Διεθνές δίκαιο και ανθρώπινα δικαιώματα

(Προηγούμενη δημοσίευση: https://www.pemptousia.gr/?p=411229)

Το Διεθνές Δίκαιο (που θεμελιώνεται στο φυσικό δίκαιο και αποτελεί τη νομιμοποιητική βάση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων) διακρίνεται στο δημόσιο και το ιδιωτικό διεθνές δίκαιο. Συνιστά ένα διακριτό σύστημα κανόνων δικαίου που διέπουν τις σχέσεις μεταξύ των κρατών (των σύγχρονων δηλαδή οργανωμένων κοινωνιών) όπως επίσης και άλλων κοινοτήτων όπως οι διεθνείς διακρατικοί οργανισμοί. Επιπλέον είναι αυτόνομο, που σημαίνει ότι είναι ιεραρχικά ανώτερο από το εσωτερικό δίκαιο του κάθε κράτους ξεχωριστά και οι κανόνες του είναι υποχρεωτικοί για όλα τα κράτη αλλά και για τους υπόλοιπους διεθνείς, διακρατικούς φορείς οι οποίοι βρίσκονται υπό τη σκέπη του [44].

Από τις πόλεις-κράτη και τους θεσμούς τους (συνθήκες – σπονδές, συμμαχίες, διαιτησία, προξενεία, εκεχειρία) στην αρχαία Ελλάδα [45] -όπου για άλλη μια φορά εντοπίζονται τα πρώτα ψήγματα του Διεθνούς Δικαίου αυτή τη φορά- μέχρι την περίοδο της Ρωμαϊκής Aυτοκρατορίας (την Pax Romana και την αξιωματική επιταγή «divide et impera» / διαίρει και βασίλευε) ως ρυθμιστικό και δη εξουσιαστικό σε σχέση με τα άλλα κράτη παράγοντα που έδρασε ανασταλτικά για την ανάπτυξη του διεθνούς δικαίου [46] και από τη Συνθήκη της Βεστφαλίας το 1648 -μιας πρώτης διακρατικής συμφωνίας που άνοιξε το δρόμο για τις διακρατικές συμφωνίες με την ανάλογη αναγνώριση και θέσπιση αρχών (ισότητα κρατών, ισορροπία δυνάμεων, αναγνώριση κρατών)- μέχρι τη Γαλλική Επανάσταση (1789) που θέτει τα θεμέλια για τη μετατόπιση της εξουσίας από τον απόλυτο κυρίαρχο εξουσίας στον λαό (λαϊκή κυριαρχία, δημοκρατία, δικαίωμα αυτοδιάθεσης των λαών κτλ.) αλλά και την Αμερικανική Επανάσταση (1774), η πορεία του Διεθνούς Δικαίου συναντά το 1914 τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Μετά τις καταστροφικές συνέπειες του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου (1914-1918) συνειδητοποιείται η αναγκαιότητα ίδρυσης ενός διεθνούς πολιτικού οργανισμού με κύριο ρόλο τη διασφάλιση της διεθνούς ειρήνης. Έτσι, το 1919 ιδρύεται με έδρα τη Γενεύη η Κοινωνία των Εθνών (ΚτΕ), εμπνευστής της οποίας υπήρξε ο πρόεδρος των Η.Π.Α. Woodrow Wilson [46]. Επρόκειτο για τον μεγαλύτερο σε κλίμακα οργανισμό που είχε ποτέ συσταθεί με πολυδιάστατο ρόλο (πολιτικό, οικονομικό, κοινωνικό, ανθρωπιστικό) ωστόσο η αδυναμία του να ελέγξει τις απαιτήσεις σχετικά με τα εθνικά συμφέροντα των Μεγάλων Δυνάμεων στάθηκε εμπόδιο στην εξέλιξη της Κοινωνίας των Εθνών και του έργου της που δεν ήταν άλλο από την ειρηνική επίλυση των διαφορών μεταξύ των κρατών-μελών. Η σύστασή της και οι στόχοι της αποδείχθηκαν μια χίμαιρα. Η τελική συνεδρίαση της Κοινωνίας των Εθνών πραγματοποιήθηκε τον Απρίλιο του 1946 στη Γενεύη και ο Robert Cecil (ένας διακεκριμένος Άγγλος πολιτικός που είχε τιμηθεί με βραβείο Νόμπελ την περίοδο του Μεσοπολέμου) [47] λέγεται ότι συνόψισε το συναίσθημα που επικρατούσε στη συγκέντρωση κατά τη διάρκεια της ομιλίας του προς την τελική Εθνοσυνέλευση όταν είπε: «Ας αναφέρουμε με τόλμη ότι η επιθετικότητα, όπου και αν εμφανίζεται και όπως και αν υποστηρίζεται, είναι ένα διεθνές έγκλημα απέναντι στο οποίο κάθε ειρηνόφιλο κράτος έχει την υποχρέωση να αντιστέκεται και να χρησιμοποιεί όποια δύναμη είναι απαραίτητη για να το συντρίψει, ότι ο μηχανισμός της Χάρτας, καθόλου λιγότερο από τον μηχανισμό της Σύμβασης, είναι επαρκής για αυτό το σκοπό αν χρησιμοποιηθεί σωστά, και ότι κάθε έντιμος πολίτης κάθε κράτους πρέπει να είναι έτοιμος να υποστεί οποιαδήποτε θυσία προκειμένου να διατηρηθεί η ειρήνη … Τολμώ να τονίσω στο ακροατήριό μου ότι το μεγάλο έργο της ειρήνης δεν αναπαύεται μόνο στα στενά συμφέροντα των δικών μας λαών, αλλά ακόμα περισσότερο σε εκείνες τις σπουδαίες αρχές του σωστού και του λάθους από τις οποίες τα έθνη, όπως και τα άτομα, εξαρτώνται. Η Κοινωνία των Εθνών πέθανε. Ζήτω τα Ηνωμένα Έθνη». Η πρόταση διάλυσης της Κοινωνίας των Εθνών πέρασε ομόφωνα [48]. Ήταν το τέλος και επίσημα ενώ όχι πολλά χρόνια μετά, ένας δεύτερος παγκόσμιος πόλεμος ξεσπά.

