Προφήτες και μετάνοια στον Ισραήλ

Οι προφήτες στην Παλαιά Διαθήκη αγωνίζονται να σώσουν το λαό του Ισραήλ από την αμαρτία. Μέσα από τη διδασκαλία και τα κείμενα τους επιχειρούν να επαναφέρουν τον περιούσιο λαό του Θεού στην πίστη και την λατρεία του ενός και μόνου αληθινού Θεού. Επιπρόσθετα αγωνιούν να έρθει ο άνθρωπος σε μετάνοια για τα ανομήματα του και να ζητήσει το έλεος του Θεού αφού πρώτα τα ομολογήσει ενώπιον του[1]. Ο ίδιος ο Θεός παρουσιάζεται στον προφητικό λόγο ως πρότυπο αγιότητας και ηθικής τελειότητας[2]. Ο Ισραήλ όφειλε, εάν ήθελε να διορθώσει τα λάθη του και να επανατοποθετηθεί απέναντι τον Θεό να ομολογήσει πρώτα τις αμαρτίες του στον πολυεύσπλαχνο Θεό. Ο προφήτης τονίζει «σὺ δὲ μνήσθητι καὶ κριθῶμεν· λέγε σὺ τὰς ἀνομίας σου πρῶτος, ἵνα δικαιωθῇς»[3].

Ο Ισραήλ συνεχώς έθετε τον εαυτό του με τις πράξεις του εκτός της θείας προστασίας του Θεού και συγχρονίζονταν με τους ειδωλολατρικούς λαούς με τους οποίους γειτνίαζε και έρχονταν σε επαφή[4]. Για το λόγο αυτό οι προφήτες αγωνίζονταν να μεταστρέψουν τους Ισραηλίτες σε μετάνοια[5]. Η βάση του κηρύγματος τους είναι η μετάνοια και ο τερματισμός της αποστασίας[6]. Πολύ εύστοχα αναφέρει επ’  αυτού ο προφήτης Ιερεμίας «παιδεύσει σε ἡ ἀποστασία σου, καὶ ἡ κακία σου ἐλέγξει σε· καὶ γνῶθι καὶ ἰδέ, ὅτι πικρόν σοι τὸ καταλιπεῖν σε ἐμέ, λέγει Κύριος ὁ Θεός σου· καὶ οὐκ εὐδόκησα ἐπὶ σοί, λέγει Κύριος ὁ Θεός σου»[7].

Κατά βάση ο άνθρωπος στην Παλαιά Διαθήκη αμαρτάνει όταν δεν τηρεί τη «συμφωνία» που έγινε μεταξύ του Θεού και των ανθρώπων, παραβαίνει τη Διαθήκη. Το γεγονός αυτό σημαίνει ότι ο άνθρωπος αθετεί το θείο νόμο και απορρίπτει τα θεία προστάγματα. Ο Ισραήλ μιαίνεται ηθικά και γίνεται ακάθαρτος αισχρός και ακόλαστος όταν διαπράττει την πνευματική μοιχεία, την ειδωλολατρία. Παραβαίνει τα όρια που έθεσε ο ίδιος ο Θεός  τόσο στη συμφωνία με τον Αβραάμ όσο και με τις δοθείσες εντολές του στον Μωυσή. Γενικότερα αμαρτία είναι η ασθενής πνευματική κατάσταση του Ισραηλίτη[8].

Καθίσταται σαφής ο ρόλος των προφητών στην συνειδητοποίηση εκ μέρους του λαού  της αμαρτητικής του κατάστασης και της πορείας τους προς τη μετάνοια. Ο Ισραηλίτης πρέπει να αρνηθεί τον παλιό αμαρτωλό άνθρωπο και εν συνεχεία να προσπαθήσει να αποκτήσει καθαρή καρδία και νου. Βέβαια η αποφυγή της αμαρτίας ήταν αναγκαίο να συμβεί εν ελευθερία. Ο άνθρωπος ελεύθερα πρέπει να οδηγήσει τα βήματα του από την αμαρτία στη μετάνοια και τη συμφιλίωση του με τον Θεό, πορεία που θα του επιφέρει την αποδέσμευση του από τα πάθη και τη γεύση της αναγεννητικής θείας χάριτος[9].

Ο προφήτης Ωσηέ τόνιζε «ἐπιστράφηθι, Ἰσραήλ, πρὸς Κύριον τὸν Θεόν σου, διότι ἠσθένησαν ἐνταῖς ἀδικίαις σου λάβετε μεθ᾿ ἑαυτῶν λόγους καὶ ἐπιστράφητε πρὸς Κύριον τὸν Θεὸν ὑμῶν· εἴπατε αὐτῷ, ὅπως μὴλάβητε ἀδικίαν καὶ λάβητε ἀγαθά, καὶ ἀνταποδώσομεν καρπὸν χειλέων ἡμῶν[10]. Είναι εμφανές ότι ο συγκεκριμένος προφήτης επισημαίνει την αναγκαιότητα της επιστροφής του αμαρτωλού ανθρώπου, πορεία που θα τον οδηγήσει στην προσωπική του λύτρωση.

