Έναν αληθινά καθολικό Άγιο εορτάζει η Εκκλησία μας, την 23η Οκτωβρίου, τον Άγιο Ιάκωβο τον Αδελφόθεο. Όπως, εξ άλλου, αναφέρει το Συναξάρι της ημέρας, ο Ιάκωβος «πρώτος Επίσκοπος εν Ιεροσολύμοις εγένετο παρ αυτού του Κυρίου χειροτονηθείς, και πρώτος την θείαν λειτουργίαν έγραψε και εξέθετο παρ αυτού του Χριστού ταύτην διδαχθείς». Εκτός όμως από πνευματικός, υπήρξε και μορφωτικός και κοινωνικός λειτουργός και διδάσκαλος ο Άγιος, όπως διαπιστώνουμε από το περιεχόμενο της Καθολικής του επιστολής.
Όσο για τον όρο «Αδελφόθεος», η παράδοση αναφέρει ότι ο μνήστωρ Ιωσήφ, όταν μοίρασε την περιουσία του στα υπόλοιπα παιδιά του και θέλησε να αφήση μερίδιο και στον υιο της Παρθένου, οι υπόλοιποι δεν το δέχθηκαν μόνον ο Ιάκωβος τον δέχθηκε ως συγκληρονόμο του, καλούμενος, έτσι, όχι μόνον Αδελφόθεος αλλά και Δίκαιος. Ακόμη και ανάμεσα στους πολεμίους του κηρύγματός του Ιουδαίους είχε την προσωνυμία «Δίκαιος» (στα εβραϊκά «Ωβλίας»).
Λέγεται, χαρακτηριστικά, ότι, όταν οι τελευταίοι προσπάθησαν να τον παγιδεύσουν και τον ανέβασαν στο πτερύγιο του ναού των Ιεροσολύμων, ζητώντας του να πείση τον λαό να μην ακολουθή την πλάνη (!) του Σταυρωθέντος Κυρίου, αυτός όχι μόνον δεν επείσθη αλλά και διετράνωσε την πίστη στον υιο του Θεού, με αποτέλεσμα πολλοί να πιστέψουν στην μαρτυρία του και οι υποκριτές εχθροί του να αναφωνήσουν : «ως και ο Δίκαιος επλανήθη». Αλλά και μεταξύ των Αποστόλων έχαιρε ιδιαιτέρου σεβασμού ο Ιάκωβος, γι αυτό του έδωσαν την προεδρεία στην Αποστολική Σύνοδο των Ιεροσολύμων (49 μ. Χ. ), όπου εκείνος, καθ όλα συνετός, προέκρινε οι εξ εθνών χριστιανοί να μην περιτέμνωνται σωματικά αλλά να περιτέμνουν την αμαρτία, ακολουθώντας βίο ηθικό και εναρμονισμένο με την νέα πίστη.
Επειδή, όμως, οι υποκριτές Ιουδαίοι δεν άντεξαν την ορθοφροσύνη, την δικαιοσύνη και την σταθερότητα του Αγίου στην πίστη του Χριστού, τον πέταξαν τελικά από το πτερύγιο του ναού και επειδή δεν απέθανε αμέσως, τον αποτελείωσαν οι βασανιστές του, κτυπώντας τον με κόπανο! Όμως «ει και εν τω ξύλω η κάρα του Αποστόλου συντέτριπται, αλλ εν τω Κυρίω, τω ξύλω της ζωής, προσήνεκται (έχει προσφερθή), λυθείς των προσκαίρων, ίνα αιωνίως αγάλλεται» (από την υμνολογία της ημέρας).
Μελετώντας, μάλιστα, κανείς την Καθολική Επιστολή του Ιακώβου, θα αντιληφθή καλύτερα γιατί πολεμήθηκε ο Ιάκωβος από τους Ιουδαίους, παλαιότερα, και γιατί συνεχίζει να πολεμήται, μέχρι σήμερα, από συγχρόνους εχθρούς της πίστεως, οι οποίοι ενοχλούνται, διότι ο Ιάκωβος δεν κηρύσσει απλώς «Ιησούν Χριστόν και τούτον εσταυρωμένον» (α κορ., β 2), αλλά κάνει λόγο για την αληθινή χριστιανική αγάπη και για κοινωνική δικαιοσύνη.
