
(Επιμέλεια Στέλιος Κούκος)
Το 1973 επιδεινώθηκε το πρόβλημα που είχε ο Πατήρ Παΐσιος [ο άγιος Παΐσιος Αγιορείτης] στο έντερο. Υπέφερε από πόνο και διάρροια και έφθανε στο σημείο να μην μπορή να πιη καθόλου νερό, χωρίς να έχη φάει «λίγο φαγητό της προκοπής».
«Έχω παρατηρήσει, έγραψε σε επιστολή του, ότι, όποτε πηγαίνω στο Μοναστήρι [στη Μονή Σταυρονικήτα] και τρώγω κάτι της προκοπής και πίνω και λίγο στυφό κρασί, το έντερο δεν με ενοχλεί καθόλου. Με λίγα λόγια, μου ζητάει καλοπέραση».
Από το Μοναστήρι του έδιναν και παξιμάδι, ξηρούς καρπούς και κρασί, το οποίο ήταν πλέον γι’ αυτόν φάρμακο.
Μία φορά όμως, αντί για κρασί του έδωσαν κατά λάθος ένα μπουκάλι ξίδι, και ο Όσιος, επειδή σκέφθηκε ότι έτσι ήθελε ο Θεός, δεν ζήτησε να του δώσουν κρασί, οπότε έπινε μόνον νερό.
Η κατάστασή του όμως επιδεινώθηκε· ακόμη και το λίγο νερό του δημιουργούσε μεγάλο πρόβλημα. Έτσι, ύστερα από σαράντα μέρες ταλαιπωρίας, σταμάτησε να πίνη και νερό. Και τότε του συνέβη ένα θαυμαστό γεγονός.
Κάποια στιγμή, διψασμένος όπως ήταν, έτοιμος σχεδόν να λιποθυμήση, μπήκε στο Εκκλησάκι, για να ανάψη τα καντήλια. Και τι να δη; Μπροστά στο τέμπλο, κάτω από την εικόνα της Παναγίας, ήταν ένα μπουκάλι κρασί!
«Το μεν μπουκάλι ήταν δικό μου, έγραψε σε επιστολή του, το γνώρισα. Αλλά από πού γέμισε; Ούτε είχε έρθει κανείς εκείνες τις ημέρες, και εγώ μπαινόβγαινα στον Ναό και δεν έβλεπα τίποτε. Ήταν στυφό κρασί, φάρμακο, όπως με ωφελεί».
Τέτοια θαυμαστά περιστατικά συνέβησαν και άλλα…
Απόσπασμα από το βιβλίο ο «Άγιος Παΐσιος ο Αγιορείτης», έκδοση Ιερού Ησυχαστηρίου «Ευαγγελιστής Ιωάννης ο Θεολόγος» Βασιλικά Θεσσαλονίκης.