Οι προφήτες παρά τις συνεχείς προσπάθειες τους δεν έβλεπαν τους Ισραηλίτες να μετανοούν πραγματικά[11]. Ο Ιερεμίας διαπιστώνει σχετικά «ἐνωτίσασθε δὴ καὶ ἀκούσατε· οὐχ οὕτω λαλήσουσιν· οὐκ ἔστιν ἄνθρωπος μετανοῶν ἀπὸ τῆς κακίας αὐτοῦ, λέγων· τί ἐποίησα; διέλιπεν ὁ τρέχων ἀπὸ τοῦ δρόμου αὐτοῦ ὡς ἵππος κάθιδρος ἐν χρεμετισμῷ αὐτοῦ»[12].Αντίθετα παρέμεναν σκληρόκαρδοι και προτιμούσαν να μην αλλάξουν τρόπο σκέψης και πρακτικής. Αιτία της αμετανοησίας του Ισραήλ οφείλονταν στο γεγονός ότι η αμαρτία είχε εισχωρήσει τόσο πολύ στην ζωή τους που έλεγχε πλέον την θέληση τους. Το αυτεξούσιο του ανθρώπου ήταν υποδουλωμένο στα πάθη και όλος ο άνθρωπος παρέμενε δούλος των αμαρτωλών ροπών του. Για το λόγο αυτό αμφέβαλε συχνά ο προφήτης Ιερεμίας εάν είναι εφικτό να μετανοήσει πραγματικά ο Ισραήλ, ο οποίος αδιαφορούσε πλήρως για το νόμο του Θεού που ήταν χαραγμένος όχι μόνο στις πλάκες που παρέλαβε ο Μωυσής αλλά στην καρδιά του κάθε ανθρώπου. Ο Ισραηλίτης για να έχει σχέση με τον δημιουργό του έπρεπε να αποκτήσει μία «νέα» καρδιά που σημαίνει και καινό πνεύμα, τρόπο σκέψης και πρακτικής. Η καινή καρδιά θα λειτουργήσει συνεπικουρικά ούτως ώστε ο πεπτωκός άνθρωπος να αναγεννηθεί πνευματικά εφόσον μετανοήσει και προσεγγίσει με αληθινή διάθεση τον Θεό. Ειδάλλως είναι ακατόρθωτο να έχει ο άνθρωπος μία υγιή και ζωντανή σχέση με τον Θεό[13].

 Ο άνθρωπος απεμπολώντας κάθε είδος ειδώλου από τη σκέψη του μπορεί να στραφεί προς την αναζήτηση του Θεού, που σημαίνει ότι μόνο τότε δύναται να μετανοήσει αληθινά. Ο Θεός θα προσφέρει ως θεία δωρεά το καινό πνεύμα στον άνθρωπο.Η αναφορά του Ιεζεκιήλ στη δωρεά του καινού πνεύματος αλλά και της καινής καρδίας από το Θεό δρομολογείται εντός των πλαισίων της προσπάθειας του Θεού για την πνευματική ανακαίνιση του Ισραήλ[14].

Υποσημειώσεις:

[1]Ψαλμ., Ν΄

[2]Βακαλίδου Μ, Η μετάνοια στην Παλαιά Διαθήκη, Αθήνα 2019, σ. 133.

[3]Ησ. 43, 26.

[4]Μπατιστάλη Δ., Ο Ισραήλ περιπλανώμενος, Πάτρα 1982, σ. 58

[5]Γαλίτη Γ. ΗΜετάνοια εν τη Καινή Διαθήκη, Ανάτυπον εκ του περιοδικού Γρηγόριος ο Παλαμάς 56 (1973).

[6]Γιαλαμάκη Σ., Αρχή μετανοίας στον Ισραήλ, Αθήναι 1963, σ. 54.

[7]Ιερ., 2,19.

[8]ΠαπαρνάκηΑθ., «Η άφεση των αμαρτιών στη θεολογία του βιβλίου του προφήτη Ησαΐα»,Επιστημονική Επετηρίδα Θεολογικής Σχολής Τμήματος Ποιμαντικής και Κοινωνικής Θεολογίας, 9(2004), σ. 46.

[9]Γιαλαμάκη Σ.,όπ. π., σ. 67.

[10]Ωσηέ, 14, 2-3.

[11] Ανδρέου Ν., Η αμαρτία στην Παλαιά Διαθήκη, Αθήνα 1988, σ. 39 – 40.

[12]Ιερ., 8,6.

[13]ΚαλαντζάκηΣτ., ιΚαρδία καινή και πνεύμα καινόν, οι θεολογικές ιδέες του προφήτη Ιεζεκιήλ, Θεσσαλονίκη 2003, σ. 209

[14]Όπ.π. σ.227