Αφού παρακάλεσαν τον Απόστολο Ματθαίο άφησε στους Ιουδαίους που πίστευσαν γραπτά όσα τους δίδαξε προφορικά

Ευαγγελιστής Ματθαίος.

(Επιμέλεια Στέλιος Κούκος)

Άγιος Ιωάννης Χρυσόστομος

Υπόμνημα εις το Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιον Α’, Ομιλία Α’


 

Συνέχεια από εδώ: https://www.pemptousia.gr/?p=291383


 

 

3. Ο Λουκάς [ο Ευαγγελιστής Λουκάς] λοιπόν παραθέτει και την αιτίαν, η οποία τον ώθησεν εις την συγγραφήν. Λέγει· «ίνα έχης περί ων κατηχήθης λόγων την ασφάλειαν». Δηλαδή, διά να είσαι ασφαλισμένος με την διαρκή υπόμνησιν και να παραμένης άσφαλης.

Ο Ιωάννης [Ευαγγελιστής Ιωάννης] από την άλλην απεσιώπησε την αιτίαν. Διότι υπάρχει παράδοσις που έφθασε μέχρις ημών από παλαιά, από την εποχήν των πατέρων μας, ότι μήτε ο Ιωάννης δεν ήρχισε να γράφη χωρίς λόγον. Αλλά επειδή οι τρεις ηθέλησαν ν’ ασχοληθούν με την αφήγησιν της θείας οικονομίας και παρ’ ολίγον ν’ αποσιωπηθή η διδασκαλία περί θεότητος, τον εφώτισεν ο Θεός και έτσι ήρχισε την συγγραφήν του ευαγγελίου του.

Τούτο γίνεται φανερόν και από αυτήν την διήγησιν αλλά και από το προοίμιον του ευαγγελίου. Δεν αρχίζει από την γην κάτω όμοια με τους άλλους αλλά από τον ουρανόν υψηλά, όπου εβιάζετο να φτάση και χάριν του οποιου έχει συνθέσει το βιβλίον του όλον· και όχι μόνον εις το προοίμιον αλλά και απ’ αρχής μέχρι τέλους του ευαγγελίου του είναι υψηλότερος από τους άλλους.

Επίσης λέγεται ότι και ο Ματθαίος, αφού ήλθαν και τον παρεκάλεσαν, άφησε γραπτά εις τους Ιουδαίους που επίστευσαν όσα εδίδαξε προφορικά και ότι συνέγραψε το ευαγγέλιόν του εις την εβραϊκήν γλώσσαν. Αλλά και ο Μάρκος εις την Αίγυπτον έκαμε το ίδιο έπειτα από παράκλησιν των μαθητών.

Διά τούτο λοιπόν ο μεν Ματθαίος, επειδή γράφει προς Εβραίους, δεν ηθέλησε να δείξη τίποτε περισσότερον παρά ότι κατήγετο από τον Αβραάμ και τον Δαυίδ, ο δε Λουκάς επειδή απευθύνεται εις όλους τους ανθρώπους από κοινού, οδηγεί τον λόγον πιο πέρα και προχωρεί μέχρι του Αδάμ.

Και ο ένας αρχίζει από την καταγωγήν· επειδή τίποτε δεν ικανοποιούσε τόσον τον Ιουδαίον, όσον να μάθη ότι ο Χριστός ήτο απόγονος του Αβραάμ και του Δαυίδ. Ο τρόπος αυτός δεν είναι και του άλλου· αναφέρει πρώτον πολλά άλλα πράγματα και τότε προχωρεί εις την γενεαλόγησιν.

Την συμφωνίαν των θα την δείξωμεν και από την οικουμένην που εδέχθη το κήρυγμα αλλά και από τους ιδίους τους εχθρούς της αληθείας. Διότι έπειτα από αυτούς εγεννήθησαν πολλαί αιρέσεις με αντιθέτους δοξασίας προς τα κηρυχθέντα και άλλαι μεν από αυτάς εδέχθησαν όλα τα λεχθέντα, άλλαι όμως απέσπασαν και πρεσβεύουν ωρισμένας απόψεις της διδασκαλίας.

Εάν όμως υπάρχη κάποια αντίθεσις εις τα λεχθέντα, ούτε όσαι διδάσκουν τα αντίθετα θα τα εδέχοντο εις το σύνολόν των αλλ᾽ ένα μέρος μόνον που θα εσυμφωνούσε με αυτάς· ούτε πάλιν όσαι απέσπασαν ένα μέρος μόνον θα ηλέγχοντο από το μέρος αυτό, ώστε μήτε τα ίδια τα αποκόμματα αυτά να μένουν απαρατήρητα αλλά να βοούν την συγγένειαν προς όλον το σώμα.

Και όπως, όταν πάρης ένα μέρος από πλευράν, θα έχης τα πάντα εις το μέρος αυτό από όσα είναι συγκρότημένον το ζώον, και νεύρα δηλαδή και φλέβας, και οστά και αρτηρίας και αίμα και θα έλεγε κανείς θα έχης ένα δείγμα από ολόκληρον την ζύμην, έτσι και προκειμένου διά τας Γραφάς, εις έκαστον σημείον των λεχθέντων είναι δυνατόν να διακρίνης φανεράν την συγγένειαν με το σύνολον.

Αν όμως ήσαν διαφορετικά, ούτε η συγγένεια θα εφαίνετο αλλά και η διδασκαλία η ιδία θα είχε προ πολλού διαλυθή. «Πάσα γαρ βασιλεία», λέγει, «εφ’ εαυτής μερισθείσα ου σταθήσεται». Τώρα όμως και εις αυτό το σημείον λάμπει η ισχύς του Πνεύματος· έπεισε τους ανθρώπους να ασχολούνται με τα πλέον απαραίτητα και κατεπείγοντα πράγματα αλλά και από τα μικρά αυτά να μη ζημιώνεται καθόλου.


 

 

Από το βιβλίο «Ι. Χρυσοστόμου έργα», τόμος 9, «Υπόμνημα εις το Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιον Α’, Ομιλία Α’», της σειράς «Έλληνες Πατέρες της Εκκλησίας», των Πατερικών Εκδόσεων «Γρηγόριος ο Παλαμάς». Η εισαγωγή, το κείμενο, η μετάφραση και τα σχόλια είναι των Ιγνάτιου Σακαλή και Νικόλαου Τσίκη.