Θ. (πρωτοπρεσβυτέρου), «Οἱ ἑορτές τῆς Ἀναλήψεως καί τῆς Πεντηκοστῆς», στά Πρακτικά τοῦ Η’ Πανελληνίου Λειτουργικοῦ Συμποσίου Στελεχῶν Ἱερῶν Μητροπόλεων «Τό Χριστιανικόν Ἑορτολόγιον» (Βόλος 18-20 Σεπτεμβρίου 2006), σσ. 226-230, Ἀθῆναι 2007 καί ΑRRANZ M., “Les priers de la Gonyclisia ou de la genuflection du jour de la Pentecote dans l’ ancient Euchologe Byzantin”, Orientalia Christiana Periodica 48, Rome 1982, σσ. 92-123.
[3] Σημειωτέον ὅτι ἡ ἔναρξη τῆς νηστείας για τήν περίοδο μετά τήν Κυριακή τοῦ Θωμᾶ καθιερώθηκε ἀργότερα, βλ. ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΕΥ., «Πεντηκοστή», Θρησκευτική καί Ἠθική Ἐγκυκλοπαιδεία 10, σ. 287, ὅπου συνοψίζονται οἱ Πατερικές μαρτυρίες γιά τήν ἀπαγόρευση τῆς γονυκλισίας καί τῆς νηστείας.
[4] Γιά τήν διαμόρφωση καί Ἱστορία τοῦ Βυζαντινοῦ Τυπικοῦ, βλ. ἐνδεικτικά ΒΑΚΑΡΟΥ Δ. (πρωτοπρεσβυτέρου), Τό Βυζαντινό Τυπικό, Δύο Κείμενα Ἱστορικῆς Προσέγγισης ἀπό τούς Robert F. Taft καί Miguel Arranz S. J., μετάφραση-σχόλια, Θεσ/νίκη 2003, ΦΟΥΝΤΟΥΛΗ Ἰ, «Μοναχικό και Κοσμικό Τυπικό», Τελετουργικά Θέματα Α’, σσ. 11-24 καί γιά τόν Βυζαντινό Ἀσματικό τύπο, βλ. ΜΠΑΛΑΓΕΩΡΓΟΥ Δ., Ἡ Ψαλτική παράδοση τοῦ Βυζαντινοῦ Κοσμικοῦ Τυπικοῦ, διδακτορική διατριβή στό Τμῆμα Κοινωνικῆς Θεολογίας τοῦ Ἐθνικοῦ καί Καποδιστριακοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν, Ἵδρυμα Βυζαντινῆς Μουσικολογίας, Μελέται 12, Ἀθῆναι 2004.
[5] Βλ. GOAR J., Εὐχολόγιον sive ritual Graecorum complectens ritus et ordines Divinae Liturgiae, officiorum, sacramentorum, consecrationum, benedictionum, funerum, orationum etc. cuilibet personae statui vel tempori congruous, juxta usum Oriemtalis Ecclesiae, edition secunda expurgate et accuratior, Venetiis 1730 (Graaz 1960), σσ. 597-603.
[6] Βλ. FOLLIERI H.-STRUNK O., Triodium Athoum, I: Pars Suppletoria, II: Pars Principalis, Monumenta Musicae Byzantinae, Principale 9, Copenhague 1975, σσ. 44-46. Ἡ ἐν λόγῳ πάντως πιθανολογούμενη πρόσληψη δέν μπορεῖ να συντελέστηκε μέτα τόν ΙΑ’ αἰώνα, καθώς κατά τήν ἐποχή αὐτή μαρτυροῦνται ὁρισμένες μοναστικοῦ τύπου μορφές τέλεσης τῆς ἀκολουθίας.
[7] Ἐνδιαφέρουσα μαρτυρία γιά τήν ποικιλομορφία, ὡς πρός τήν τάξη τῆς ἐν λόγῳ ἀκολουθίας, ἀποτελεῖ ἡ διατύπωση ὅτι οἱ ἐκτός τῆς Μ.Χ.Ε. Ἐκκλησίες «ἄλλη ἄλλως ποιεῖ καί ἑτέρα ἑτέρως», ἡ ὁποῖα ἀπαντᾶται στό Εὐχολόγιο τῆς Μ.Χ.Ε. τοῦ κώδικα Coislin 213, μέ τήν ἐπιπλέον περιληπτική ἀναφορά πέντε διαφορετικῶν ἐκδοχῶν τῆς, μοναστικῆς ὡς ἐπί τό πλεῖστον προέλευσης, βλ. DMITRIEVSKIJ J. A., Opisanie liturgitseskich Rucopisej (Περιγραφή λειτουργικῶν χειρογράφων τῆς Ὀρθόδοξης Ἀνατολῆς), II:Euchologia, Kiev 1901 (ἀναστατική ἀνατύπωση Hildeshein 1965), σ. 1001.
