Ο τρόπος με τον οποίο φτάνει ένας άνθρωπος στην αγιότητα, δηλαδή στην πνευματική τελείωση, είναι διαφορετικός για τον καθένα. Ο χορός των Αγίων, ανάλογα με την κλίση, την αποστολή, το έργο, τον τρόπο ζωής, το οσιακό ή μαρτυρικό τέλος του καθενός, διακρίνεται στους αποστόλους, στους προφήτες, στους οσίους, στους μάρτυρες, στους ιεράρχες, στους ομολογητές, στους δικαίους κτλ.
Όσον αφορά τους μάρτυρες, πρόκειται για εκείνους τους Χριστιανούς οι οποίοι υπέστησαν μαρτυρικό θάνατο από διώκτες του Χριστού, δεν υπέκυψαν στα βασανιστήρια ώστε να προδώσουν την πίστη τους αλλά την ομολογούσαν μέχρι τέλους. Η ημέρα του μαρτυρικού θανάτου εορταζόταν ως γενέθλιος ημέρα του μάρτυρα. Ο μαρτυρικός θάνατος θεωρήθηκε και είναι η ύψιστη προσφορά ενός ανθρώπου στον Θεό καθώς και ο δυσκολότερος και ο πιο οδυνηρός δρόμος. Κατά τους πρώτους αιώνες εξαιτίας των διωγμών ήταν ο συνηθέστερος τρόπος διάβασης προς την πνευματική τελείωση. Οι μάρτυρες, οι ομολογητές και οι όσιοι έχουν πολλά κοινά σημεία αφού η θεία αγάπη τους υποκινεί όλους.
Μεσιτεύουν στον Θεό μεταφέροντας τις προσευχές των ανθρώπων και με την Θεία Χάρη επιτελούν θαύματα. Οι τελευταίες στιγμές των μαρτύρων είναι συγκινητικές και αποδεικνύουν την βαθιά τους πίστη, το ακλόνητο θάρρος, τον ηρωϊσμό , και την ολόθυμη προθυμία τους να δεχθούν το μαρτύριο. Η ενοικούσα σε αυτούς θεία δύναμη τους έκανε να χαίρουν στα βασανιστήρια και να μην υποκύπτουν σε κανέναν εκβιασμό, η δε Χάρις του Τριαδικού Θεού έλουζε με θείο φως τα ιερά σκηνώματά τους. Οι Χριστιανοί κατέβαλαν κάθε δυνατή προσπάθεια προκειμένου να αποκτήσουν τα τίμια λείψανα των Αγίων και να τα ενταφιάσουν.
Η ευγνωμοσύνη και ο σεβασμός μας στο μαρτύριό των Αγίων και στην προσφορά τους πρέπει να είναι υπέρμετρα. Η Ορθόδοξη Εκκλησία μας ποτίστηκε και ανδρώθηκε με το μαρτυρικό αίμα τους και οι προς τον Θεόν πρεσβείες τους στέκουν αγιαστικά και φιλόστοργα τον περιούσιο λαό του Τριαδικού Θεού και τον στηρίζουν στον πνευματικό αγώνα. Η Ορθόδοξη Εκκλησία χαρακτήρισε το μαρτύριο ως τη θυσιαστική συνταύτιση των μαρτύρων με τα Πάθη του Χριστού, που εξυψώνει και αγιάζει τον άνθρωπο μέσα από μία χαρισματική πραγματικότητα, «Ημίν εχαρίσθη ού μόνον τό είς Χριστόν πιστεύειν αλλά καί τό υπέρ αυτού πάσχειν» (Φιλ. 1,29). Κατά την περίοδο των μεγάλων διωγμών των πρώτων αιώνων προς τους Χριστιανούς, ανεδείχθησαν πολλοί μάρτυρες και άγιοι που κοσμούν το Αγιολόγιο της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Με τον μαρτυρικό τους θάνατο έλαβαν τον στέφανο της ζωής, «τόν οποίον είχε υποσχεθεί καί πάσι τοίς ηγαπηκόσι τήν επιφάνειαν αυτού»,(Β’ Τιμ. 4,8).
