Άγιος Διονύσιος της Ζακύνθου, Για τους δεισιδαίμονες, αγροίκους και αδιάκριτους ψαράδες…

Άγιος Διονύσιος της Ζακύνθου.

(Επιμέλεια Στέλιος Κούκος)


 

Β’. Κάποιος άρχων πλούσιος από το γένος του, προσεκάλεσε μίαν φοράν τον Άγιον, με συνοδίαν και άλλων προσώπων χρησίμων, Ιερωμένων τε και λαϊκών, να υπάγουν διά θαλάσσης με τα δίκτυα [ψαρόβαρκα], εις τόπον παραθαλάσσιον κοινώς καλούμενον Βόιδι, εκεί όπου ευρίσκεται εν Μοναστηράκι επ’ ονόματι της αγίας Τριάδος, και εμβαίνοντες εις το καΐκιον οι καλεσμένοι με τον καλέσαντα, ήρχισαν παρευθύς, κατά την δεισιδαίμονα των πλάνην, οι αγροίκοι εκείνοι και αδιάκριτοι αλιείς, να γογγύζουν κρυφίως εναντίον των ιερωμένων εκείνων προσώπων, πιστεύοντες οι ανόητοι και κακόπιστοι πως όταν ιδούν εκκλησιαστικόν άνθρωπον, δεν προκόπτει το έργον των, την ημέραν εκείνην, αλλά μάλιστα ζημιώνεται, το οποίον πολλάκις παραχωρεί ο Θεός και γίνεται διά την κακοπιστίαν των και προπέτειαν [αυθάδεια,  θρασύτητα].

Φθάνοντες λοιπόν με το καΐκι εις το Βόιδι, και ευγένοντες έξω, επήγαν εις το Μοναστηράκι, διά να αναπαυθούν, και να ετοιμάσουν τα αναγκαία· οι δε αλιείς ρίπτοντες τα δίκτυα και μετά ώραν ικανήν στρεφόμενοι κενοί και εύκαιροι παντελώς από ιχθύς, εβάρυναν περισσότερον οι θηριογνώμονες, αυξάνοντες των γογγυσμόν κατά των ιερωμένων της συνοδίας εκείνης.

Όθεν ο άρχων εκείνος εδείχθη περίλυπος εις τοιαύτην κακήν τύχην· βλέπων αυτόν ο Άγιος, και ζητών να μάθη την αιτίαν της λύπης του, ο άρχων τω την είπεν απλώς, προσθέτων περιπλέον, πως το βάρβαρον εκείνο γένος των αλιέων έχουν τόσην κακοδοξίαν εναντίον των ρασοφόρων προσώπων, όταν πηγαίνουν εις εργασίαν, ώστε όπου, εάν απαντήσουν η ιδούν τινά με ιερατικόν φόρεμα, ευθύς ασύνετα λέγουν, πως δεν επιτυγχάνει, αλλά αποτυγχάνει το έργον των, και διά τούτο τους φαίνεται και τώρα, ότι με το να είναι εις την συνοδίαν ταύτην ιερωμένα πρόσωπα, έλαβον τοιαύτην αποτυχίαν εις την αλιείαν των.

Ο δε Άγιος πικρανθείς διά την αθυμίαν του άρχοντος, μάλλον δε σκανδαλισθείς εις την σφαλεράν γνώμην των αλιέων, προστάζει να φέρουν τα δίκτυα έξω εις της γην, και βαλών πετραχήλιον, και αναγινώσκων ευχήν επάνω εις αυτά, τα ευλόγησεν, ομού δε και αυτούς [και μαζί με τα δίκτυα ευλόγησε και αυτούς], έπειτα τοις είπεν, «υπάγετε εις τον δείνα τόπον της θαλάσσης, (δεικνύων αυτοίς δακτυλοειδώς), και εκεί ρίψατε τα δίκτυα, και θέλετε συλλάβει ιχθύς πολλούς κατά την χρείαν, και την επιθυμίαν σας.»

Αυτοί δε είπον· «Δέσποτά μου, ημείς πηγαίνομεν με την αγίαν σου ευχήν να σας δουλεύσωμεν σήμερον· όμως ο τόπος όπου μας δεικνύεις δεν είναι ιχθυοτόπος, διότι εκεί ποτέ ιχθύν δεν εσυλλάβαμεν· αλλά ημείς ηξεύρομεν εδώ τα κατατόπια των ιχθύων, και θέλομεν ρίψει τα δίκτυα όπου μας φανή καλλίτερα».

Τότε ο Άγιος βλέπων την αυθάδη αντιλογίαν, λέγει αυτοίς επιτιμητικώς, «εκεί όπου σας λέγω εγώ, θέλω κατά πάντα τρόπον να τα ρίψετε», λέγει αυτοίς και ο άρχων, «ας γένη το θέλημα του Αρχιερέως, και μη αντιστέκετε εις το πρόσταγμά του».

Κατά τούτο επήγαν και στανικώς [με βαριά καρδιά, με το ζόρι], αλλά κατά την γνώμην των απηλπισμένοι, και ρίπτοντες τα δίκτυα, εις τον προστεταγμένον τόπον, εσύλλαβον τόσον πλήθος πολυειδών ιχθύων, όπου μετά βίας ηδυνήθησαν να τους σύρουν, και να τους βάλουν εις το καΐκιον· τότε γενόμενοι εκστατικοί [έκπληκτοι], εθαύμασαν, και ευθύς μετέβαλον την απιστίαν εις πίστιν, και φέροντες την άγραν των ιχθύων, ως βραβείον του θαύματος, έδραμον με φόβον ομού και χαράν, και πίπτοντες εις τους πόδας του Aγίου, ωμολόγουν μεγαλοφώνως το σφάλμα των, ζητούντες συγχώρησιν· ο δε πράος και θείος ανήρ συγχωρών αυτούς, τους ενουθέτησε να σέβωνται το Ιερατικόν σχήμα, και να διώκουν από τον νουν των τας ψυχοβλαβείς δεισιδαιμονίας.


 

Από τον «Μέγα Συναξαριστή» του Κωνσταντίνου Δουκάκη, μήνας Δεκέμβριος, τόμος 12ος.