
(Επιμέλεια Στέλιος Κούκος)
Μάξιμος ο Ομολογητής
Μυσταγωγία
Εισαγωγή, σχόλια: Πρωτοπρεσβύτερος Δημήτριος Στανιλοάε, (νυν Άγιος Δημήτριος Στανιλοάε), μετάφραση: Ιγνάτιος Σακαλής, έκδοση Αποστολικής Διακονίας της Εκκλησίας της Ελλάδος, Αθήναι 1997.
Προοίμιο
Πως γίνεται ο σοφός σοφώτερος, όταν λάβη κάποια αφορμή, και πως ο δίκαιος προκόβει στη γνώση, όταν μάθη, όπως αναφέρει η θεία Παροιμία, συ ο ίδιος, πιο σεβαστέ μου απ’ όλους, μου έδειξες ολοκάθαρα μέσα στην ίδια μου την εμπειρία. Μου έμαθες έμπρακτα όσα με σοφία υποδηλώνει ο θείος λόγος.
Με άκουσες να εκθέτω κάποτε, όπως μπορούσα, επιτροχάδην, μια επιτομή των θαυμαστών μυστικών θεωριών ενός άλλου μεγάλου γέροντα, με αληθινή σοφία στα θεία, σχετικά με την αγία Εκκλησία και την αγία σύναξη, που πραγματοποιείται σ’ αυτή. Και περισσότερο από όσο ο δάσκαλος από το μαθητή, μου εζητούσες αμέσως με επιμονή να σου κάνω γραφτή όλων αυτών την έκθεση.
Ήθελες να έχης το γραφτό σαν αντιφάρμακο της λήθης και της μνήμης ενισχυτικό, επειδή, έλεγες, βρίσκει στο χρόνο αυτή το φυσικό της δαμαστή. Ανεπαίσθητα, έλεγες, με την παρέμβαση της λήθης, μπορεί αυτός ν’ αφαιρέση τους τύπους και τις εικόνες όποιου μέσα μας βρίσκεται καλού.
Γι’ αυτό έχει ανάγκη η μνήμη οπωσδήποτε από ένα μέσο να την ανανεώνη, το μέσο εκείνο που, φυλάγοντας παντοτινά ακμαία τη δύναμη του λόγου, έχει από τη φύση του την ιδιότητα να συντηρή τη μνήμη ανεπηρέαστη κι απαραμείωτη. Πόσο τώρα είναι σοφώτερο, από την απλή ακρόαση, να επιζητής και τη μόνιμη εξασφάλιση όσων άκουσες, το ξέρει βέβαια κάθε άνθρωπος, που λίγο μόνο νοιάζεται για τη λογική ευγένειά του και δεν είναι ολότελα ξένος από την οικειότητα με το λόγο.
Κι εγώ δίσταζα στην αρχή, θέλοντας ν’ αποφύγω -θα σας πω την αλήθεια- το ζήτημα του λόγου. Όχι πως δεν ήθελα, αγαπημένοι μου, να σας προσφέρω με κάθε τρόπο κατά τη δύναμή μου ό,τι ποθούσατε. Μου έλειπε η χάρη, που οδηγεί σε τούτο τους άξιους· κι ακόμα δεν είχα την εμπειρία της τέχνης που απαιτείται και της τριβής με το λόγο.
Είχα ζήσει στην αφάνειά μου κι ήμουν ολότελα αμύητος στην τέχνη των λόγων, που όλη τους η χάρη βρίσκεται στην απαγγελία τους μόνο κι είναι μεγάλη χαρά των πολλών να προσδιορίζουν την ακουστική ηδονή τους κι ας μην υπάρχη πολλές φορές στο βάθος τίποτα που ν’ αξίζη.
Φοβόμουν ακόμα -για να πω το πιο σπουδαίο και το πιο αληθινό- μήπως με τη μηδαμινότητα του λόγου μου προσβάλω τον υψηλό και λόγο και στοχασμό του μακαριστού εκείνου γέροντα. Υποχώρησα όμως αργότερα στην ορμή της αγάπης, που είναι απ’ όλα πιο δυνατή, και δέχθηκα θεληματικά την εντολή της.
Προτίμησα να με περιγελάσουν οι δύσκολοι εξαιτίας της υπακοής μου για το θράσος και την απαιδευσία μου, παρά να νομίσετε σεις ότι, με την αναβολή μου, δε θέλω να σας βοηθήσω με όλη την προθυμία μου σε κάθε καλό.