Οι βίοι των Αγίων είναι ζωντανά υπομνήματα του Ευαγγελίου στην ιστορία της Εκκλησίας. Οι Άγιοι αποτελούν δείκτες ζωής για τους πιστούς Χριστιανούς μέσα στον κόσμο. Η Εκκλησία από τους πρώτους αιώνες έχοντας υπόψιν τα λόγια του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού όπως αυτά καταγράφονται στο κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο «πάς όστις ομολογήσει έν εμοί έμπροσθεν τών ανθρώπων, ομολογήσω καγώ έν αυτώ έμπροσθεν τού Πατρός μου τού έν ουρανοίς», (Ματθ. 10,32), τιμούσε πάντοτε τους ομολογητές. Στις 11 Νοεμβρίου εκάστου έτους η Ορθόδοξη Εκκλησία όρισε να τιμάται η μνήμη τριών μεγάλων μαρτύρων που ομολόγησαν την πίστη τους για τον Ιησού Χριστό και στην συνέχεια οδηγήθηκαν στο μαρτύριό τους, του Αγίου Μηνά, του Αγίου Βίκτωρος και του Αγίου Βικεντίου. Αν και έζησαν σε διαφορετικές χρονικές περιόδους, κοινό τους γνώρισμα υπήρξε η ίδια ημέρα του μαρτυρίου του καθενός που ήταν η 11η Νοεμβρίου.
Ο Άγιος Μηνάς γεννήθηκε το έτος 285 στην Αίγυπτο. Υπηρετούσε στον ρωμαϊκό στρατό στο Κοτύαιο της Φρυγίας επί αυτοκράτορα Διοκλητιανού και Μαξιμιανού. Η οικογένεια του ήταν ειδωλολάτρες, ο Άγιος Μηνάς όμως από μικρή ηλικία πίστεψε στον Ιησού Χριστό και έγινε Χριστιανός. Δεν ανεχόταν την ειδωλολατρία και όταν οι αυτοκράτορες άρχισαν διωγμούς κατά των Χριστιανών ο Άγιος Μηνάς δεν ήταν δυνατόν να συμμετέχει σε αυτούς ως στρατιωτικός και αποσύρθηκε στα όρη της περιοχής. Εκεί ζούσε κάνοντας αυστηρή νηστεία και αδιάλειπτα προσευχή στον έναν και Μοναδικό Αληθινό Θεό, τον Τριαδικό Θεό, τον Πατέρα, τον Υιό και το Άγιο Πνεύμα. Όταν γινόταν ο μεγάλος διωγμός προς τους Χριστιανούς κατέβηκε στο Κοτύαιο για να ενισχύσει τους διωκόμενους Χριστιανούς. Εκεί συνελήφθη από τους διώκτες του Χριστιανισμού και φυλακίστηκε.
Όταν του είπαν να προσκυνήσει τα είδωλα εκείνος όπως ήταν αναμενόμενο αρνήθηκε. Ταυτόχρονα ομολόγησε την πίστη του στον Ιησού Χριστό. Στην συνέχεια ακολούθησαν φρικτά βασανιστήρια τα οποία τα δέχθηκε με μεγάλη χαρά για την αγάπη του Χριστού. Τόσο πολύ βάναυσα τον μαστίγωναν οι δήμιοί του, ώστε οι μαστιγωτές του άλλαξαν δύο και τρείς φορές βάρδια. Έπειτα τον κρέμασαν και τον έγδερναν μέχρι που άρχισαν να φαίνονται τα εσωτερικά όργανα του Αγίου. Στην συνέχεια, μετά από αυτούς τους φρικτούς βασανισμούς, ακολούθησαν κι άλλοι, πιο φρικτοί, επάνω στις ήδη ανοιχτές πληγές έστριβαν το καταπληγωμένο σώμα του Αγίου Μηνά με τρίχινο ύφασμα και στο τέλος τον έσερναν γυμνό και κατακρεουργημένο πάνω σε μεταλλικά αγκάθια.