[8] Πρόκειται γιά τά μικρά Ἀντίφωνα τοῦ Ἀσματικοῦ Ἑσπερινοῦ, τά ὁποῖα εἶναι ὅμοια ὡς πρός τά ἐφύμνια τους μέ αὐτά τῆς Θείας Λειτουργίας, βλ. STRUNK O., “The Byzantine Office at Hagia Sophia”, στό O. STRUNK, Essays on Music in the Byzantine World, New York 1977, σσ. 135-136. Ὅσον ἀφορᾶ τήν ἀκολουθία τῆς Γονυκλισίας, τό κείμενο τῶν ἐφυμνίων τους ἐμφανίζεται στίς Ἰταλικές πηγές ἐλαφρῶς διαφοροποιημένο. Στίς ἴδιες πηγές διαφοροποιοῦνται σέ κάποιες περιπτώσεις καί οἱ στίχοι τῶν Ἀντιφώνων, μέ τήν χρήση τῶν πρώτων τεσσάρων στίχων τοῦ κάθε Ψαλμοῦ, σέ ἀντίθεση μέ ἄλλες περιπτώσεις, ὅπου γίνεται ἐπιλογή αὐτῶν ἀπό τό σύνολο τῶν ὀκτώ ἤ ἐννέα στίχων, βλ. HARRIS S., ”The Byzantine office of Genuflection”, Music and letters 77 (1996), σ. 339.
[9] Βλ. DMITRIEVSKIJ J. A., Opisanie liturgitseskich Rucopisej (Περιγραφή λειτουργικῶν χειρογράφων τῆς Ὀρθόδοξης Ἀνατολῆς), II:Euchologia, Kiev 1901, σσ. 99-1001. Στήν κατηγορία αὐτή ὑπάγεται καί ἡ ἀκολουθία πού περιγράφεται χωρίς πολλές λεπτομέρειες στό Τυπικό τῆς Μεγάλης τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας Δρέσδης Α104, φ. 146α. Ἡ διάταξη πού ἀφορᾶ τά «κατάγυρα» καί τήν «διάδοση τῶν κηρῶν» ἐμπεριέχεται καί στό ἀντίστοιχο Coislin 213. Τό γεγονός πάντως ὅτι τά δύο παλαιότερα Τυπικά, πού συνδέονται μέ τόν Κων/πολιτικό Ἀσματικό τύπο τοῦ ναοῦ τῆς Ἁγίας Σοφίας καί περιέχονται στους κώδικες Τιμίου Σταυροῦ 40 καί Πάτμου 265, δεν δίνουν ἀναλυτικές ὁδηγίες γιά τόν Ἑσπερινό αὐτό, ὑποδεικνύει ὅτι ἴσως πρίν τόν Ι’ αἰώνα ἡ ἀκολουθία τελοῦνταν κατά τήν συνήθη τάξη καί χωρίς ἰδιαιτερότητες.
[10] Βλ. Πεντηκοστάριον, Ἀποστολική Διακονία τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος ἔκδοση ΣΤ’, Ἀθήνα 2002, σσ. 246-247.
[11] Τά Ἀναγνώσματα τοῦ Ἑσπερινοῦ τῆς Γονυκλισίας (Ἠσαΐου 63.15-64.8, Ἱερεμίου 4,21-29, Δανιήλ 9,15-19) περιέχονται ὁλοκληρωμένα στό ΗOEG C.-ZUNTZ G., Prophetologium, Μonumenta Musicae Byzantinae, Lectionaria 6, Copenhague 1970, σσ. 554-58, μέ βάση τούς κώδικες Ἁγίου Σάββα 99, Μεσσήνης gr. 102 καί Vaticanus reg. 75.
[12] Τά ἀντιπροσωπευτικότερα δείγματα αὐτοῦ τοῦ τύπου εἶναι τά Tυπικά πού περιέχονται στους κώδικες Μεσσήνης 115 (στό M. Αrranz, “Le typicon du Monastere du Saint-Sauver a Messine, codex Messinensis gr 115 (A.D. 1131)”, Orientalia Christiana Analecta 185, Pontificio Istituto Orientale, Rome 1969, σσ. 278-282), Vaticanus gr. 1877 (Τυπικό Μίλι Σικελίας στό DMITRIEVSKIJ J. A., Opisanie liturgitseskich Rucopisej (Περιγραφή λειτουργικῶν χειρογράφων τῆς Ὀρθόδοξης Ἀνατολῆς) I:Τypica, Kiev 1895, σσ. 889-892) καί τό Εὐχολόγιο τοῦ κώδικα Κρυ-πτοφέρρης Γ. β XXXV φφ. 52β-71β (στό HARRIS S.,”The Byzantine office of Genuflection”, Music and letters 77 (1996) σσ. 346-347, ὅπου περιέχεται διάγραμμα τῆς ἀκολουθίας).
