(Προηγούμενη δημοσίευση: https://www.pemptousia.gr/?p=414736)
ΕΡΩΤΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ
Ακολουθεί το μεγάλο πλατύ ποίημα «Ερωτικός Λόγος» γραμμένος σε δεκαπεντασύλλαβους σε τετράστιχες ομοιοκαταληκτικές στροφές. Ο ποιητής έχει αποθησαυρίσει μνήμες από καταξιωμένους ποιητές, Κορνάρο (Ερωτόκριτο), Σολωμό, Σικελιανό, αλλά η έντονη προσωπική του έκφραση δίνει ιδιαίτερη μελωδική γραμμή σε αυτούς τους δεκαπεντασύλλαβους, οι οποίοι είναι από τους ωραιότερους και από τους τελευταίους που γράφτηκαν με συνέπεια σε ένα κάπως εκτεταμένο ποίημα. Ας δούμε μερικούς χαρακτηριστικούς στίχους από αυτό το μεγάλο ποίημα:
Α´ (Ἀθήνα, Ὀχτώβρης ῾29 – Δεκέμβρης ῾30)
Ρόδο τῆς μοίρας, γύρευες νὰ βρεῖς νὰ μᾶς πληγώσεις
μὰ ἔσκυβες σὰν τὸ μυστικὸ ποὺ πάει νὰ λυτρωθεῖ
κι ἦταν ὡραῖο τὸ πρόσταγμα ποὺ δέχτηκες νὰ δώσεις
κι ἦταν τὸ χαμογέλιο σου σὰν ἕτοιμο σπαθί.
Ρόδο ἄλικο τοῦ ἀνέμου καὶ τῆς μοίρας,
μόνο στὴ μνήμη ἀπέμεινες, ἕνας βαρὺς ρυθμὸς
ρόδο τῆς νύχτας πέρασες, τρικύμισμα πορφύρας
τρικύμισμα τῆς θάλασσας… Ὁ κόσμος εἶναι ἁπλός.

Ἡ λυπημένη
Στὴν πέτρα τῆς ὑπομονῆς
κάθισες πρὸς τὸ βράδυ
μὲ τοῦ ματιοῦ σου τὸ μαυράδι
δείχνοντας πὼς πονεῖς·
κι εἶχες στὰ χείλια τὴ γραμμὴ
ποὺ εἶναι γυμνὴ καὶ τρέμει
σὰν ἡ ψυχὴ γίνεται ἀνέμη
καὶ δέουνται οἱ λυγμοί·
ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ
Μετά την Στέρνα (1932) περνάμε στο Μυθιστόρημα (1935), όπου είναι ολοκληρωτική η αποδέσμευσή του από τον παραδοσιακό στίχο. Είναι κι αυτό ένα μεγάλο ποίημα με 24 μέρη. Βρισκόμαστε στην εποχή του μεσοπολέμου, όπου πέφτει χωρίς να βρίσκει αντίσταση, ο βαρύς ίσκιος των ολοκληρωτικών καθεστώτων του Χίτλερ στη Γερμανία, του Φράγκο στην Ισπανία και του Μουσολίνι στην Ιταλία. Ο ποιητής στρέφεται τώρα πιο πολύ στον ελληνικό μύθο και την ελληνική ιστορία με αναμνήσεις κλασικές που βαραίνουν πολύ στην σκέψη του. Το αίσθημα όμως της πίκρας δεν τον εγκαταλείπει καθόλου.
Μποτίλια στὸ πέλαγο
«Τρεῖς βράχοι λίγα καμένα πεῦκα κι ἕνα ρημοκλῆσι
καὶ παραπάνω τὸ ἴδιο τοπίο ἀντιγραμμένο ξαναρχίζει.
τρεῖς βράχοι σὲ σχῆμα πύλης, σκουριασμένοι
λίγα καμένα πεῦκα, μαῦρα καὶ κίτρινα
κι ἕνα τετράγωνο σπιτάκι θαμμένο στὸν ἀσβέστη».
Υπάρχει όμως κάποτε και μια νότα αισιοδοξίας, όπως την εκφράζει στο παρακάτω ποίημα:
Διάλειμμα Χαρᾶς (Πεντέλη, ἄνοιξη)
Εἴμασταν χαρούμενοι ὅλοι ἐκεῖνο τὸ πρωὶ
θεέ μου πόσο χαρούμενοι.
Πρῶτα γυάλιζαν οἱ πέτρες τὰ φύλλα τὰ λουλούδια
ἔπειτα ὁ ἥλιος
………..
