
(Επιμέλεια Στέλιος Κούκος)
Εγκώμιον επί τη ευρέσει της τιμίας κεφαλής του Προδρόμου. Του Ιεροδιδάσκάλου και Ιεροκήρυκος της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας Μακαρίου του Χριστιανοπούλου.
«Εκ σπέρματος», λέγει ο Ησαίας, «εξελεύσεται έκγονα ασπίδων, και τα έκγονα αυτών εξελεύσονται όφεις πετάμενοι» (Ησ. ιδ’ 29). Τούτο σημαίνει, ότι από τον όφιν γεννώνται αι ασπίδες και τα γεννήματα αυτών γίνονται όφεις πτερωτοί, αληθής δε βεβαίως ο λόγος του Προφήτου.
Ιδού το παράδειγμα ολοφάνερον. Πόθεν γεννάται ο Ηρώδης ούτος, όστις έρριψεν εις την φυλακήν τον Ιωάννην, τέλος δε τον εθανάτωσεν;
Από τον πρώτον και τρομερόν εκείνον όφιν, όστις εθανάτωσε τας δεκατέσσαρας χιλιάδας των βρεφών, από τον πρώτον δηλαδή και μέγαν Ηρώδην. Από τον όφιν εκείνον γεννώνται ο Αριστόβουλος και ο Φίλιππος, ως και οι άλλοι όφεις· από το σπέρμα του όφεως εκείνου γεννάται και η θυγάτηρ του Αριστοβούλου Ηρωδιάς.
Όφις φαρμακερός ο πρώτος Ηρώδης εναντίον της ανθρωπίνης φύσεως, όφις τοιούτος και ο δεύτερος Ηρώδης, ο υιός του· ιδού και η ασπίδα [είδος φιδιιού], η Ηρωδιάς.
Θέλεις να ίδης και το θυγάτριον αυτής όμοιον της ασπίδος; Ιδού αυτό, της ασπίδος το γέννημα, πως πετά έμπροσθεν του Ηρώδου, και με το πέταγμα και στριφογύρισμα εκείνο ανοίγοντας το στόμα των, τόσον ο όφις, όσον και η ασπίς και το γέννημα αυτής, κόπτουσι την Κεφαλήν του Ιωάννου.
Ω πονηρός όφις! Ω θανατηφόροι ασπίδες! Εις ποίαν φωτοφόρον Κεφαλήν τολμούν να βάλουν τους οδόντας των οι δείλαιοι! Ω! ποίον ακτινοφεγγοβόλον Λύχνον αποτολμούν να σβύσουν.
Σβύνουν τον Λύχνον τον φωταυγή, διά να μη θεωρή ο Κόσμος τας κακίας των. Βγάζουν το φως από το μέσον, διά να μη θεωρούνται από τους άλλους αι μοιχείαι των. Βγάζουν την Φωνήν του Λόγου από το μέσον, διά να μη κηρύττη τας παρανομίας των.
Όμως τον Λύχνον του Φωτός τον εστερήθησαν εκείνοι καταβάντες εις τον Άδην και όχι ο Κόσμος όλος. Πάλιν είναι Λύχνος του Φωτός, Πρόδρομος του Ηλίου και Φωνή του Λόγου και πάλιν ούτω λέγεται.
Διότι πού δεν λάμπει;
Πού δεν ακτινοβολεί;
Πού δεν κηρύττει ως Φωνή του Υιού και Λόγου του Θεού;
Δεν γεννάται από δικαίους δίκαιος, από τον Ζαχαρίαν και την Ελισάβετ;
Δεν είναι εκ κοιλίας Μητρός αυτού αγιασμός;
Δεν επέρασεν εις την έρημον, όχι απλώς ανθρωπίνην, αλλά σχεδόν Αγγελικήν ζωήν;
Δεν ήπλωσε τας χείρας του εις την Κορυφήν του παντός του Κόσμου Δεσπότου και Ποιητού και Πλάστου;
Πώς λοιπόν ημπορεί τις ποτέ να μου ειπή, ότι δεν συμμετέσχε μιας παντοτεινής ζωής και αιωνίου θεικής λάμψεως;
Διότι «Υιός δίκαιος», λέγει ο Σολομών, «γεννάται εις ζωήν» (Παρ. ια’ 19), διότι γίνεται μιμητής Αγγελικής ζωής, γεννάται εις ζωήν, επειδή αξιώνεται να γίνη Βαπτιστής της Αυτοζωής και να λάβη μέρος απ’ εκείνην την Αυτοζωήν.