Ο Οργανισμός Ηνωμένων Εθνών (Ο.Η.Ε.) έρχεται να αντικαταστήσει και συνάμα να αποκαταστήσει τον αποτυχημένο ρόλο της Κοινωνίας των Εθνών αμέσως μετά από έναν δεύτερο ολέθριο πόλεμο, τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο (1939-1945). Ιδρύεται στις 24 Οκτωβρίου 1945 από 51 χώρες (σήμερα ο οργανισμός αριθμεί 139 μέλη) οι οποίες δεσμεύτηκαν για τη διασφάλιση της ειρήνης μέσα από διεθνείς σχέσεις συνεργασίας και ασφάλειας. Οι υποχρεώσεις των κρατών – μελών προκύπτουν από τον αντίστοιχο Χάρτη του Ο.Η.Ε. σύμφωνα με τον οποίον περιγράφονται οι βασικές αρχές του οργανισμού, δηλαδή η διατήρηση της διεθνούς ειρήνης και ασφάλειας, η ανάπτυξη φιλικών σχέσεων μεταξύ των εθνών, η συνεργασία για την επίλυση των διεθνών προβλημάτων, η προώθηση του σεβασμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και η εναρμόνιση των δράσεων των κρατών. Ο Ο.Η.Ε. δεν νομοθετεί αλλά προσφέρει τα κατάλληλα μέσα για την επίλυση διεθνών συγκρούσεων και παίζει ένα σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση πολιτικών για θέματα που μας αφορούν όλους [49]. Ειδικά σε ό,τι αφορά την επίλυση διεθνών συγκρούσεων και προκειμένου για την επίτευξη αυτού του σκοπού, ο Ο.Η.Ε. έχει και έναν πιο διευρυμένο ρόλο: το Συμβούλιο Ασφαλείας του Ο.Η.Ε., ένα θεσμικό όργανό του, έχει την εξουσιοδότηση να παρέμβει άμεσα σε περίπτωση κάποιας διαφοράς, προστριβής ή και σύγκρουσης καθώς κάθε διαμάχη πρέπει να επιλύεται ειρηνικά για τη διατήρηση της διεθνούς ειρήνης και ασφάλειας και προκειμένου διασφαλίσει αυτές τις συνθήκες αλλά και για να αποφύγει χειρότερες μπορεί να απαιτήσει «τα ενδιαφερόμενα μέρη να συμμορφωθούν με τα προσωρινά μέτρα που αυτό κρίνει αναγκαία ή επιθυμητά» [50].

Μεταπολεμικά, εκτός από τον μεγάλο αριθμό διεθνών οργανισμών που ιδρύθηκαν στα πλαίσια της προάσπισης του δικαίου και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, μια ρηξικέλευθη κίνηση ήταν η Σύμβαση της Βιέννης (1969) στην οποία αναγνωρίζονται για πρώτη φορά ρητά οι κανόνες «αναγκαστικού δικαίου» (jus cogens), κανόνες δηλαδή με αυξημένη νομική ισχύ που υπερτερούν όλων των άλλων και δεν δύναται να τροποποιηθούν ή να καταργηθούν με πρωτοβουλία των κρατών (πχ. μη χρήση βίας στις διεθνείς σχέσεις, νόμιμη αυτοάμυνα κτλ.) [46].

Η διεθνής έννομη τάξη, έτσι όπως έχει σήμερα διαμορφωθεί, έχει ως αποστολή την προστασία και τον σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων τα οποία κατοχυρώνονται στην Οικουμενική Διακήρυξη των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του Ο.Η.Ε. Η Διακήρυξη συντάχθηκε το 1948 από την χήρα του προέδρου των Ηνωμένων Πολιτειών Ελεονώρα Ρούζβελτ και υιοθετήθηκε από τον Ο.Η.Ε. τον Οκτώβρη της ίδιας χρονιάς. Αποκαλείται «Μάγκνα Κάρτα», αποτελείται από 30 άρθρα και αφορά όλη την ανθρωπότητα μιας κι έχει κωδικοποιημένα σε ένα έγγραφο όλα τα ανθρώπινα δικαιώματα [51].

(Συνεχίζεται)