
(Επιμέλεια Στέλιος Κούκος)
Θέλων ο μεγαλοδύναμος Θεός, ως δίκαιος Κριτής, να παιδεύση την νήσον της Κύπρου, την υστέρησεν από βροχήν και ήτο τοσαύτη ανομβρία, ώστε έγινε πείνα μεγάλη, ταύτην δε ηκολούθησε θανατικόν ως συνήθως συμβαίνει και καθ’ εκάστην απέθνησκον αναρίθμητοι.
Ήτο όθεν [γι’ αυτό] ανάγκη, έναντι του μεγάλου αυτού θυμού του Κυρίου, να ευρεθή εις έτερος Ηλίας η άλλος τις όμοιος εκείνου εις τα έργα, όστις να δυνηθή να ανοίξη διά της προσευχής του τους ουρανούς.
Όντως δε τοιούτος ήτο ο μέγας κατά την ψυχήν και θαυμαστός Σπυρίδων, ο οποίος, βλέπων το τρομερόν αυτό κακόν να αφανίζη καθημερινώς το λογικόν του ποίμνιον, ως αληθής ποιμήν και ουχί μισθωτός επόνει τα σπλάγχνα υπό της πατρικής αγάπης νικώμενος και έκαμε προς τον Θεόν δέησιν.
Ο δε ουράνιος Πατήρ ημών, ως εύσπλαγχνος, δεν παρείδε την προσευχήν του δούλου του, αλλ’ ευθύς επλήρωσε διά νεφών τον ουρανόν και (το θαυμασιώτερον!) διά να μη νομίση κανείς, ότι η βροχή έγινεν από τα στοιχεία με τους νόμους της φύσεως, ωκονόμησε και ίσταντο επί ώραν πολλήν τα νέφη και δεν έβρεχον, έως ου επαναλάβη ο Άγιος την δέησιν, όστις προσηυχήθη και πάλιν θερμότερον.
Τότε, ευθύς ως έτρεξαν τα δάκρυα του Σπυρίδωνος, ήλθεν εις την γην τοσαύτη βροχή, Χάριτι του παντελεήμονος Θεού, ώστε επότισεν όλην την νήσον και ηύξησαν τα γεννήματα, οι δε άνθρωποι ελυτρώθησαν από τα δεινά των.
Τολμώ όθεν να είπω, ότι ο Σπυρίδων ήτο και από τον Ηλίαν φιλανθρωπότερος· διότι εκείνος απέκλεισε πρώτον τους ουρανούς και ύστερα ήνοιξεν αυτούς, ούτος όμως ως εύσπλαγχνος δεν τον εμιμήθη εις το πρώτον, αλλά μόνον εις το δεύτερον.
Απόσπασμα από τον «Μέγα συναξαριστή της Ορθοδόξου Εκκλησίας», μήνας Δεκέμβριος, τόμος 12ος.