Άγιος Γρηγόριος ο Θαυματουργός του Κιέβου: Η τιμωρία του πρίγκιπα και το άφθαρτο σώμα του αγίου

Επιμέλεια Στέλιος Κούκος)


 

Ας έρθουμε τώρα στη μαρτυρική τελείωση του φιλόθεου και θαυματουργού Γρηγορίου.

Κάποτε συνέβη να μολυνθεί το άγιο ποτήριο της εκκλησίας από ακάθαρτο ζώο. Ο όσιος κατέβηκε μέχρι το Δνείπερο ποταμό για να φέρει πεντακάθαρο νερό και να καθαρίσει το Ιερό σκεύος.

Στις όχθες του ποταμού συναντήθηκε με τους πρίγκιπες αδελφούς Ροστισλάβο [Βσεβολόντοβιτς, πρίγκιπα τού Περεγιασλάβ, (1070 – 1093)] και Βλαδίμηρο Β’ Βσεβολόντοβιτς [τον Μονομάχο, μέγα πρίγκιπα του Κιέβου, (1053-1125)]. Κατευθύνονταν προς τη μονή για να προσκυνήσουν και να πάρουν τις ευλογίες των πατέρων, πριν εκστρατεύσουν κατά των επιδρομέων Πολόφτσων.

Μερικοί αδιάντροποι υπηρέτες του Ροστισλάβου, θέλησαν να διασκεδάσουν με τον άκακο γέροντα. Άρχισαν λοιπόν να γελούν σε βάρος του χλευαστικά και να του πετούν αισχρά υπονοούμενα.

Ο ταπεινός όσιος δεν ταράχτηκε. Τους άκουγε ήρεμος και αμίλητος. Τα προορατικά του μάτια όμως, είδαν τον επικείμενο θάνατο των χλευαστών του.
– Αχ, παιδιά μου! είπε λυπημένα. Γιατί ασεβείτε κατά του Θεού στο πρόσωπο ενός γέρου μοναχού σαν κι εμένα; Εσείς τώρα χρειάζεστε πολλή προσευχή. Κλάψτε για το χαμό σας και μετανοήστε για τις αμαρτίες σας. Για σας θα ‘ρθει πολύ γρήγορα Η κρίση του Κυρίου. Όλοι σας θα πνιγείτε μέσα στο νερό μαζί με τον πρίγκιπα σας!

Ο Ροστισλάβος, ενώ τόση ώρα άκουγε τους υπηρέτες του χωρίς να επεμβαίνει, τώρα έγινε έξω φρενών με τα λόγια του οσίου. Τα πήρε όχι σαν προειδοποίηση, μα σαν κατάρα.

– Έμενα απειλείς, παλιοκαλόγερε; φώναξε στο φιλόχριστο Γρηγόριο κόκκινος από την οργή. Το ξέρεις ότι δεν με φτάνει κανείς στο κολύμπι; Αλλά θα σου δείξω εγώ! Θα χαθείς εσύ μ’ αυτό το θάνατο!

Και αμέσως ο ανόσιος πρίγκιπας, διέταξε να δέσουν τον όσιο χειροπόδαρα, να του κρεμάσουν μια πέτρα στο λαιμό και να τον πετάξουν στο πιο βαθύ σημείο του ποταμού. Η διαταγή του εκτελέστηκε χωρίς αργοπορία.

Σε λίγο τα νερά του Δνείπερου κατάπιαν το τίμιο σώμα του θαυματουργού.

Ο θηριώδης Ροστισλάβος, μετά το φόνο του οσίου, γύρισε κι έφυγε συγχυσμένος και αμετανόητος, χωρίς να πάει στο μοναστήρι. Ο αδελφός του όμως Βλαδίμηρος πήγε εκεί και ζήτησε την ευλογία των πατέρων για την αντιμετώπιση των βαρβάρων Πολόφτσων [Κουμάνων].

Η μάχη έγινε κοντά στην Τρίπολη, στις όχθες του ποταμού Στούγκνα. Οι Ρώσοι ηττήθηκαν από τους βαρβάρους και ό Ροστισλάβος πνίγηκε μ’ ολόκληρο σχεδόν το στράτευμα του [23 ετών στις 26 Μαΐου του 1093]. Ο Βλαδίμηρος όμως, χάρη στην ευλογία των αγίων της Λαύρας, σώθηκε.

Στο μεταξύ, οι αδελφοί έψαχναν δυο μέρες τον όσιο, μα δεν τον εύρισκαν.

Την τρίτη μέρα μπαίνουν στο κελί του και τι να δουν! Το νεκρό σώμα του βρισκόταν εδώ, με δεμένα τα χέρια και τα πόδια και με την πέτρα στο λαιμό! Το ένδυμα του ήταν μουσκεμένο, ενώ το πρόσωπο φωτεινό και ιλαρό. Το σώμα του ήταν ζεστό και εύκαμπτο, σαν ζωντανό.

Όλοι θαύμασαν για το ολοφάνερο σημείο της αγιότητας του μακαρίου αδελφού τους. Ποτέ δεν έμαθαν πως βρέθηκε το σώμα του μέσα στο κελί.

Δόξασαν το μεγάλο Θεό, τον «θαυμαστόν εν τοις Αγίοις Αυτού», σήκωσαν το σεπτό σκήνωμα και το τοποθέτησαν με προσευχές και ψαλμωδίες στο σπήλαιο του οσίου Αντωνίου.

Εκεί παραμένει μέχρι σήμερα, άφθορο και δοξασμένο, κηρύττοντας σιωπηλά στους ανθρώπους τη δύναμη της πίστεως και την παντοδυναμία του Θεού, του «ποιούντος θαυμάσια».


 

Απόσπασμα από το βιβλίο Πατερικόν των Σπηλαίων του Κιέβου. Ιερά Μονή Παρακλήτου.