Ο ξενιτεμός των Ελλήνων

Ο ξενιτεμός είναι το χαρακτηριστικότερο γνώρισμα της Ελληνικής φυλής. Ο ξενιτεμός αυτός συνδέεται με την θάλασσα που περιζώνει και την ηπειρωτική και την νησιώτικη Ελλάδα και με την συνεπακόλουθι ναυτιλία και εμπόριο.  Την χαρακτηρίζει από αρχαιοτάτων χρόνων, δηλαδή από τις μυθολογικές διηγήσεις για τα ταξίδια του Ηρακλή στις Ηράκλειες στήλες και το Μεξικό της Αμερικής, την Μινωική θαλασσοκρατία, τον Α΄και Β΄ αποικισμό με τους οποίους όχι μόνο το Αιγαίο αλλά και η Μεσόγειος Θάλασσα έγινε η θάλασσα των Ελλήνων, mare nostrum” θα την πουν αργότερα οι Ρωμαίοι. Για την κυριαρχία της Αθηναϊκής συμμαχίας στην θάλασσα ο Θεμιστοκλής κατά τον Θουκυδίδη θα πει «μέγα το της θαλάττης κράτος», όποιος δηλαδή κυριαρχεί στην θάλασσα, κυριαρχεί και σε όλον τον κόσμο. Και σύγχρονα η Αγγλική και μετέπειτα η Αμερικανική θαλασσοκρατορία επιβεβαιώνουν «του λόγου το ασφαλές»

Οι Έλληνες σκορπίζουν σε όλο τον κόσμο  είτε ως αποικιστές είτε ως μετανάστες. Ο νόστος του Οδυσσέα γίνεται παράδειγμα προς μίμηση για πολλούς αιώνες.  Έτσι η ξενιτιά γίνεται ένα με τον Έλληνα, που δραστηριοποιείται σε όλον τον κόσμο, αλλά δεν ξεχνάει την πατρίδα του. Αυτήν την σχέση των Ελλήνων με την αρχική τους πατρίδα αναλύει και περιγράφει όλη η γραμματεία, δημοτικά τραγούδια, λαϊκά και έντεχνα τραγούδια,  με κέντρο πάντα την ξενιτιά.

          Όλοι οι ξενιτεμένοι συναντούν δυσκολίες στην νέα τους πατρίδα και άλλοι τις ξεπερνούν, έχουν επιτυχίες και γίνονται πλούσιοι, ενώ άλλοι δεν μπορούν να τις αντιμετωπίσουν και βασανίζονται. Όλοι τους όμως δεν ξεχνούν την πατρίδα και την νοσταλγούν κι έτσι μετά από 8-10 χρόνια επιστρέφουν, άλλοι στα γεράματά τους και τέλος άλλοι δυστυχώς θάβονται σε ξένη χώρα. Αυτή η νοσταλγία της πατρίδας παραμένει άσβεστη στην καρδιά των Ελλήνων ξενιτεμένων, πράγμα που σημαίνει ότι οι Έλληνες είναι φιλοπάτριδες και όχι απάτριδες, όπως θέλουν να μας κάνουν κάποια ξένα κέντρα παγκοσμιοποίησης.

Τα αίτια όμως της μετανάστευσης δεν είναι μόνο οικονομικά αλλά και φυλετικά, που οφείλονται στην ιδιοσυγκρασία των Ελλήνων. Οι Έλληνες πάντοτε μετακινούνταν, πάντοτε ταξίδευαν, πάντοτε αποδημούσαν αλλά και πάντοτε είχαν το μυαλό τους να γυρίσουν αργά ή γρήγορα στην πατρίδα τους. Αυτό τον πλούτο των συναισθημάτων των Ελλήνων ξενιτεμένων τον περιγράφει με πολύ γλαφυρό τρόπο η δημοτική και λαϊκή μούσα σε όλες τις περιστάσεις και σε όλες τις φάσεις της ξενιτιάς. Επομένως είναι πολύ γοητευτικό αυτό το τα ξίδι της ξενιτιάς, που αρχίζει από την αναχώρηση, προχωρεί στην διαμονή και τελειώνει με τον γυρισμό. Στη συνέχεια θα αναφερθούμε σε αυτό το φαινόμενο της ξενιτιάς των Ελλήνων σε αυτές τις τρεις πιο βασικές φάσεις της.

Α. Η αναχώρηση του ξενιτεμένου από την πατρίδα

          Η αναχώρηση του ξενιτεμένου από την πατρίδα είναι μια ιεροτελεστία με έντονο το δραματικό και συναισθηματικό στοιχείο. Ο ξενιτεμένος πρέπει να αποχαιρετήσει την μάνα του, την γυναίκα του, τα αδέλφια και να τους υποσχεθεί ότι δεν θα τους ξεχάσει. Και η μάνα προς τον παρόν δίνει την ευχή της αλλά πολύ γρήγορα καταριέται την ξενιτιά που πήρε από κοντά της το παιδί της. Υπάρχουν πολλά χαρακτηριστικά δημοτικά τραγούδια γι’ αυτήν την περίσταση. Ας δούμε μερικά:


  1. Αποχαιρετισμός της αγαπημένης

Ήρθε καιρός να φύγουμε, ήρθε καιρός να πάμε

Τώρα σελώστε τ’ άλογα, τώρα βάλτε να φάμε.

Δώσ’  μου μανούλα μ’ την ευχή, τώρα στο κίνημά μου

Έβγα κι εσύ τρυγόνα μου να με ξεπροβοδίσεις.

