(Επιμέλεια Στέλιος Κούκος)
Ο Μάρκος, ο πιο νέος από τους υποτακτικούς του Αββά Σιλουανού, ήταν από πλούσια οικογένεια, αρχοντική.
Δεν πέρασε πολύς καιρός αφ’ ότου έφυγε κρυφά από το σπίτι του για να γίνη Καλόγερος κι’ η μητέρα του που τον είχε μοναχογυιό πήγε στη σκήτη να τον συναντήση, μήπως τον πείσει να γυρίση πίσω.
Είχε φέρει μαζί της μεγάλη συνοδεία από υπηρετικό προσωπικό, όπως έβγαιναν τα χρόνια εκείνα έξω οι αρχόντισσες.
Ο Αββάς Σιλουανός βγήκε να την προϋπαντήση. Εκείνη, κλαίγοντας απαρηγόρητα, του ζήτησε το γυιό της.
Ο Γέροντας, για να την παρηγορήση, πήγε ευθύς στο μαγειρείο που ο Μάρκος ετοίμαζε το φαγητό των Αδελφών και τον πρόσταξε να βγη έξω να τον ιδή η μητέρα του.
Ο νέος, για να μη παρακούση, βγήκε αμέσως, όπως ήταν εκείνη τη στιγμή κατάμαυρος από τον καπνό, φορώντας το παλιό σχισμένο ρούχο που είχε για την υπηρεσία του.
Έκλεισε τα μάτια του, για να μη δη κανένα, πήγε κοντά στη συνοδεία της μητέρας του, ευχήθηκε σχεδόν ψιθυριστά· ο Θεός να σας ελεήση, και βιαστικός γύρισε στη δουλειά του.
Από κανενός το νου δεν πέρασε πως ο απεριποίητος εκείνος Καλόγερος μπορούσε να ήταν το πρώην αρχοντόπουλο.
Η μητέρα του που ούτε αυτή τον γνώρισε, ανυπόμονη, με τη λαχτάρα του παιδιού της, μήνυσε πάλι στον Αββά Σιλουανό να της το στείλη.
Ο Γέροντας φώναξε παράμερα τον Μάρκο και του είπε αυστηρά:
– Δεν σου είπα, παρήκοε, να βγης έξω, να σε ιδή η μητέρα σου;
– Έκανα όπως μου είπες, Αββά, αποκρίθηκε ταπεινά ο νέος. Πήγα και τους ευχήθηκα να τους ελεήση ο Θεός. Αλλά μη μου πης να ξαναβγώ, για να μη σε παρακούσω.
Ο Γέροντας θαύμασε την αποφασιστικότητα του νέου.
Ύστερα πήγε ο ίδιος και είπε στην αρχόντισσα πως ο γυιός της ήταν ο καλόγερος που τους ευχήθηκε πριν από λίγο να τους ελεήση ο Θεός. Την παρηγόρησε με τα σοφά του λόγια και την έπεισε να φύγη, χωρίς να τον ενοχλήση πια.
Από το βιβλίο, «Γεροντικόν, Σταλαγματιές από την πατερική σοφία», μετάφραση Μοναχής †Θεοδώρας Χαμπάκη, έκδοση Ορθοδόξου Χριστιανικής Αδελφότητας «Λυδία» Θεσσαλονίκη.