
(Διασκευή, επιμέλεια Στέλιος Κούκος)
Όταν συνέλαβαν τον Άγιο Χρυσόστομο οι στρατιώτες του αυτοκράτορα Αρκαδίου καθ’ υπόδειξη της γυναίκας του βασίλισσας Ευδοξίας τον μετέφεραν από την Κωνσταντινούπολη στην ασιατική πλευρά της αυτοκρατορίας. Μετά τον έβαλαν σε ένα ζώο και τον εξόρισαν στον Κουκουσό τον οποίο κατοικούσαν Αρμένιοι.
Καθ’ όδον, όμως, οι στρατιώτες ταλαιπωρούσαν ποικιλοτρόπως τον Άγιο κατ’ εντολή της βασίλισσας Ευδοξίας. Για παράδειγμα, δεν του έδιναν να τρώει χυλό κριθαριού το οποίο ήταν το μόνο φαγητό που μπορούσε να φάει, λόγω της πάθησης του στομάχου του, αλλά ούτε και καλό ψωμί.
Του έδιναν μόνον ξερό και μουχλιασμένο, ενώ το νερό ήταν ζεστό, παρ’ όλο που ταξίδευαν εν μέσω ζέστης.
Και δεν ήταν μόνο αυτά τα οποία υπέστη κατά την μακρά του πορεία σε διάφορους τόπους εξορίας.
Η Ευδοκία όταν μάθαινε ότι ο Άγιος εύρισκε κάπου ανάπαυση και καλή υποδοχή από τους κατοίκους των ποικίλων περιοχών διέταζε τους στρατιώτες να τον μετακινήσουν, αμέσως.
Ο ίδιος, όμως, συνέχιζε να κηρύττει τον λόγο του Θεού και μάλιστα να δρα ιεραποστολικά εν μέσω ειδωλολατρών ή ακόμη και ανθρώπων σε ημιβάρβαρη κατάσταση.
Όταν έφτασε στον Κουκουσό του έφεραν μπροστά του κάποιον ειδωλολάτρη ο οποίος ήταν οκτώ χρόνια παράλυτος και δεν μπορούσε να περπατήσει.
Οι κάτοικοι της περιοχής είχαν ακούσει ότι ο Άγιος Χρυσόστομος έκανε θαύματα στην Κωνσταντινούπολη και γι’ αυτό σκέφτηκαν πως ήταν η τελευταία ευκαιρία για να γίνει καλά.
Ο Άγιος, τότε, ρώτησε τον ασθενή:
– Σε ποιον Θεό πιστεύεις;
– Στον ήλιο, απάντησε εκείνος.
– Και γιατί δεν σε θεραπεύει ο Θεός σου; τον ρώτησε ο Άγιος Χρυσόστομος.
– Γιατί έχει κάποιον άλλο Θεό πιο πάνω από αυτόν, απάντησε ο παράλυτος.
– Και τότε γιατί δεν πιστεύεις σ’ αυτόν τον Θεό που βρίσκεται πάνω από τον ήλιο; τον ξαναρώτησε.
– Δεν τολμούμε να τον ονομάσουμε εκείνον Θεό, διότι όποιος είναι αμαρτωλός και τον παραδεχτεί ως Θεό κατακαίεται, είπε ο παράλυτος.
– Εάν πιστέψεις στον Θεό τον οποίο κηρύσσω εγώ, δεν θα κατακαείς, αλλά θα φωτιστείς και θα γιατρευτείς και ψυχικά και σωματικά, του είπε ο Άγιος Χρυσόστομος, για να τον απελευθερώσει από τις πλανεμένες ειδωλολατρικές του απόψεις.
– Πιστεύω στον Θεό σου εξ όλης μου της ψυχής, του είπε ο ειδωλολάτρης.
Ο Άγιος, τότε, προσευχήθηκε και τον θεράπευσε από την παράλυση που τον καθήλωνε για οκτώ χρόνια.
Βλέποντας το θαύμα αυτό οι κάτοικοι του τόπου, αλλά και άλλοι από γειτονικές περιοχές που πληροφορήθηκαν το θαυματουργικό αυτό γεγονός, βαπτίστηκαν όλοι από τον Άγιο μαζί με τον πρώην παράλυτο.
Ο Άγιος ως νέος Απόστολος και συνεχιστής του έργου των πρώτων Αποστόλων χειροτόνησε επισκόπους και ιερείς, επιλέγοντας ανάμεσα σ’ αυτούς που γνώριζαν τόσο την ελληνική όσο και την αρμενική γλώσσα, γιατί στον Κουκουσό μιλούσαν αρμενικά.
Στη συνέχεια τους παρότρυνε και μετέφρασαν στην αρμενική γλώσσα την Παλαιά και την Καινή Διαθήκη καθώς και την Θεία Λειτουργία.
Διασκευή από τον «Μέγα Συναξαριστή της Ορθοδόξου Εκκλησίας», μήνας Νοέμβριος, τόμος 11ος.