Τα κατακόκκινα σύννεφα που τρόμαξαν τους Κωνσταντινουπολίτες και η βροχή μαύρης σκόνης που έκαιγε δυνατά

Ιερομόναχος Αναστάσιος «Η Μεγάλη του Χριστού Εκκλησία».

(Επιμέλεια Στέλιος Κούκος)

Τη αυτή ημέρα μνήμη της μετά φιλανθρωπίας κατενεχθείσης κόνεως επί Λέοντος του μεγάλου.


 

Κατά το δέκατον όγδοον έτος της βασιλείας Λέοντος του μεγάλου του επικαλουμένου Μακέλλη του Θρακός, ήτοι εν έτει υοε’ (475), εις την έκτην του μηνός Νοεμβρίου, περί την μεσημβρίαν, ο ουρανός όλος έγινε νεφελώδης, την δε συνήθη μελανότητα των νεφελών μεταβαλών εις κόκκινον χρώμα, εφαίνετο ότι μέλλει να κατακαύση όλον τον κόσμον.

Τοσούτον δε εξέπληξεν όλους τους ανθρώπους, ώστε και από μόνην την θεωρίαν του ουρανού ενόμιζον όλοι, ότι εάν πέση βροχή από τα τοιαύτα κατακόκκινα νέφη, βεβαίως η βροχή εκείνη έσεται πυρ και φλοξ [φλόγα] κατακαίουσα, καθώς κατέκαιε και η εις τα Σόδομα πεσούσα πυρίνη βροχή.

Διά την ενδεχομένην λοιπόν ταύτην τιμωρίαν άπαντες οι Χριστιανοί κατέφευγον εις τας ιεράς Εκκλησίας και παρεκάλουν τον Θεόν με δεήσεις και κλαυθμούς.

Όθεν ο φιλάνθρωπος Κύριος, συγκεράσας [ανέμιξε, συνδύασε] την αγαθότητά του με την τιμωρίαν, επρόσταξε τα νέφη και έβρεχον μίαν βροχήν ασυνήθιστον και παράξενον, η οποία επροξένει φόβον μέγαν εις τους αμαρτάνοντας, διότι η βροχή εκείνη αρχίσασα από την ώραν του εσπερινού διήρκεσεν έως του μεσονυκτίου.

Η δε καταπίπτουσα βροχή ήτο μία κόνις [σκόνη] μαύρη, ήτις έκαιε δυνατά καθώς η στάκτη της ανημμένης καμίνου· και τόσον πολλή έπεσεν, ώστε υπεράνω της γης και των στεγών των οίκων υψώθη περισσότερον της μιας σπιθαμής.

Κατέφλεξε δε και κατέκαυσεν όλα τα χόρτα, τας βοτάνας και τα δένδρα· ήτο δε και πολύ δυσκολόπλυτος, φανερώνουσα με τούτο τόσον την αγανάκτησιν του Θεού, όσον και την δυσκολόπλυτον αμαρτίαν, διότι μετά ταύτα έπεσαν μεν πολλαί και ραγδαίαι βροχαί εις διάστημα πολλών ημερών, μόλις δε και μετά βίας ηδυνήθησαν να εκπλύνωσι την κόνιν εκείνην.

Τούτο δε ήτο αίνιγμα, διότι, επειδή η αμαρτία ευρίσκεται εις ημάς ως κόνις πυρίνη και μαύρη, και καταβιβρώσκει [κατατρώει] ως πυρ τα της αρετής βλαστήματα, χρειαζόμεθα ως βροχήν πολλά δάκρυα, αναδιδόμενα εξ αυτού του βάθους της καρδίας με στεναγμόν και πικρίαν ψυχής, ίνα με αυτά την μεν της κακίας φλογίζουσαν στάκτην εκπλύνωμεν, ποτίσωμεν δε την καλήν γην του νοός μας, και ποιήσωμεν αυτήν να καρποφορή αρετάς, και διά τούτων λυτρωθώμεν από την τιμωρίαν της γεέννης, η οποία κατακαίει τας ψυχάς ημών και τα σώματα, τύχωμεν δε της Βασιλείας των ουρανών.


 

Από τον «Μέγα Συναξαριστή της Ορθοδόξου Εκκλησίας», μήνας Νοέμβριος, τόμος 11ος.