Εκεί, στην ώρα του φρικτότατου βασανιστηρίου του Αγίου, ακόμη μία φορά οι δήμιοί του του είπαν να προσκυνήσει στα είδωλα, με τον Άγιο Μηνά να αρνείται κατηγορηματικά σε κάτι τέτοιο και ταυτόχρονα ομολογεί για μία φορά ακόμη την πίστη του στον Ιησού Χριστό και την αγάπη του σε Αυτόν. Ακολούθησαν έπειτα βασανιστήρια από τους ειδωλολάτρες μέχρι που ο Άγιος Μηνάς μαρτύρησε με αποκεφαλισμό και παρέδωσε την αγιασμένη ψυχή του στον Άγιο Θεό. Όλα τα υπέμεινε με γενναιότητα ψυχής και καρτερικότητα ο Μάρτυς του Χριστού, εφαρμόζοντας το Ευαγγελικό «Καί μή φοβηθήτε από τών αποκτεινόντων τό σώμα, τήν δέ ψυχήν μή δυναμένων αποκτείναι», (Ματθ. 10,28). Τα ιερά οστά του μεταφέρθηκαν στην Αίγυπτο και θάφτηκαν εκεί. Ο τάφος του βρίσκεται σήμερα περίπου 40 χλμ. Νοτιοδυτικά της Αλεξάνδρειας.
Ο Μέγας Κωνσταντίνος, ο Χριστιανός Αυτοκράτορας της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας , με το Διάταγμα των Μεδιολάνων του 313 περί ανεξιθρησκείας σταμάτησε άπαξ διαπαντός τους διωγμούς προς τους Χριστιανούς, και την περίοδο που ήταν Πατριάρχης Αλεξανδρείας ο Μέγας Αθανάσιος, ανήγειρε Ιερό Χριστιανικό Ναό πάνω στον τάφο του Αγίου Μηνά. Σε λίγα χρόνια από τότε δημιουργήθηκε κτιριακό συγκρότημα το οποίο περιλάμβανε δύο ιερούς ναούς, μοναστήρι, ξενώνες κτλ. Το έτος 160, την 11η Νοεμβρίου, ήταν το έτος που μαρτύρησε ο Άγιος Βίκτωρ στην Ιταλία, επί δουκός Σεβαστιανού και αυτοκράτορος Αντωνίνου, όταν είχαν εξαπολύσει διωγμούς προς τους Χριστιανούς. Ο Άγιος Βίκτωρας με ασύγκριτη γενναιότητα και παλικαρίσια λεβεντιά ομολόγησε τον Ιησού Χριστό και την αγάπη του σε Αυτόν!
Στον μαρτυρικό χορό αναμφισβήτητα ανήκει ο Άγιος Βίκτωρας, ο οποίος με το αίμα του στο μαρτύριό του για την αγάπη του στον Ιησού Χριστό, πότισε το ζωηφόρο δέντρο της Χριστιανικής Πίστης του 2ου αιώνος. Οι υπηρεσίες του υπέρ του Ευαγγελίου είχαν σαν στάδιο την Ιταλία. Πήγαινε ο Βίκτωρ σε πόλεις και χωριά και έσπερνε τον λόγο της σωτηρίας, μιλώντας στον κόσμο για τον Λόγο του Θεού, με το κοινό να χαίρεται να τον ακούει και στη συνέχεια να τον ακολουθεί στην Χριστιανική Πίστη. Για τις δράσεις του αυτές που μιλούσε στον κόσμο για τον Θεάνθρωπο Χριστό και τους ανθρώπους που τους έβγαζε από την πλάνη των ειδώλων και τους οδηγούσε να πιστέψουν στον έναν και Μοναδικό Αληθινό Θεό, τον Τριαδικό Θεό, τον συνέλαβαν και τον εκβίασαν οι ειδωλολάτρες. Ευθύς αμέσως του ζήτησαν να προσφέρει θυσία στα είδωλα. Ο νεαρός στην ηλικία Βίκτωρ δεν λύγισε στις απειλές των ειδωλολατρών και αρνήθηκε όπως ήταν αναμενόμενο σε μία τέτοια πράξη .
Όλο του το είναι, το μυαλό και η καρδιά του ήταν γεμάτα από την αγάπη του για τον Ιησού Χριστό που τόσο πίστευε και αγαπούσε. Ομολόγησε την πίστη του στον Χριστό και οι ειδωλολάτρες του άρχισαν αμέσως φρικτά βασανιστήρια. Επειδή δεν λύγισε ο Άγιος Βίκτωρ και έμεινε ακλόνητος και δυνατός, σαν βράχος διαμαντένιος, στην πίστη του στον Χριστό, οι σκληροί βασανιστές του του έβγαλαν τα μάτια και στην συνέχεια τον κρέμασαν με το κεφάλι προς τα κάτω και τον έγδαραν ζωντανό. Έτσι παρέδωσε την γενναία και Αγία ψυχή του στον Άγιο Θεό.