[13] STRUNK O., “The Byzantine Office at Hagia Sophia”, στό O. STRUNK, Essays on Music in the Byzantine World, New York 1977, σσ. 136-37 καί ἐνδεκτικά βλ. τους κώδικες Παντελεήμονος 68 καί Σινά 966 στό DMITRIEVSKIJ J. A., Opisanie liturgitseskich Rucopisej (Περιγραφή λειτουργικῶν χειρογράφων τῆς Ὀρθόδοξης Ἀνατολῆς) I:Τypica, Kiev 1895, σ. 148 ὑποσμ. 1 καί ΙΙ:Euchologia, σσ. 216-217 ἀντίστοιχα. Γιά τήν δεύτερη περίπτωση, βλ. τήν ἀκολουθία τῆς Γονυκλισίας τοῦ Κανοναρίου Σινά 150 στό DMITRIEVSKIJ J. A., Opisanie liturgitseskich Rucopisej (Περιγραφή λειτουργικῶν χειρογράφων τῆς Ὀρθόδοξης Ἀνατολῆς) I:Τypica, Kiev 1895, σ. 183 καί τοῦ κώδικα Σινά 756 φ. 301αβ, σύμφωνα μέ τά ὁποῖα, μετά τά Ἀναγνώσματα καί πρίν ἀπό κάθε Εὐχή, ψάλλονται ἀνά ἕνα τά τρία Ἰδιόμελα τοῦ γ’ ἤχου, ὡς ἀπομεινάρια πιθανότατα τῶν Ἀντιφώνων τοῦ Ἀσματικοῦ τύπου. Παρόμοια περίπτωση μ΄ αὐτή τοῦ Κανοναρίου εἶναι ἡ Σαββαϊτική ἀκολουθία πού περιγράφεται στόν κώδικα Σινά 1097, βλ. DMITRIEVSKIJ J. A., Opisanie liturgitseskich Rucopisej (Περιγραφή λειτουργικῶν χειρογράφων τῆς Ὀρθόδοξης Ἀνατολῆς) III:Τypica, Ἁγ. Πετρούπολη 1917, σ. 407.
[14] Ἐξαίρεση ἀποτελεῖ ἡ ἀκολουθία πού περιγράφεται στό κώδικα Βατοπεδίου 1488 φφ. 166α-170β, ὅπου ἡ ὕπαρξη τῶν Ἀσματικῶν Ἀντιφώνων δέν συνοδεύεται ἀπό Ἀναγνώσματα τῆς Παλαιᾶς ἤ Καινῆς Διαθήκης.
[15] Γιά τά Τυπικά πού περιέχουν καί Καινοδιαθηκικά ἐπίσης Ἀναγνώσματα, Ἀποστολικό ὁρίζεται στόν Ἑσπερινό τῆς Γονυκλισίας ἀπό τό βιβλίο τῶν Πράξεων (20,16) «Ἔκρινεν ὁ Παῦλος…», Ἀλληλουάριο σέ ἦχο πλ. δ’ «Ὑψώσω σε ὁ Θεός μου…» καί Εὐαγγελικό ἀπό τό κατά Ἰωάννην (20,19) «Οὐσης ὀψίας…». Στό Σαββαϊτικό Τυπικό Σινά 1097, παρά τήν ὕπαρξη τῶν Προφητικῶν Ἀναγνωσμάτων, ἐκλείπουν τά ἀντίστοιχα Καινοδιαθηκικά, βλ. DMITRIEVSKIJ J. A., Opisanie liturgitseskich Rucopisej (Περιγραφή λειτουργικῶν χειρογράφων τῆς Ὀρθόδοξης Ἀνατολῆς) ΙI:Euchologia, Kiev 1901, σ. 394.
[16] Πρόκειται γιά κώδικες μικτῆς ἤ «καθαρῆς» μορφῆς τοῦ παλαιοῦ Ψαλτικοῦ καί Ἀσμα-τικοῦ. Ἐξαίρεση ἀποτελεῖ τό Εὐχολόγιο Κρυπτοφέρρης Γβ ΧΧΧV τῶν ἀρχῶν τοῦ ΙΒ’ αἰώνα, τό ὁποῖο στά φφ. 52β-71β διασώζει σέ σημειογραφία Coislin τό μέλος ὅλης τῆς Ἀκολουθίας.
