Σχόλιο στο Ευαγγέλιο της Κυριακής ΙΒ΄ Λουκά (Δέκα Λεπρών)
Αν ο πόνος της ασθένειας συντρίβει τον άνθρωπο, ο πόνος της λέπρας τον διαλύει συνθέμελα, καθώς αλλοιώνει το σώμα και τον εκτοπίζει από την κοινωνία καταδικάζοντάς τον στην απομόνωση και το θάνατο.
Τώρα, βέβαια, ξεπεράστηκε η μεταδοτική αυτή ασθένεια. Την κατανοούμεν κάπως διαβάζοντας τη ζωή στα λεπροκομεία, στους χώρους που μεταφέρονταν οι ζωντανοί νεκροί, χωρίς ουσιαστική βοήθεια, ζώντας με τους ομοίους τους στην ασθένεια αλλά διαφορετικούς στη νοοτροπία και χαρακτήρα, γι’ αυτό και τα προβλήματα αυξάνονταν.
Ο Ιησούς «καθώς έμπαινε σ’ ένα χωριό, τον συνάντησαν δέκα λεπροί άνδρες, που στάθηκαν μακριά του και του φώναζαν δυνατά: “Ιησού, αφεντικό, ελέησέ μας!”. Του φώναζαν μέσα από τον προσωπικό τους άδη, με όλη τη δύναμη της ψυχής τους ως η τελευταία τους ελπίδα. Και Αυτός που θα κατέβαινε μέχρι τον Άδη, πως ήταν δυνατόν να αγνοήσει την κραυγή τους;
Όμως, δεν ευχαρίστησαν τον ευεργέτη τους παρά μόνο ο «αλλοεθνής». Η αχαριστία ή ο ενθουσιασμός για τη θεραπεία; Εκείνοι γνώριζαν πιο πολύ τι σημαίνει η ξαφνική «καθαριότητα από τη λέπρα» και η ένταξή τους στην κοινωνία.
Πόσα καλά δεχόμαστε στη ζωή μας που γνωρίζουμε μόνο εμείς! Πόσο σημαντικό είναι για μας να δοξάζουμε τον Θεόν!
Ο Γέροντας Τρύφωνας του Βάσον γράφει τα εξής: «Τίποτε δεν δίνει τόση ικανοποίηση όσο η έκφραση ευγνωμοσύνης για τη ζωή μας, για τη ζωή των αγαπημένων μας, για τα πράγματα που περικλείει η ζωή μας και για την αγάπη του Θεού για μας. Θυμηθείτε, η ευτυχία μας κάνει ευγνώμονες, αλλά και η ευγνωμοσύνη μας κάνει ευτυχείς» (1).