«Ἀνεξήγητο» εἶπες «ἀνεξήγητο
δὲν καταλαβαίνω τοὺς ἀνθρώπους
ὅσο καὶ νὰ παίζουν μὲ τὰ χρώματα
εἶναι ὅλοι τους μαῦροι».
ΤΕΤΡΑΔΙΟ ΓΥΜΝΑΣΜΑΤΩΝ
Ο Σεφέρης ως διπλωματικός υπάλληλος γύρισε πολλές χώρες (Άγκυρα, Λίβανος, Συρία, Ιορδανία, Ιράκ, Λονδίνο) και η διαμονή του ήταν πάντα μικρή και συνεπώς ήταν συνεχώς με μια βαλίτσα στο χέρι. Έτσι έζησε τις περιπέτειες της κάθε χώρας και τις σύγκρινε με τις ελληνικές κι έτσι τον καταλάμβανε μελαγχολία αλλά και νοσταλγία για την Ελλάδα. Μέσα σε αυτό το κλίμα της αγωνίας και του προβληματισμού, που θα δοκιμάσει στις χώρες της ομίχλης, θα θελήσει νοσταλγώντας να γυρίσει σε ένα ελληνικό νησί με τον καθαρό ορίζοντα και την απλότητα της φύσης. Η νοσταλγία της ελληνικής γης θα τον κάνει να θυμηθεί τον καημό του Οδυσσέα και να ασχοληθεί με τον Όμηρο.
Απόρροια αυτής της ψυχικής του αναζήτησης είναι ένα το ποίημα:
Πάνω σ᾿ ἕναν ξένο στίχο
Εὐτυχισμένος ποὺ ἔκανε τὸ ταξίδι τοῦ Ὀδυσσέα.
Εὐτυχισμένος ἂν στὸ ξεκίνημα, ἔνιωθε γερὴ τὴν ἁρμα-
τωσιὰ μιᾶς ἀγάπης, ἁπλωμένη μέσα στὸ κορμί του,
σὰν τὶς φλέβες ὅπου βουίζει τὸ αἷμα.
Μιᾶς ἀγάπης μὲ ἀκατέλυτο ρυθμό, ἀκατανίκητης
σάν τὴ μουσικὴ καὶ παντοτινῆς, γιατὶ γεννήθηκ,ε
ὅταν γεννηθήκαμε καὶ σὰν πεθαίνουμε,
ἂν πεθαίνει, δὲν τὸ ξέρουμε οὔτε ἐμεῖς οὔτε ἄλλος κανείς.
Στην ξενιτιά νιώθει μόνος, τίποτε δεν τον ικανοποιεί και ζει με μια ελπίδα να γυρίσει στον τόπο του.
Ὁ γυρισμὸς τοῦ ξενιτεμένου (Ἀθήνα, ἄνοιξη ῾38)
– Παλιέ μου φίλε τί γυρεύεις;
χρόνια ξενιτεμένος ἦρθες
μὲ εἰκόνες ποὺ ἔχεις ἀναθρέψει
κάτω ἀπὸ ξένους οὐρανοὺς
μακριὰ ἀπ᾿ τὸν τόπο τὸ δικό σου.
……………………………………..
– Γυρεύω τὸν παλιό μου κῆπο·
τὰ δέντρα μοῦ ἔρχουνται ὡς τὴ μέση
κι οἱ λόφοι μοιάζουν μὲ πεζούλια
κι ὅμως σὰν ἤμουνα παιδὶ
……………………………..
Γυρεύω τὸ παλιό μου σπίτι
μὲ τ᾿ ἀψηλὰ τὰ παραθύρια
σκοτεινιασμένα ἀπ᾿ τὸν κισσὸ
γυρεύω τὴν ἀρχαία κολόνα
ποὺ κοίταζε ὁ θαλασσινός.
…………………………….
– Παλιέ μου φίλε συλλογίσου
σιγὰ-σιγὰ θὰ συνηθίσεις
ἡ νοσταλγία σου ἔχει πλάσει
μιὰ χώρα ἀνύπαρχτη μὲ νόμους
ἔξω ἀπ᾿ τὴ γῆς κι ἀπ᾿ τοὺς ἀνθρώπους.
Ο ξενιτεμένος Σεφέρης έπλασε με την φαντασία του μια ιδανική χώρα και τώρα στην επιστροφή του στην πατρίδα απογοητεύεται, γιατί αλλιώς την περίμενε.
ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΚΑΤΑΣΤΡΩΜΑΤΟΣ Α΄ (Απρίλιος 1940)
Βρισκόμαστε στην αρχή του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, όμως κι αν δεν ήρθε ακόμη στην Ελλάδα, είναι προφανές ότι τα σύννεφα του πολέμου πυκνώνουν και όπου να ‘ναι θα ξεσπάσει και στην Ελλάδα. Ο Σεφέρης ζει έντονα αυτήν την αγωνία, μια αγωνία χωρίς όμως πανικό αλλά με προσμονή και αποφασιστικότητα. Μέσα σε αυτό το κλίμα κινείται και η συλλογή αυτή. Ταυτόχρονα ψάχνει την ιστορία του τόπου του σε παλιά ένδοξα μέρη, όπως οι Μυκήνες και σε παλιούς βασιλιάδες, όπως τους γνώρισε από την αναστροφή του με τον Όμηρο.
Ὁ Βασιλιᾶς τῆς Ἀσίνης (Ἀσίνην τε…ΙΛΙΑΔΑ)
Κοιτάξαμε ὅλο τὸ πρωὶ γύρω-γύρω τὸ κάστρο
ἀρχίζοντας ἀπὸ τὸ μέρος τοῦ ἴσκιου ἐκεῖ ποὺ ἡ θάλασσα
πράσινη καὶ χωρὶς ἀναλαμπή, τὸ στῆθος σκοτωμένου παγωνιοῦ
Κανένα πλάσμα ζωντανὸ τ᾿ ἀγριοπερίστερα φευγάτα
κι ὁ βασιλιὰς τῆς Ἀσίνης ποὺ τὸν γυρεύουμε δυὸ χρόνια τώρα
ἄγνωστος λησμονημένος ἀπ᾿ ὅλους κι ἀπὸ τὸν Ὅμηρο
μόνο μία λέξη στὴν Ἰλιάδα κι ἐκείνη ἀβέβαιη
ριγμένη ἐδῶ σὰν τὴν ἐντάφια χρυσὴ προσωπίδα.
Κι ὁ ποιητὴς ἀργοπορεῖ κοιτάζοντας τὶς πέτρες κι ἀναρωτιέται
ὑπάρχουν, ἡ κίνηση τοῦ προσώπου τὸ σχῆμα τῆς στοργῆς
ἐκείνων ποὺ λιγόστεψαν τόσο παράξενα μὲς στὴ ζωή μας
αὐτῶν ποὺ ἀπόμειναν σκιὲς κυμάτων καὶ στοχασμοὶ μὲ
τὴν ἀπεραντοσύνη τοῦ πελάγου
ἢ μήπως ὄχι δὲν ἀπομένει τίποτε παρὰ μόνο τὸ βάρος
ἡ νοσταλγία τοῦ βάρους μιᾶς ὕπαρξης ζωντανῆς
ἐκεῖ ποὺ μένουμε τώρα ἀνυπόστατοι λυγίζοντας
Ὁ ποιητὴς ἕνα κενό.
Ο ποιητής είναι ένα κενό ύστερα από αναζήτηση μια χίμαιρας, ενός βασιλιά της Ασίνης, που «τον ξέχασε ακόμη και ο Όμηρος». Εμμονή στο ένδοξο παρελθόν, ενώ του διαφεύγει η τωρινή πραγματικότητα.
ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΚΑΤΑΣΤΡΩΜΑΤΟΣ Β΄ (1944)
Ο β΄ Παγκόσμιος πόλεμος (1941-1944) θα βρει τον ποιητή τρομαγμένο και ζαλισμένο. Τον όγκο, τον καπνό, την λάμψη, το σατανικό μεγαλείο του πολέμου δεν τα συλλογίστηκε μέσα στα ποιήματα αυτής της συλλογής. Έμεινε με το μέρος των αιχμαλώτων, των σακάτηδων, των προσφύγων, έμεινε με το μέρος του κρεμασμένου Χριστού. Τον Οκτώβριο του 1944 βρίσκεται στο λιμάνι Cava dei Tirreni μαζί με την ελληνική αποστολή πριν αποπλεύσουν για την Ελλάδα. Βλέπει πάνω στους ανθρώπους την φθορά που φυσιολογικά προκάλεσε ο πόλεμος και μάλιστα σε όλους όσους τον ζήσανε ως εκπρόσωποι του κράτους, ως δημόσιοι λειτουργοί. Από αυτές τις σκέψεις βγήκε το ποίημα ο «Τελευταίος Σταθμός».
Τελευταῖος Σταθμός
Λίγες οἱ νύχτες μὲ φεγγάρι ποὺ μ᾿ ἀρέσαν.