Τη φροντίδα για το πώς θα μιλήσω την άφησα στο Θεό, που είναι ο μοναδικός που θαυματουργεί και που βάζει στην ψυχή του ανθρώπου τη γνώση και δυναμώνει τη γλώσσα των μουγγών, βρίσκει διέξοδο στα αδιέξοδα, σηκώνει τον πεσμένο από το πέσιμό του και το φτωχό τον ορθώνει από την κόπρο του, εννοώ το σαρκικό φρόνημα και το δύσοσμο βούρκο των παθών.
Απ’ αυτό σηκώνει όποιον έχει ταπεινή ιδέα για τον εαυτό του κι είναι φτωχός από κακία και άπορος από διάθεση προς αυτήν. Ή, αντίθετα, ρίχνει αυτόν που είναι ακόμα πλεγμένος στο νόμο της σάρκας και στα πάθη και γι’ αυτό είναι φτωχός κι άπορος της χάρης, που φέρνει η αρετή κι η γνώση1.
Ο πανάγιος κι αληθινά θεοφάντωρ Διονύσιος ο Αρεοπαγίτης στην πραγματεία του για την εκκλησιαστική Ιεραρχία έχει συλλάβει κι εξηγήσει αντάξια στη μεγαλωσύνη του νου του τα σύμβολα που χρησιμοποιούνται στην τελετή της αγίας σύναξης. Γι’ αυτό πρέπει να έχωμε υπ’ όψη ότι ο λόγος μας δεν εκθέτει τα ίδια πράγματα, ούτε προχωρεί από τους ίδιους δρόμους.
Αποτελεί τόλμημα και θράσος και πλησιάζει την ανοησία να θελήση κανένας να δοκιμασθή στα ίδια μ’ εκείνον, ενώ δεν μπορεί να εισχωρήση σ’ αυτά και να τα κατανοήση.
Κι ακόμα να προβάλη σαν δικά του επιτεύγματα, όσα μυστήρια φανερώθηκαν θεϊκά σ’ εκείνον μονάχα με την ενέργεια του Πνεύματος. Θα εκτεθούν εδώ όσα, με την ιδέα ότι τα έχει εκείνος φιλάνθρωπα περιλάβει στην έκθεσή του, έχουν οι άλλοι από θέληση του Θεού παραλείψει να εκθέσουν και να γυμνάσουν έτσι κατά την επιθυμία τους την ίδια τους διάθεση για τα θεία· κι εκείνα, με τα οποία γίνεται γνωστή σ’ εμάς, σύμμετρα νοημένη, η ολόφεγγη ακτινοβολία των τελουμένων και, πιασμένους στο δίχτυ του πόθου της, μας κρατάει κοντά της.
Τούτο για να μη μείνουν ολότελ’ αργοί οι μεταγενέστεροι καθ’ όλη τη χρονική διάρκεια της ζωής αυτής, επειδή δε θα έχουν το λόγο που μισθώνει στην καλλιέργεια της θείας εκείνης αμπέλου, στην πνευματική εργασία μέσα στην πνευματική άμπελο, και επιστρέφει το πνευματικό δηνάριο της θεϊκής κι αληθινά βασιλικής εικόνας, συλημένο στην αυγή της ζωής από τον πονηρό με απάτη κατά την παράβαση της εντολής.
Υποσημειώσεις
1. Ο άγιος Μάξιμος θεωρεί ότι για την κατανόηση και έκθεση των υψηλών εννοιών της Εκκλησίας και της Λειτουργίας είναι αναγκαία η βοήθεια του Θεού για να υψωθή ο άνθρωπος από το επίπεδο του σαρκικού φρονήματος και το βόρβορο των παθών. Και δεν έχει μόνο η κατάσταση αμαρτίας ανάγκη από τη βοήθεια του Θεού, αλλά επίσης και η κατάσταση η ελεύθερη από αμαρτία. Η κατανόηση των θείων μυστηρίων δεν εξαρτάται μόνο από μια θεωρητική στάση, αλλά πρώτιστα από την ηθική καθαρότητα και τη βοήθεια της χάριτος.
Ο διαποτισμένος από το σαρκικό φρόνημα συγκεντρώνει ορατές πραγματικότητες, τα πάθη (Προς Θαλάσσιον 49, P.G. 90, 453 C). Η σωματική επιθυμία τον σπρώχνει να προσκολληθή με τρόπο υπερβολικό στη σαρκική επιφάνεια των προσώπων και των πραγμάτων και να τους δώση μιαν αποκλειστική σχεδόν αξία. Γιατί αυτός δεν μπορεί να δη πέρα από την επιφάνειαν αυτή.