Λάμπει παντοτεινά ως Πρόδρομος του νοητού Ηλίου, διότι απλώνοντας εις τον νοητόν εκείνον Ήλιον, δίδει προς αυτόν διά παντός τας ηλιοθεοσταλάκτους ακτίνας του ο νοητός εκείνος Ήλιος.
Ω! πόσον θεοφεγγοβολεί και ας ενόμιζεν ο ληρώδης ότι τον έσβησεν.
Ω! πόσην έλαβεν χάριν από τον Χριστόν, ώστε να καταστή άξιος διά τας αρετάς του να γίνη Βαπτιστής Του!
Τις να επαινέση κατ’ αξίαν τον Βαπτιστήν;
Τις να πλέξη εγκώμιον αρμόδιον εις τον Πρόδρομον;
Εάν ο Χριστός μεταξύ των γεννηθέντων εκ γυναικών μείζονα τον μαρτυρή τις άλλος ημπορεί περισσότερον;
Ώστε, όχι διά να τον ανυψώσωμεν περισσότερον, αλλά διά να μη μας κρίνωσιν οι ανευλαβείς ομιλούντες περί τούτου, θέλομεν αποδείξει τον Ιωάννην πρώτον Φωνήν και Στόμα του Χριστού και δεύτερον, μετά την αποτομήν της Τιμίας του Κεφαλής, επαινετόν και υπερθαύμαστον όχι μόνον από τους φίλους, αλλά και από τους εχθρούς του Χριστού.
Ιδού λοιπόν, ότι από το πρώτον αρχόμεθα.
Θέλων ο Μέγας, και ουράνιος Θεός να φανερώση λεπτομερώς εις πόσην ασύγκριτον αγάπην και τιμήν έχει όλους εκείνους, οι οποίοι διά πολλών κόπων και πόνων και ιδρώτων, διά παντός αγωνιζόμενοι, εξάγουσι τον αμαρτωλόν από το στόμα του Άδου, λέγει διά του Προφήτου Ιερεμίου·
Όποιος βγάλη τίμιον άνθρωπον από το ανάξιον στόμα του διαβόλου, θέλει τον κρίνει και τον έχει ωσάν το ιδικόν Του Στόμα. «Εάν εξαγάγης τίμιον από αναξίου, ως το στόμα μου, έση» (Ιερ. ιε’ 19).
Ω έπαινος από τον Θεόν εις εκείνους, όπου διά την σωτηρίαν του ανθρώπου εναντίον του διαβόλου ανδρείως ηγωνίσθησαν. Ούτος του Θεού ο έπαινος εις Προφήτας και Αποστόλους και Αρχιερείς και Διδασκάλους, οι οποίοι όχι ένα και μόνον τίμιον, αλλά μυρίους και αναριθμήτους, μάλιστα με πολλούς ιδρώτας, από το βέβηλον και ανάξιον στόμα του διαβόλου εξέβαλον;
Κατ’ εξοχήν όμως ο έπαινος ούτος αρμόζει εις τον Ιωάννην τον Πρόδρομον. Διότι, εάν είναι φωνή του Υιού του Θεού, καθώς θέλει φανή, φανερόν είναι ότι εις αυτόν αρμόζει εξαιρετικώς να λέγεται και στόμα Αυτού.
«Φωνή Κυρίου επί των υδάτων» (Ψαλμ. κη’ 3), λέγει ο Δαυΐδ. Και πάλιν ο αυτός· «Φωνή Κυρίου συσσείοντος έρημον, συσσείσει Κύριος την έρημον Κάδης. Φωνή Κυρίου καταρτιζομένη ελάφους» (Ψαλμ. κη’ 8-9).
Ποία είναι η φωνή αύτη, την οποίαν εννοεί ο Δαυΐδ, όταν λέγη επάνω των υδάτων, όπου καταρτίζει τας ελάφους, όπου σείει την έρημον; Ενθυμήσου την απόκρισιν εκείνην, ήτις εδόθη από τον Ιωάννην εις τους Φαρισαίους ιερείς και λευΐτας, όταν ηρωτάτο από αυτούς ποίος είναι.