[17] Βλ. STRUNK O., “The Byzantine Office at Hagia Sophia”, στό O. STRUNK, Essays on Music in the Byzantine World, New York 1977, σσ. 119-120. Γιά μία περιγραφή τῆς μελωδικῆς παράδοσης τοῦ πρώτου Ἀντιφώνου, σύμφωνα μέ τούς κώδικες πού περιέχουν τό μέλος τοῦ Ἑσπερινοῦ τῆς Γονυκλισίας, βλ. ΗARRIS S., ”The Byzantine office of Genuflection”, Music and letters 77 (1996), σσ. 334-336 καί ADSUARA CL., “Asmatic, Psaltic and Kalophonic Fragments in Palaeobyzantine Notation, Relationship and Interchangeability”, στό ΤROELSGARD CH.-WOLFRAM G., Palaeobyzantine Notations ΙI , Acta of the Congress Helt at Hernen Castle (The Netherlands) In October 1996, Hernen 1999, σσ. 53-54 καί 58-59. Ἀξίζει νά σημειωθεῖ ὅτι στούς κώδικες πού ἐνσωματώνουν τόν Ἀσματικό Ἑσπερινό τό πρῶτο Ἀντίφωνο ψάλλεται σέ ἦχο πλ. β’ καί γ’ ἀνάλογα μέ τόν εἶδος τῆς ἀκολουθίας, ἡ ὁποῖα σύμφωνα μέ τίς ἐπιγραφές τῶν πηγῶν διακρίνεται σέ Ἀσματικό Ἑσπερινό «εἰς ἐπισήμους ἑορτάς καί εἰς μεγάλων ἁγίων μνήμας» καί σέ ἀκολουθία πού ψάλλεται στίς ἑορτές τῆς Ὑψώσεως τοῦ Τιμίου Σταυροῦ, τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου καί «εἰς ἡμέραν Κυριακῆς, ἤτοι τῷ Σαββάτῳ ἑσπέρας», βλ. TOULIATOS-BANKER D., “The chanted vespers service”, Κληρονομία 8 (1976), σσ. 107-109 καί 119-125, μέ καταγεγραμμένο τό μέλος τοῦ πρώτου Ἀντιφώνου καί τῶν δύο Ἀσματικῶν τύπων Ἑσπερινοῦ, καθώς καί στό ΜΠΑΛΑΓΕΩΡΓΟΥ Δ., Ἡ Ψαλτική παράδοση τοῦ Βυζαντινοῦ Κοσμικοῦ Τυπικοῦ, διδακτορική διατριβή στό Τμῆμα Κοινωνικῆς Θεολογίας τοῦ Ἐθνικοῦ καί Καποδιστριακοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν, Ἵδρυμα Βυζαντινῆς Μουσικολογίας, Μελέται 12, Ἀθῆναι 2004, σ. 212. Ἡ περιγραφόμενη στίς μουσικές πηγές Ἀσματική ἐκδοχή τοῦ Ἑσπερινοῦ τῆς Γονυκλισίας ἀνήκει στόν πρῶτο τύπο τέλεσης τῆς ἀκολουθίας. Ἐξαίρεση ἀποτελεῖ ἡ Ἀσματική παράδοση τῆς Θεσ/νίκης τήν ἐποχή τοῦ Ἁγίου Συμεών, ὅπου τό πρῶτο Ἀντίφωνο ψαλόταν σέ ὅλες τίς περιπτώσεις σέ ἦχο πλ. β’, μέ ἐξαίρεση «τῇ ἁγίᾳ καί Μεγάλῃ Κυριακῇ (τοῦ Πάσχα) ἑσπέρας, ἦχος α’ Καί ἐπάκουσόν μου…», βλ. στόν κώδικα ΕΒΕ 2061 φ. 47β καί 2062 φ. 47α.
[18] Βλ. τήν περιγραφή τῆς ἀκολουθίας μέ βάση τό Ψαλτικό Ashburnhamenses 64 φ. 259αβ στό HOEG C., Contacarium Ashburnhamense, Μonumenta Musicae Byzantinae, Principale 4, Copenhague 1956, σ. 47.
[19] Βλ. ΗARRIS S., ”The Byzantine office of Genuflection”, Music and letters 77 (1996), σ. 337.