Κι ὅμως χτὲς βράδυ ἐδῶ, σὲ τούτη τὴ στερνή μας σκάλα
ὅπου προσμένουμε τὴν ὥρα τῆς ἐπιστροφῆς μας νὰ χαράξει
σὰν ἕνα χρέος παλιό, μονέδα ποὺ ἔμεινε γιὰ χρόνια
στὴν κάσα ἑνὸς φιλάργυρου, καὶ τέλος
ἦρθε ἡ στιγμὴ τῆς πλερωμῆς κι ἀκούγονται
νομίσματα νὰ πέφτουν πάνω στὸ τραπέζι σὲ τοῦτο
τὸ τυρρηνικὸ χωριό, πίσω ἀπὸ τὴ Θάλασσα τοῦ Σαλέρνο
Τὸ βροχερὸ φθινόπωρο σ᾿ αὐτὴ τὴ γούβα
κακοφορμίζει τὴν πληγὴ τοῦ καθενός μας
ἢ αὐτὸ ποὺ θἄ ῾λεγες ἀλλιῶς, νέμεση μοίρα
ἢ μοναχὰ κακὲς συνήθειες, δόλο καὶ ἀπάτη,
ἢ ἀκόμη ἰδιοτέλεια νὰ καρπωθεῖς τὸ αἷμα τῶν ἄλλων.
Εὔκολα τρίβεται ὁ ἄνθρωπος μὲς στοὺς πολέμους-
ὁ ἄνθρωπος εἶναι μαλακός. Ὁ ἄνθρωπος εἶναι μαλακὸς
καὶ διψασμένος σὰν τὸ χόρτο, ἄπληστος σὰν τὸ χόρτο
Ὅμως ὁ τόπος ποὺ τὸν πελεκοῦν καὶ ποὺ τον καῖνε σὰν
τὸ πεῦκο, καὶ τὸν βλέπεις εἴτε στὸ σκοτεινὸ βαγόνι,
χωρὶς νερό, σπασμένα τζάμια, νύχτες καὶ νύχτες
εἴτε στὸ πυρωμένο πλοῖο ποὺ θὰ βουλιάξει
Νὰ μιλήσω γιὰ ἥρωες νὰ μιλήσω γιὰ ἥρωες:
ὁ Μιχάλης ποὺ ἔφυγε μ᾿ ἀνοιχτὲς πληγὲς ἀπ᾿ τὸ νοσοκομεῖο
ἴσως μιλοῦσε γιὰ ἥρωες ὅταν, τὴ νύχτα ἐκείνη
ποὺ ἔσερνε τὸ ποδάρι του μὲς στὴ συσκοτισμένη πολιτεία,
οὔρλιαζε ψηλαφώντας τὸν πόνο μας-
«Στὰ σκοτεινὰ πηγαίνουμε, στὰ σκοτεινὰ προχωροῦμε…»
Οἱ ἥρωες προχωροῦν στὰ σκοτεινά.
Οι στίχοι του Τελευταίου Σταθμού είναι ένα ξεχείλισμα από βρασμούς συναισθημάτων πικρών, στυφών, τοξικών. Όταν ο Σεφέρης πάτησε τα χώματα της Ελλάδας είχε φέρει μαζί του την σκοτεινόχρωμη εικόνα του μαλακού, του κομματιασμένου, του αχόρταγου ανθρώπου. Έτσι είπανε, έτσι το διαπίστωσε και ο ίδιος. Ο κόσμος μετά τον πόλεμο έγινε θηρίο ανήμερο, που κοιτάζει να εκμεταλλευτεί, να γελάσει, να κερδίσει. Κατάντια, αποτέλεσμα της πτώσης των ηθικών αρχών κατά τον πόλεμο. Τα ίδια περιγράφει και ο Θουκυδίδης κατά τον Πελοποννησιακό πόλεμο. Δεν μιλάει για ανόρθωση, για βελτίωση, απλώς παρατηρεί τα «κακώς κείμενα» και αυτό τον απογοητεύει. Ο άνθρωπος από τη μια είναι μαλακός, όπως το χόρτο, και τρίβεται εύκολα, κάμπτεται γρήγορα και συνηθίζει στο εύκολο και το κερδοφόρο, και από την άλλη είναι αχόρταγος και ξαπλώνει παντού. Ακόμη και οι ήρωες δεν βρίσκουν την καταξίωσή τους και γίνονται αντικείμενα εκμετάλλευσης σε μια χώρα που ξέχασε να εκτιμά τις αξίες. Πικρία, λοιπόν, και απελπισία είναι το αποτέλεσμα.