Κατ αρχάς η επιστολή του, ως καθολική, δεν απευθύνεται σε συγκεκριμένη μόνον εκκλησία του Χριστού, αλλά γενικώς σε όλους τους ιουδαιοχριστιανούς της διασποράς, που ζούσαν ανάμεσα σους εθνικούς. γι αυτό και το περιεχόμενό της είναι εξίσου ταιριαστό και για όλους εμάς τους συγχρόνους χριστιανούς, που ζούμε μέσα στον κόσμο της αμαρτίας.
Στην αρχή, γίνεται λόγος για τους πειρασμούς, που δοκιμάζουν την πίστη μας, και για την αρετή της υπομονής και μάλιστα της τελείας, αφού «ο υπομείνας εις τέλος ούτος σωθήσεται» (ματθ., ι 22). Συμβουλεύει, μάλιστα, ο Ιάκωβος : «μηδείς πειραζόμενος λεγέτω ότι από Κυρίου πειράζομαι ο δε Θεός απείραστος εστί κακών, πειράζει δε αυτός ουδένα. », και συνεχίζει : «έκαστος πειράζεται υπό της ιδίας επιθυμίας εξελκόμενος και δελεαζόμενος είτα η επιθυμία συλλαβούσα τίκτει αμαρτίαν, η δε αμαρτία αποτελεσθείσα (όταν ολοκληρωθή) αποκύει θάνατον. » Από τον αγαθό Θεό ποτέ και τίποτε κακό δεν μπορεί να προέλθη : «πάσα δόσις αγαθή και παν δώρημα τέλειον από του πατρός των φώτων» (ιακ., α 13-17).
Στην επιστολή, εξ άλλου, του Ιακώβου δίνεται ένας μοναδικός ορισμός της θρησκείας, με κοινωνικό μάλλον παρά «θρησκευτικό» περιεχόμενο : «θρησκεία καθαρά και αμίαντος παρά τω Θεώ και πατρί αύτη εστίν, επισκέπτεσθαι ορφανούς και χήρας εν τη θλίψει αυτών, άσπιλον εαυτόν τηρείν από του κόσμου (της αμαρτίας)» (ο. π. α 27). Έτσι, ο χριστιανισμός δεν αποτελεί «θρησκεία» η μια ακόμη ιδεολογία, αλλά βίωση εν τω κόσμω της ορθής πίστεως του Χριστού (ορθοδοξία) και συνακόλουθα εναρμονισμένη με την πίστη ζωή και πολιτεία (ορθοζωία και ορθοπραξία).
Να γιατί ο Ιάκωβος, απολύτως έμπειρος της υγιούς χριστιανικής ζωής και πολιτείας, επιμένει ότι «ώσπερ το σώμα χωρίς πνεύματος νεκρόν εστιν, ούτω και η πίστις χωρίς των έργων νεκρά εστί» (ο. π. β 26), επισημαίνοντας με νόημα για πολλούς από εμάς τους «τυπικούς», πλην όμως ψυχρούς Χριστιανούς : «εάν αδελφός η αδελφοί γυμνοί υπάρχωσι και λειπόμενοι ώσι της εφημέρου τροφής, είπη δε τις εξ υμών, υπάγετε εν ειρήνη, θερμαίνεσθε και χορτάζεσθε, μη δώτε δε αυτοίς τα επιτήδεια του σώματος, τι το όφελος ; » (ο. π. β 16)
Ασφαλώς, υπάρχουν και άλλα σημεία που αναδεικνύουν το πλούσιο θεολογικό και κοινωνικό περιεχόμενο της επιστολής του, όπως η διδασκαλία του περί της αληθινής σοφίας, περί των βαθυτέρων αιτίων της κακοδαιμονίας μας, περί της μεγάλης δυνάμεως της προσευχής και μάλιστα της συμπροσευχής, που δεν δυνάμεθα, λόγω χώρου, να αναπτύξωμε στο παρόν άρθρο.