Το όνομα Βίκτωρ σημαίνει στα ελληνικά νίκη. Νικητήριος ήταν και ο αγώνας του Αγίου Βίκτωρα που κέρδισε την αιώνια ζωή με τον μαρτυρικό του θάνατο και η μνήμη του έμεινε ανεξίτηλη ως γενναίου αθλητή του Σωτήρος Ιησού Χριστού! Σε εκείνη την πιο δύσκολη περίοδο για τους Χριστιανούς που τους δίωκε ο φρικτός ειδωλολάτρης αυτοκράτορας της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας Διοκλητιανός συνελήφθη ο Άγιος Βικέντιος μαζί με τον επίσκοπο Αυγουστοπόλεως (νύν Σαραγόσα), Ουαλέριο. Ο Άγιος Βικέντιος όντας ψυχή φλεγομένη από θεία φλόγα, είχε προσκολληθεί από τα εφηβικά του χρόνια στον επίσκοπο Σαραγόσα Ουαλέριο. Εκείνος, εκτιμώντας την αγνότητα, την σύνεση και τον ευσεβή ζήλο του Βικεντίου, τον χειροτόνησε διάκονο στην Αυγουστόπολη (Σαραγόσα).
Ο Βικέντιος έκανε προσπάθειες να γίνεται κάθε μέρα καλύτερος σε όλους τους τομείς, αύξανε την ικανότητα του λέγειν, την θερμότητα του ζήλου του και την ακούραστη προσπάθειά του να προσελκύσει στους κόλπους της Εκκλησίας τους ειδωλολάτρες, προκειμένου αυτοί να γνωρίσουν την μόνη αληθινή πίστη, την πίστη στον Μοναδικό Αληθινό Θεό, τον Τριαδικό Θεό, τον Πατέρα, τον Υιό και το Άγιο Πνεύμα. Τα περισσότερα βράδια του τα διέθετε για την κατήχηση και τον διαφωτισμό των συνανθρώπων του. Όταν το πληροφορήθηκε αυτό ο ειδωλολάτρης Δακιανός διέταξε και τον έφεραν τον Βικέντιο δεμένο στην Σαραγόσα.
Οι απειλές που ακολούθησαν έπειτα προς τον διάκονο Βικέντιο ήταν φοβερές. Παρ’ όλες όμως τις απειλές που δέχθηκε ο Άγιος Βικέντιος ομολόγησε όπως ήταν φυσικό την πίστη του στον Ιησού Χριστό και μπροστά στον έπαρχο. Γιʼ αυτό διατάχθηκε από τους τραγικούς ειδωλολάτρες να εφαρμόσουν φρικτά βασανιστήρια στον Άγιο Βικέντιο. Στις διαταγές που εφάρμοζαν οι δήμιοι του Αγίου ήταν να τον μαστιγώνουν μέχρι να ματώσουν οι σάρκες του. Αφού τον μαστίγωσαν με μεγάλη βιαιότητα και μάτωσε όλο το Άγιο σώμα του, τον έδεσαν σε σιδερένια κλίνη κάτω από την οποία ήταν αναμμένη φωτιά. Με αυτόν τον μαρτυρικό τρόπο παρέδωσε ο Άγιος Βικέντιος το πνεύμα του στον Κύριο. Και οι τρείς αυτοί μάρτυρες που μαρτύρησαν για την αγάπη του Χριστού, ο Άγιος Μηνάς, ο Άγιος Βίκτωρας και ο Άγιος Βικέντιος κοσμούν το Αγιολόγιο της Ορθοδόξου Εκκλησίας και λαμπρύνουν με την γενναιότητα ψυχής που υπέδειξαν στο μαρτύριό τους, το Χριστιανικό φρόνημα που εξέπεμπαν και το πρότυπο αγάπης και αφοσίωσης στον Ιησού Χριστό. Δεν θυσίασαν σε ψεύτικα είδωλα, προτίμησαν να θυσιαστούν για τον Ιησού Χριστό πάρα να απαρνηθούν την πίστη τους σε Αυτόν, κερδίζοντας έτσι την αιώνια ζωή και την σωτηρία της ψυχής τους. Άφησαν την παρακαταθήκη της θυσίας του μαρτυρίου τους.