Σ’ αφήνω γεια ματάκια μου, κόρη μ’ τριανταφυλλένια

Τώρα που φεύγω και κινώ ο νους μου είναι σε σένα.

Με τί καρδιά, με τί ψυχή να πάω σε τόπο ξένο

Ν’ αφήσω μάτια λιόμαυρα, κορμί χαριτωμένο;

Μόν’  δος μου το χεράκι σου κι έλα να φιληθούμε

Να φιληθούμε σταυρωτά να μη λησμονηθούμε.


  1. Αποχαιρετισμός της μάννας

Σ’ αφήνω γεια, μανούλα μου, και φεύγω για τα ξένα,
δεν θέλω να πικραίνεσαι, να κλαις εσύ για μένα.
Μονάχα δώσ’ μου την ευχή με όλη την καρδιά σου,
για να πλουτίσω γρήγορα, να ‘ρθω πάλι κοντά σου.


  1. Αμοιβαίες υποσχέσεις

-Φεύγω και παραγγέλω σου παραγγελιά μεγάλη,
απάνω στην αγάπη μας μη θεμελιώσεις άλλη.
– Δε σ’ απαρνιούμαι γω ποτές, χρυσέ μου καλαμνιώνα,
παρά να τα σκεπάσουνε τα μάτια μου με χώμα.
– Ο χωρισμός κι η ξενιτιά είναι μεγάλος πόνος,
γιατί σε κάμει στη ζωή να νιώθεις πάντα μόνος.
– Άμε, πουλί μου, στο καλό και να καλοστρατίσεις,
στο δρόμο να με θυμηθείς και πίσω να γυρίσεις.
– Όλα τ’ αστέρια ρώτηξα πού ξέρουν για τα δυο μας
ποιος περισσότερα πονά τον αποχωρισμό μας.
– Πουλάκια πάνε κι έρχονται και μήνα μου και μένα
και μη με απαρνήθηκες, πως έφυγες στα ξένα.
-Δεν είν’ ο χωρισμός σπαθί κι όμως πληγές ανοίγει,
σαν αγαπιούνται δυο καρδιές κι η μια στα ξένα φύγει.


  1. Τα ενθύμια – φυλαχτά

          Ο ξενιτεμένος πέρα από τις αναμνήσεις του μυαλού του, που δεν θα τις αποχωριστεί ποτέ, θέλει να πάρει και κάτι που να του θυμίζει την Ελλάδα, κι αυτό δεν είναι άλλο από το χώμα το ελληνικό. Το χώμα αυτό είναι ευλογημένο και αγιασμένο, γιατί οι Έλληνες έχυσαν το αίμα τους και το πότισαν βαθιά κι έτσι αναδείχτηκαν οι ήρωες και οι μάρτυρες. Αυτό αποδεικνύει πόσο δεμένοι είναι οι Έλληνες με τον τόπο τους και την Ελλάδα, αφού δεν μπορούν να την αποχωριστούν ούτε και στην ξενιτιά.

 

Χώμα ελληνικό (Γεωργίου Δροσίνη)
Τώρα που θα φύγω και θα πάω στα ξένα
και θα ζούμε μήνες, χρόνους χωρισμένοι,
άφησε να πάρω κάτι κι από σένα,
γαλανή πατρίδα πολυαγαπημένη,

άφησε μαζί μου φυλαχτό να πάρω
για την κάθε λύπη κάθε τι κακό,
φυλαχτό από αρρώστια, φυλαχτό από Χάρο,
μόνο λίγο χώμα, χώμα ελληνικό.
Χώμα δροσισμένο με νυχτιάς αγέρι,
χώμα βαφτισμένο με βροχή του Μάη,
χώμα μυρισμένο απ’ το καλοκαίρι,
χώμα ευλογημένο, χώμα που γεννάει

μόνο με της Πούλιας την ουράνια χάρη,
μόνο με του ήλιου τα θερμά φιλιά,
το μοσχάτο κλήμα το ξανθό σιτάρι,
τη χλωρή τη δάφνη, την πικρήν ελιά.


Χώμα τιμημένο, που ‘χουν ανασκάψει
για να θεμελιώσουν έναν Παρθενώνα,
χώμα δοξασμένο, που ‘χουν ροδοβάψει
αἰματα στο Σούλι και στο Μαραθώνα,

χώμα πο ‘χει θάψει λείψαν’ αγιασμένα
απ’ το Μεσολόγγι κι από τα Ψαρά
χώμα που θα φέρνει στον μικρόν εμένα
θάρρος, περηφάνια, δόξα και χαρά.


Θε να σε κρεμάσω φυλαχτό στα στήθια,
κι όταν η καρδιά μου φυλαχτό σε βάλει
από σε θα παίρνει δύναμη βοήθεια,
μην την ξεπλανέψουν άλλα, ξένα κάλλη.

Η δική σου η χάρη θα με δυναμώνει,
κι όπου κι αν γυρίσω, κι όπου κι αν σταθώ
συ θε να μου δίνεις μια λαχτάρα μόνη,
πότε στην Ελλάδα πίσω θε να ‘ρθώ.

Κι αν το ριζικό μου -έρημο και μαύρο-
μου ‘γραψε να φύγω και να μη γυρίσω,
το στερνό συχώριο εις εσένα θα ‘βρω,
το στερνό φιλί μου θε να σου χαρίσω.
έτσι κι αν σε ξένα χώματα πεθάνω,
και το ξένο μνήμα θα ‘ναι πιο γλυκό
σα θαφτείς μαζί μου στην καρδιά μου επάνω,
χώμα αγαπημένο, χώμα ελληνικό.

(Συνεχίζεται)