Μήπως είσαι συ, του έλεγαν, ο Ηλίας;
Μήπως είσαι συ ο Προφήτης, ο Μεσσίας; Όχι, τους λέγει, μήτε ο Ηλίας είμαι, αλλά μήτε ο Προφήτης.
Και λοιπόν, τι λέγεις περί σεαυτού;
Ειπέ μας ποίος είσαι;
Και ποίαν τάχα απόκρισιν, τέλος πάντων, έδωκεν εις εκείνους;
«Εγώ, φωνή βοώντος εν τη ερήμω» (Ιωάν. α’ 23). Εγώ είμαι η Φωνή του Βοώντος, η Φωνή του Λόγου, η Φωνή του Κυρίου, του Υιού του Θεού, του Ιησού Χριστού.
Ακούεις τον Ιωάννην πως ο ίδιος μαρτυρεί τον εαυτόν του; Φωνήν του Κυρίου, του Ιησού Χριστού.
Εάν λοιπόν είναι Φωνή του Υιού του Θεού, πώς δεν επιβάλλεται κατ’ ανάγκην και δεν αρμόζει κατ’ εξοχήν να λέγεται και Στόμα Αυτού; Η φωνή στόματος, βέβαια, λέγεται φωνή. Αύτη είναι η Φωνή του Κυρίου όπου λέγει ο Δαυίδ.
Ο Ιωάννης δηλαδή· που; Επί των υδάτων του ποταμού Ιορδάνου· διατί; Διά να ετοιμάση προς τον Κύριον με την διδασκαλίαν και νουθεσίαν του πολύν λαόν ευτρεπισμένον. «Ετοιμάσαι Κυρίω λαόν κατεσκευασμένον» (Λουκ. α’ 17). Και τι λέγει προς τον λαόν η Φωνή αύτη; «Μετανοείτε· ήγγικε γαρ η Βασιλεία των ουρανών» (Ματθ. γ’ 2).
Ω φωνή του Κυρίου, ω πώς, συμπεραίνεται, ότι προς αυτόν κυρίως κατ’ απόλυτον εξαίρεσιν αρμόζει να λέγηται και Στόμα του Χριστού, όπως Φωνή Αυτού ονομάζεται.
Πόσους τιμίους ανθρώπους να εξήγαγεν άραγε από το ανάξιον στόμα του διαβόλου;
Πόσας ελάφους, δηλαδή ψυχάς, αι οποίαι ποθούσι τόσον τα υψηλά, τας αειρρόους [που ρέουν συνεχώς] του ουρανού κρήνας, όσον αι έλαφοι τας πηγάς των υδάτων;
Πόσους καταρτίσας κατευθύνει και οδηγεί προς την ουράνιον οδόν; Δεν έχουσιν αριθμόν· είναι αναρίθμητοι.
Φωνή Κυρίου συσσείοντος έρημον. Τόσον ήτο η Φωνή αύτη ουράνιος. Τόσον εστάθη, λέγω, ο Ιωάννης εις το ύψος της αρετής και της Αγιότητος, ώστε η έρημος εκείνη ωνομάσθη Κάδης, δηλαδή Αγία.
Διότι άπειρον πλήθος λαού συνέτρεχον εκεί, προς τον Ιωάννην, διά την Αγιότητά του, συσσεισμόν της ερήμου εννοών ο Δαυΐδ όχι τι άλλο, παρά μόνον την απειροπληθή προς τον Ιωάννην του λαού προσέλευσιν.
Συνεχίζεται
Το Εγκώμιον τούτο εξεδόθη τύποις εις το «Χριστοπανηγυρικόν», εκδοθέν υπό Νικολάου Γλυκέως εν Ενετία τω 1783. Εκ τούτου παραληφθέν υφ’ ημών παρατίθεται ενταύθα, μετενεχθέν εις την απλήν Ελληνικήν, και ελαφρώς διασκευασθέν.]
Από τον «Μέγα Συναξαριστή της Ορθοδόξου Εκκλησίας», μήνας Φεβρουάριος, ημέρα 24η, τόμος 2ος.