Παρ’ ότι έζησαν πολλούς αιώνες πριν, από την μελέτη του βίου τους αντιλαμβάνεται κανείς το ποσό γενναίοι, ανδρείοι και ατρόμητοι είναι ο Άγιος Μηνάς, ο Άγιος Βίκτωρας και ο Άγιος Βικέντιος. Είναι αιώνιοι, δεν περιορίζονται από τον χρόνο, ούτε από τον τόπο, ούτε από το άτομο τους. Το δώρο του μαρτυρίου τους αγκαλιάζει ολόκληρη την Ορθόδοξη Εκκλησία και όλους εμάς. Αγιασμένες μορφές που δεν κρύφτηκαν από τους βάρβαρους ειδωλολάτρες και ομολόγησαν με αποφασιστικότητα τον Ιησού Χριστό. Όπως χαρακτηριστικά μας διδάσκει ο Απόστολος των Εθνών, ο Απόστολος Παύλος στην προς Τιμόθεον επιστολή του, «Άπαντες οί θέλοντες ευσεβώς ζήν έν Χριστώ Ιησού διωχθήσονται», ((Β’. Τι. 3,12). Πολλά χρόνια πέρασαν, αιώνες, αλλά η λησμονιά δεν τους άγγιξε τους Αγίους Μηνά, Βίκτωρα και Βικέντιο. Μπήκαν στο συναξάρι της Ορθοδόξου Εκκλησίας με τον πιο προσοδοφόρο τρόπο, με ήθος ταπεινό και καρδιά γενναία γεμάτη με αγάπη για τον Ιησού Χριστό. Ήταν οι φορείς του Αγίου Πνεύματος, οι εκλεκτοί του Θεού, άνθρωποι ουράνιο.
Μόνο εκείνοι που αγαπάνε τον Χριστό περισσότερο από την ζωή τους, μαζεύουν φως και αξιώνονται να βλέπουν άρρητα ρήματα ζωής αιωνίου. Πρώτα έχυσαν τα δάκρυα ευγνωμοσύνης, και έπειτα το αίμα τους. Όπως ψάλλουμε στο απολυτίκιο των Άγιων Μηνά, Βίκτωρα και Βικεντίου, «Τρισάριθμον σύνθεμα, τών αθλοφόρων Χριστού, υμνήσωμεν άσμασι, χαρηστηρίοις πιστοί, Μηνάν τόν αοίδιμον, Βίκτωρα τόν γενναίον, καί Βικέντιον θείον, πλάνην τήν τών ειδώλων, καταργήσαντας πίστει. Αυτών ταίς ικεσίαις, Χριστέ ό Θεός, Σώσον τάς ψυχάς ημών.
Οι άγιοι είναι πολιούχοι του Ηρακλείου Κρήτης, της Καστοριάς, της Ελευθερούπολης Καβάλας, της Σαλαμίνας και της Χίου. Σε πολλά μέρη της Ελλάδος και σε όλο τον κόσμο βρίσκονται Ιεροί Ναοί που είναι αφιερωμένοι στους αγίους Μηνά, Βίκτωρα και Βικεντίου, με έναν από αυτούς και τον πιο ιστορικό παράλληλα, ο οποίος ήταν και Μητροπολιτικός Ιερός Ναός της Ιεράς Μητροπόλεως Θεσσαλονίκης, να βρίσκεται στο κέντρο της Θεσσαλονίκης, όπου είναι κτίσμα του 5ου αιώνος, με την τελευταία ανοικοδόμηση να γίνεται τον 18ο αιώνα.
Πολλά επίσης είναι τα θαύματα που έχουν καταγραφεί και που εξακολουθούν να καταγράφονται συνεχώς, που έχουν κάνει οι άγιοι, οι οποίοι βοηθούνε κάθε άνθρωπο που με θέρμη ζητάει την παρέμβαση τους. Τίμια λείψανά τους βρίσκονται σε πολλούς Ιερούς Ναούς, όπου οι ευλαβείς Χριστιανοί μπορούν να προσκυνούν για ευλογία. Τιμή και δόξα στους αθάνατους ήρωες της Χριστιανικής Πίστης, στους αγίους μάρτυρες και ομολογητές, στον Άγιο Μηνά, στον Άγιο Βίκτωρα και στον Άγιο Βικέντιο.
«Θαυμαστός ό Θεός έν τοίς αγίοις Αυτού».
Να έχουμε τις πρεσβείες τους!



