Ο Οικουμενικός Πατριάρχης στη Θεσσαλονίκη

Έξω από την Μητρόπολή είναι μια συνηθισμένη εργάσιμη μέρα. Ο χρόνος κυλά δίπλα στις ρόδες των αυτοκινήτων, στα βήματα των ανθρώπων, στον ηλιόλουστο ουρανό, στα γεμάτα λεωφορεία, τους καθισμένους πίσω από τις τζαμαρίες των γραφείων τους ανθρώπους να κλείνουν συμφωνίες.

Μέσα στην Μητρόπολη η Θεία Λειτουργία ξεκινά. Οι ήχοι της έξω πόλης σβήνουν και απομονώνεται αναζωογονητικός ο ήχος των ψαλτών, σφιχτός, χαρούμενος, ζωντανός. Με απλότητα και μεγαλοπρέπεια ένας βυζαντινός καθολικός χρόνος έρχεται στο προσκήνιο. Το παρόν και το μέλλον συνδέονται με το παρελθόν. Όλες οι εκκλησίες μνημονεύονται, κάθε πιστός σε κάθε μήκος και πλάτος της γης έχει θέση σε αυτή την λειτουργία και η ενότητα του σώματος της Εκκλησίας έπαψε να είναι μια αφηρημένη έννοια.

Ο Πατριάρχης του Γένους είναι εκεί, στον επισκοπικό θρόνο και συμμετέχει και ευλογεί. Η τοπική εκκλησία και άλλοι ιεράρχες, μοναχικά τάγματα και πλήθος αρχών και λαού αποτελούν μέρος της θείας ευχαριστίας.

Όταν στάθηκε ο μητροπολίτης Θεσσαλονίκης γεμάτος σεβασμό, εκτίμηση και αγάπη απέναντι στον Πατριάρχη εξέπεμπε την αντανάκλαση των αισθημάτων του λαού της πόλης του. Στο λευκό χρώμα της ηλικίας και της εικόνας του Πατριάρχη ο μητροπολίτης είδε την εικόνα της μορφής του να περπατάει στην οδό της καρτερίας με ενέργεια και επαγρύπνηση πατρικής αγάπης.

Και μετά ένας βαθιά κατηχητικός λόγος από τον Οικουμενικό Πατριάρχη ξεχύθηκε. Η απλή καθημερινή ημέρα που κυλούσε στην ζωή έξω από τον ναό, έπαψε να υπάρχει και έγινε η ημέρα της εορτής του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου. Του μαθητού της Αγάπης.

Για την αγάπη μίλησε ο Οικουμενικός Πατριάρχης αλλά καμία σχέση δεν είχε ο λόγος του με όσα ακούγονται γι’ αυτήν. Οι πνευματικές αξίες που θεμελιώνουν την προσωπικότητα κάθε ανθρώπου: το νόημα, η αξία, οι σχέσεις, βρίσκαν την έκφρασή τους στην αγάπη του Θεού: την ταπείνωση και την κένωση της ενσάρκωσης.

Λέξεις μεστές νοήματος με την σταθερή και αμείωτη φωνή του Πατριάρχη να γεμίζει αισιοδοξία και ελπίδα όσους τον άκουγαν.

Ο παλιός επίσκοπος Θεσσαλονίκης, ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, ήταν εκεί με όλους τους τρόπους που μπορεί να αντιληφθεί κανείς. Ήταν και στα λόγια του Πατριάρχη πως η αγάπη είναι άκτιστη ενέργεια που αποκτάται με την επιμελή κάθαρση της καρδιάς. Εκεί ήταν και οι Θεσσαλονικείς Άγιοι Κύριλλος και Μεθόδιος αλλά και ο ευεργέτης Ιωάννης Παπάφης.

Ο λόγος του Πατριάρχη ήταν εμπνευστικός, γεμάτος αλήθεια και αγάπη και γι’ αυτό μετέδιδε αληθινή ζωή.

Μετά το πέρας της λειτουργίας, η ζωή κύλησε στους κανονικούς ρυθμούς της: τα παιδιά επέστρεψαν από τα σχολεία τους, οι δουλειές συνέχισαν να τρέχουν, οι σκέψεις να τις ακολουθούν καταποδιαστά και η Θεσσαλονίκη να σφύζει από ζωή. Ο ένας ψάλτης έγινε πάλι μεσίτης, ο άλλος δάσκαλος και ο τρίτος καθηγητής στο πανεπιστήμιο. Οι μοναχές επέστρεψαν στο μοναστήρι τους, οι στρατιωτικοί στην μονάδα τους, οι ιερείς έγιναν πνευματικοί, ποιμένες, οικογενειάρχες. Όλοι όμως ήταν λίγο διαφορετικοί αφού είχαν ζήσει την εμπειρία της μετοχής σε “ένα σύμβολο του χώρου που δεν έχει όρια”.