Το κορυφαίο, πάντως, δείγμα του κοινωνικού χαρακτήρα της παραπάνω επιστολής είναι η ανθρωπιστική διδασκαλία του Ιακώβου. Κρίνει αυστηρά τους πλουσίους για την άδικη συμπεριφορά των σε βάρος των πτωχών και αδυνάτων και προεξοφλεί την τελική των καταδίκη : «άγε νυν οι πλούσιοι, κλαύσατε ολολύζοντες επί ταις ταλαιπωρίαις υμών ταις επερχομέναις. ο πλούτος ημών σέσηπε (έχει σαπίσει) και τα ιμάτια υμών σητόβρωτα γέγονεν (φαγωμένα από τον σκόρο), και ο ιος αυτών εις μαρτύριον υμίν έσται και φάγεται τας σάρκας υμών ως πυρ» (ο. π. ε 1-3). Ιδιαίτερα παραστατική και διδακτική είναι, πραγματικά, η εικόνα του μαρτυρίου των αδίκων πλουσίων εκμεταλλευτών. οι κραυγές των αδικημένων εργατών, τα ημερομίσθια των οποίων παρακρατήθηκαν, για να θησαυρίσουν «εν εσχάταις ημέραις» οι πλούσιοι αφέντες και δυνάστες, «εισεληλύθασιν (=έχουν εισέλθει) εις τα ώτα Κυρίου» (ο. π. 4), ο Οποίος θα αποδώση ανηλεή κρίση «παντί τω μη ποιήσαντι έλεος» (ο. π. β 13).
Σίγουρα, οι παλαιοί και οι νεώτεροι «κοινωνιστές», οι καλούμενοι με τον ξενικό όρο «σοσιαλιστές», που ομιλούν για κοινωνική δικαιοσύνη, χωρίς ωστόσο ούτε οι ίδιοι να την εφαρμόζουν στην πράξη, έχουν πολλά να διδαχθούν από την αληθινά κοινωνική διδασκαλία του Χριστού και το πραγματικά φιλάδελφο πνεύμα των αποστολικών κοινοτήτων των πρώτων χριστιανών, που απηχεί η διδασκαλία του Ιακώβου. ο τελευταίος, μάλιστα, καλεί τους ανθρώπους να μην γίνωνται εν γνώσει των εκμεταλλευτές άλλων ανθρώπων, φερόμενοι αλαζονικά, λόγω του πλούτου η της ισχύος των, υπενθυμίζοντας ότι «ειδότι καλόν ποιειν και μη ποιούντι αμαρτία αυτώ εστίν» (ο. π. δ 17) συνεπώς, η αμαρτία «αποκύει» (=γεννά) τον θάνατον του αμαρτωλού και την αιωνία καταδίκη του (ο. π. α 16).
γι αυτό, από τους «χριστιανούς» της Δύσεως, οι μεν Προτεστάντες αμφισβήτησαν εξ αρχής την θεολογική αξία της ως άνω επιστολής, εφ όσον η κοινωνική της διδασκαλία δεν συνάδει με την ατομοκρατική των ιδεολογία, οι δε παπόφρονες κατ ουσίαν την απορρίπτουν με το να θέτουν την κεφαλή του Πάπα πάνω από την κεφαλή του Χριστού, αναγκάζοντας έτσι ανθρώπους να γίνονται οπαδοί της ιδεολογίας άλλων ανθρώπων και όχι «δούλοι Κυρίου».
Όσοι, όμως, πιστεύομε στον Θεό της δικαιοσύνης και της αγάπης, ο οποίος θέλει «πάντας ανθρώπους σωθήναι και εις επίγνωσιν αληθείας ελθείν» (α τιμ., β 4), όχι μόνον δεν πρέπει να απορρίπτωμε η να χρησιμοποιούμε επιλεκτικά την διδασκαλία του, διότι δεν μας είναι αρεστή εξ αιτίας και του δικού μας υποκριτικού βίου, αλλά χρειάζεται να προσευχώμαστε συνεχώς και αδιαλείπτως στον δικαιοκρίτη Κύριό μας να μας ενδυναμώνη, ώστε να ακολουθούμε και εμείς το παράδειγμα του Ιακώβου Αδελφοθέου, προς δοξα Θεού και για την δική μας σωτηρία. Αμήν! Γένοιτο!