Άγιος Σεραφείμ του Σάρωφ, Ξανφνικά το πρόσωπό του φωτίστηκε σαν να ξεπηδούσαν απ’ αυτό ακτίνες ήλιου!

Oσία Μάρθα του Ντιβέγιεβο.

(Επιμέλεια Στέλιος Κούκος)

Για την οσία Μάρθα του Ντιβέγιεβο


 

Η αγία αδελφούλα

Το λυπητερό γεγονός που συνέβη το μήνα Αύγουστο, δεκαπέντε μέρες μετά τα εγκαίνια της εκκλησίας της Γεννήσεως του Σωτήρος, ήταν ο θάνατος της Μαρίας Μελιούκωφ, της χαριτωμένης κόρης που σε ηλικία δεκατριών ετών ακολούθησε την αδελφή της στο μοναστήρι του Ντιβέγιεβο για να μην ξαναβγή πια. Ο στάρετς έτρεφε γι’ αυτήν μια ιδιαίτερη τρυφερότητα. Μόνο σ’ αυτή μιλούσε για τα οράματά του, και της εμπιστευόταν μυστικά σχετικά με το μέλλον.

Πάντα σιωπηλή, βυθισμένη μέσα σε μια διαρκή, ασταμάτητη προσευχή, ήταν η εικόνα της υπακοής. Μια μέρα, καθώς η αδελφή της Παρασκευή της μιλούσε για κάποιο καλόγερο του Σάρωφ: «Πώς είναι οι καλόγεροι», την ρώτησε με αφέλεια, «μοιάζουν όλοι με τον Μπάτουσκα»;

– Πας κάθε τόσο στο Σάρωφ και δεν είδες ποτέ σου καλόγερο;
– Όχι, Παράσα. Όταν πάω στο Σάρωφ, δεν βλέπω τίποτε, δεν ακούω τίποτε. Ο Μπάτουσκα, μου έχει πη να μη κοιτάξω ποτέ τους μοναχούς. Λοιπόν τραβάω το σάλι μου πάνω στα μάτια μου με τρόπο, ώστε να μη βλέπω παρά μόνο το δρόμο κάτω από τα πόδια μου.

Όταν έχτιζαν την εκκλησία της Γεννήσεως, οι αδελφές βοηθούσαν στις εργασίες μεταφέροντας πέτρες. Φλεγομένη από ζήλο η Μαρία μετέφερε περισσότερες από τις άλλες. Φαίνεται ότι και πως κτύπησε και αυτό το κτύπημα ήταν που την έστειλε στον τάφο, την καημενούλα.

Πριν πεθάνη, μετέδωσε στις αδελφές μερικές προφητείες του στάρετς σχετικές με το μέλλον. Αυτές τις ξέχασαν.

Σχετικά με τη φτώχεια της νέας κοινότητας, ο στάρετς έλεγε στην κόρη: «Ο ανάξιος Σεραφείμ μπορούσε να σας πλουτίση, εάν το ήθελε, αυτό όμως δεν θα σας χρησίμευε σε τίποτε. Εάν ήθελα, θα μπορούσα να μεταμορφώσω τη στάχτη σε χρυσό, αλλά όμως δεν το θέλω. Το πολύ, σε σας, δεν θ’ αυξηθή· το λίγο δεν θα λιγοστέψη. Κατά τα τελευταία χρόνια θα γνωρίσετε την αφθονία, τότε όμως θα σημάνη το τέλος».

Ο στάρετς κατάλαβε νοερά την ώρα που πέθανε αυτό το παιδί, που τόσο αγαπούσε. Άρχισε να κλαίη και είπε στο διπλανό του κελλιού του, τον αδελφό Παύλο: «Παύλο, η Μαρία εγκατέλειψε πια αυτό τον κόσμο. Τη λυπάμαι, τη λυπάμαι τόσο, που καθώς βλέπεις δεν παύω να κλαίω».

Έστειλε, γι’ αυτήν, ένα φέρετρο από βελανιδιά, άφθονα κεριά για να καίνε κατά τον ενταφιασμό της και παρήγγειλε να την ντύσουν με το «μεγάλο σχήμα».

«Εγώ την έκανα μοναχή, έλεγε. Τώρα ονομάζεται Μητέρα Μάρθα».

Μέσα στο φέρετρο της περάσανε, ανάμεσα στα δάχτυλα ένα πέτσινο κομποσχοίνι, δώρο του στάρετς. Γύρω στο κεφάλι της δέσανε το ωραίο μπλε σάλι με φράντζα, που της είχε δώσει ο στάρετς για τις μέρες που πήγαινε να κοινωνήση.

Ήταν μόλις δεκαεννιά χρονών· όμορφη, ψηλή, ευκίνητη, μ’ ένα αγνό οβάλ πρόσωπο και με μάτια γαλανά κάτω από πυκνά καστανά φρύδια.

Μετά την κηδεία, ο αδελφός της Ιβάν πήγε στο Σάρωφ για να ρωτήση εάν η Παρασκευή, η μεγαλύτερή της αδελφή, που είχε πέσει άρρωστη από λύπη, θα γινόταν καλά.

Ο στάρετς κοίταξε παρατηρητικά τον Ιβάν, που τον γνώριζε καλά, και είπε:
– Εσύ είσαι ο αδελφός της Μαρίας;
– Ναι, Μπάτουσκα.
– Είσαι πραγματικά αδελφός της Μαρίας;

Μετά βυθίστηκε σε μια περισυλλογή που κράτησε πολύ. Ξανφνικά το πρόσωπό του φωτίστηκε. Του φάνηκε του Ιβάν σαν να ξεπηδούσαν απ’ αυτό ακτίνες ηλίου. Χρειάστηκε να χαμηλώση τα μάτια, ανίκανος να αντέξη τη λάμψη τους.

– Χαρά μου, φώναξε ο στάρετς. Τι χάρη! Είναι στη Βασιλεία των Ουρανών, μπροστά στο θρόνο του Υψίστου. Στέκεται εκεί, κοντά στην Ουράνια Δέσποινα, μαζί με τις παρθένες, τις συντρόφισσές της. Προσεύχεται για την οικογένειά σας. Κάθε φορά που θάσαι στο Ντιβέγιεβο, μη παραλείπης να πηγαίνης στον τάφο της λέγοντας: «Μητέρα μας Μάρθα, μη μας ξεχνάς, μπροστά στο θρόνο του Θεού, στην Ουράνια Βασιλεία».

Γέρικο παιδί με διάφανα μάτια, όπως ήταν ο στάρετς, αισθανόταν σαν να του είχε παρουσιασθή νοερά η μικρή χωριατοπούλα, το πρώτο χελιδόνι του μοναστηριού του, που έφυγε για την αιώννια άνοιξη της Βασιλείας.

«Στον άλλο κόσμο, αναστέναξε, θα είναι υφηγουμένη του Ντιβέγιεβο και η μνηστή μου στην αιωνιότητα».


 

Απόσπασμα από το βιβλίο της Ειρήνης Γκοραΐνωφ, ο «Άγιος Σεραφείμ του Σάρωφ» των εκδόσεων Τήνος.