
(Επιμέλεια Στέλιος Κούκος)
Αββά Δωρόθεου
Περί ταπεινοφροσύνης
Συνέχεια από εδώ: https://www.pemptousia.gr/?p=412539
11. Θυμούμαι ότι κάποτε ωμιλούσαμε για την ταπείνωσι, και κάποιος επίσημος της Γάζας, ακούοντάς μας να λέγωμε τούτο, ότι όσο κανείς πλησιάζει το Θεό, τόσο βλέπει τον εαυτό του αμαρτωλό, παραξενευόταν κι’ έλεγε· πώς είναι δυνατό τούτο; Και επειδή αγνοούσε, ήθελε να μάθη το λόγο.
Του λέγω· ‘κύριε πρόεδρε, ειπέ μου, τι τον έχεις τον εαυτό σου μέσα στην πόλι σου’;
Μου λέγει εκείνος· ‘τον έχω για μεγάλο και πρώτο της πόλεως’.
Του λέγω· ‘εάν μεταβής στην Καισάρεια, τι έχεις τον εαυτό σου εκεί’;Λέγει· ‘τον έχω κατώτερο από τους εκεί μεγάλους’.
Του λέγω· ‘εάν μεταβής στην Αντιόχεια, τι έχεις τον εαυτό σου’;
Μου λέγει· ‘τον έχω σαν ένα χωριάτη.
Του λέγω· ‘εάν δε μεταβής στην Κωνσταντινούπολι, κοντά στον βασιλέα, εκεί τι τον έχεις τον εαυτό σου’;
Μου λέγει εκείνος· ‘τον έχω σαν ζητιάνο’.
Τότε του λέγω· ‘ιδού πώς είναι οι άγιοι όσο πλησιάζουν προς το Θεό, τόσο αμαρτωλούς βλέπουν τους εαυτούς τους’.
Πραγματικά ο Αβραάμ όταν είδε τον Κύριο, εκάλεσε τον εαυτό του «χώμα και σκόνη».
Ο δε Ησαΐας έλεγε «πόσο ταλαίπωρος και ακάθαρτος είμαι εγώ».
Ομοίως και ο Δανιήλ. Όταν ήταν στο λάκκο μαζί με τους λέοντες και έφθασε ο Αββακούμ με τον άρτον λέγοντάς του, «δέξου το φαγητό που σου έστειλε ο Θεός», τι λέγει ο Δανιήλ; «μ’ εθυμήθηκε λοιπόν ο Θεός; ».
Βλέπεις πόση ταπείνωσι είχε η καρδιά του, όταν ήταν στο λάκκο ανάμεσα στους λέοντες που δεν τον έβλαπταν, και μάλιστα όχι μόνο μία φορά αλλά και δευτέρα, και παρ’ όλα αυτά εθαύμασε λέγοντας, «μ΄ εθυμήθηκε λοιπόν ο Θεός;».
12. Βλέπετε την ταπείνωσι των αγίων, ποια διάθεσι έχουν οι καρδιές τους. Ακόμη και όταν εστέλλονταν από το Θεό για βοήθεια προς τους ανθρώπους δεν καταδέχονταν να δοξασθούν και το απέφευγαν από ταπείνωσι.
Όπως δηλαδή κάποιος που είναι ενδυμένος με ολομέταξα, εάν ριφθή εναντίον του ακάθαρτο ράκος, φεύγει για να μη μιανθή το πολύτιμο ένδυμά του, έτσι είναι και οι άγιοι· ενδυμένοι τις αρετές αποφεύγουν την ανθρωπίνη δόξα για να μη μιανθούν απ’ αυτήν.
Κι’ όσοι θέλουν την δόξα είναι όμοιοι με ένα γυμνό που πάντοτε ζητεί να εύρη μικρό ράκος ή κάτι παρόμοιο, για να σκεπάση την άσχημοσύνη του έτσι και ο γυμνός από αρετές ζητεί την δόξα των ανθρώπων.
13. Στελλόμενοι λοιπόν οι άγιοι από το Θεό για βοήθεια άλλων, από ταπείνωσι δεν εδέχονταν. Ο Μωυσής έλεγε «σε παρακαλώ να ορίσης άλλον που να είναι ικανός διότι εγώ είμαι ισχνόφωνος και βραδύγλωσσος».
Ο δε Ιερεμίας έλεγε «εγώ είμαι νεώτερος».
Και γενικά κάθε άγιος απέκτησε αυτήν την αρετή από την εκτέλεσι των εντολών, όπως είπαμε. Αυτή η ταπείνωσις κανένας δε μπορεί να ειπή πως είναι και πως προκαλείται στην ψυχή, αν δεν την μάθη από πείρα μόνος του με λόγο κανένας δεν μπορεί να την μάθη.
Από τον τόμο «Φιλοκαλία των νηπτικών και ασκητικών, Αββά Ησαΐου, αββά Ζωσιμά, αββά Δωροθέου» των εκδόσεων Πατερικαί Εκδόσεις «Γρηγόριος ο Παλαμάς». Κείμενο, μετάφραση, σχόλια Παναγιώτης Χρήστου.