[20] Βλ. ΜΠΑΛΑΓΕΩΡΓΟΥ Δ., Ἡ Ψαλτική παράδοση τοῦ Βυζαντινοῦ Κοσμικοῦ Τυπικοῦ, διδακτορική διατριβή στό Τμῆμα Κοινωνικῆς Θεολογίας τοῦ Ἐθνικοῦ καί Καποδιστριακοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν, Ἵδρυμα Βυζαντινῆς Μουσικολογίας, Μελέται 12, Ἀθῆναι 2004, σσ. 108-119 καί 302-306 καί ΦΟΥΝΤΟΥΛΗ Ἰ., «Ὁ Ἁγιος Συμεών Θεσ/νίκης συντάκτης Τυπικοῦ», στό Ἰ. ΦΟΥΝΤΟΥΛΗ, Λειτουργικά Θέματα, τόμος ΣΤ‘, Θεσ/νίκη 1986, σσ. 9-26.
[21] Γιά τό μέλος τῶν Μικρῶν Ἀντιφώνων τοῦ Ἀσματικοῦ Ἑσπερινοῦ, βλ. STRUNK O., “The Byzantine Office at Hagia Sophia”, στό O. STRUNK, Essays on Music in the Byzantine World, New York 1977, σσ. 135-138, TOULIATOS-BANKER D., “The chanted vespers service”, Κληρονομία 8 (1976), σσ. 111-112 καί ΜΠΑΛΑΓΕΩΡΓΟΥ Δ., Ἡ Ψαλτική παράδοση τοῦ Βυζαντινοῦ Κοσμικοῦ Τυπικοῦ, διδακτορική διατριβή στό Τμῆμα Κοινωνικῆς Θεολογίας τοῦ Ἐθνικοῦ καί Καποδιστριακοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν, Ἵδρυμα Βυζαντινῆς Μουσικολογίας, Μελέται 12, Ἀθῆναι 2004, σσ. 306-308.
[22] Τό συλλαβικό μέλος τοῦ πλ. β’ ἤχου παραδίδεται μόνο στόν σχετιζόμενο μέ τό Ἀσματικό Τυπικό τοῦ Ἁγίου Συμεών Θεσσαλονίκης κώδικα ΕΒΕ 2062. Συγκεκριμένα σέ ἦχο πλ. β’ ψάλλονται τά Ἀντίφωνα τοῦ Ἑσπερινοῦ τῆς Κυριακῆς καί συνακόλουθα καί τοῦ ὑπολοίπου ἑβδομαδιαίου κύκλου τῆς ἀκολουθίας, καθώς καί τῆς ἑορτῆς τῆς Ὑψώσεως τοῦ Τιμίου Σταυροῦ, βλ. φ. 2α καί 54β ἀντίστοιχα. Ἀπό τήν ἄλλη μεριά τό ἐκτενέστερο, κυρίως ὡς πρός τούς στίχους τῶν Ἀντιφώνων, μέλος τοῦ γ’ ἤχου συνδέεται μέ τήν Ἀναστάσιμη ἑσπερινή ἀκολουθία πού τελεῖται στήν Θεσσαλονίκη «τῇ ἁγίᾳ καί μεγάλῃ Κυριακῇ ἑσπέρας», βλ. στό ΕΒΕ 2061 φφ. 48β-49α καί ΕΒΕ 2062 φφ. 48α-49α. Ἡ δεύτερη αὐτή ἐκδοχή ἀπαντᾶται ἐπίσης αὐτούσια καί στόν Ἑσπερινό «εἰς ἐπισήμους ἑορτάς», ἔτσι ὅπως ἀποτυπώνεται στόν κώδικα Βατοπεδίου 1527 φ. 312β, καθώς καί στόν ΕΒΕ 2401 φ. 243αβ «εἰς τήν Ὕψωσιν τοῦ τιμίου Σταυροῦ καί εἰς ἡμέραν Κυριακήν, ἤτοι τῷ Σαββάτῳ ἑσπέρας».
[23] «Ὁ ἐν ἁγίοις θαυμαστός» καί «ὁ ἀναστάς ἐκ νεκρῶν» ἀντίστοιχα.
[24] Γιά το κείμενο τοῦ Δοξαστικοῦ, βλ. Πεντηκοστάριον, Ἀποστολική Διακονία τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος ἔκδοση ΣΤ’, Ἀθήνα 2002, σ. 232.
[25] Βλ. ΗARRIS S., ”The Byzantine office of Genuflection”, Music and letters 77 (1996), σσ. 343-344, ὅπου μεταξύ τῶν ἄλλων περιέχονται καί ἄλλες ἐνδιαφέρουσες πτυχές, σέ σχέση μέ τήν ἱστορική ἐξέλιξη τῆς ἀκολουθίας.