ΚΙΧΛΗ
Μια άλλη συλλογή ακούει στο όνομα «Κίχλη». Κίχλη ήταν ένα καραβάκι που το βούλιαξαν οι Γερμανοί σε ένα λιμάνι του Πόρου, όπου είχε καταφύγει για περισυλλογή και αυτοσυγκέντρωση. Πρόκειται για το πιο προσωπικό ποίημα του Σεφέρη, για ποίημα που τον εκφράζει απόλυτα. Εκεί στον Πόρο παραδομένος για πρώτη φορά, ύστερα από πολλά χρόνια, στην μοναξιά και την περισυλλογή αφήνει την σκέψη του να περιπλανηθεί στα απόρρητα της ζωής και του θανάτου, στην διπλή υπόσταση της ζωής που γίνεται θάνατος, του φωτός που η άλλη πλευρά του είναι το σκοτάδι. Αυτό το ορατό ναυάγιο, ενταφιασμένο στο όριο του πάνω και κάτω κόσμου, δίνει την ευκαιρία στην φαντασία του ποιητή να μιλήσει για την διπλή όψη της ζωής, το άσπρο και το μαύρο, το φως και το σκοτάδι.
Τὸ σπίτι κοντὰ στὴ θάλασσα
Τὰ σπίτια ποὺ εἶχα μοῦ τὰ πῆραν.
Ἔτυχε νά ῾ναι τὰ χρόνια δίσεχτα πολέμοι, χαλασμοὶ, ξενιτεμοὶ
κάποτε ὁ κυνηγὸς βρίσκει τὰ διαβατάρικα πουλιὰ
κάποτε δὲν τὰ βρίσκει. Τὸ κυνῆγι εἴταν καλὸ στὰ χρόνια μου,
πῆραν πολλοὺς τὰ σκάγια οἱ ἄλλοι γυρίζουν
ἢ τρελαίνουνται στὰ καταφύγια.
Δὲν ξέρω πολλὰ πράγματα ἀπὸ σπίτια,
καμιὰ φορά, κοντὰ στὴ θάλασσα, σὲ κάμαρες γυμνὲς
μ᾿ ἕνα κρεββάτι σιδερένιο χωρὶς τίποτε δικό μου.
Στην ποιητική αυτή συλλογή παρατηρείται μια ελλειπτικότητα έκφρασης, που δίνει στο λόγο πότε το ύφος χρησμού, πότε του μονόλογου που γίνεται μέσα σε ένα όνειρο. Κυριαρχούν αναδρομές της φαντασίας του ποιητή καμωμένες με ελλειπτικούς και μυστηριακούς υπαινιγμούς, σε μορφές και σύμβολα της Ομηρικής και της Αττικής ποιητικής αρχαιότητας.
ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΚΑΤΑΣΤΡΩΜΑΤΟΣ Γ΄ (1955)
Η πρώτη του επίσκεψη στην Κύπρο (1953) ήταν για τον Σεφέρη μια αποκάλυψη. Κοντά στις δραματικές εμπειρίες που έζησε στο προηγούμενο διάστημα έρχεται τώρα κάτι νέο, πρωτόγνωρο, σχεδόν αισθησιακό. Τα ποιήματα της συλλογής, που σχετίζονται με τους αγώνες της Κύπρου για την ελευθερία της, ήταν μια αποκάλυψη ενός κόσμου και ακόμη μια εμπειρία ενός ανθρώπινου δράματος, που «όποιες κι αν είναι οι σκοπιμότητες της καθημερινής μας συναλλαγής, γράφει, μετρά και κρίνει την ανθρωπιά μας». Η «Ελένη» είναι η ωραία Ελένη που κατά μία παράδοση παρέμεινε στην Κύπρο και δεν πήγε στην Τροία κι έτσι οι Αχαοί πολεμούσαν για «ένα πουκάμισο» κι όχι για την Ελένη.
Ἑλένη
«Τ᾿ ἀηδόνια δὲ σ᾿ ἀφήνουνε νὰ κοιμηθεῖς στὶς Πλάτρες.»
Ποιὲς εἶναι οἱ Πλάτρες; Ποιὸς τὸ γνωρίζει τοῦτο τὸ νησί;
Ἔζησα τὴ ζωή μου ἀκούγοντας ὀνόματα πρωτάκουστα:
καινούργιους τόπους, καινούργιες τρέλες τῶν ἀνθρώπων
ἢ τῶν θεῶν. Ἡ μοίρα μου ποὺ κυματίζει
ἀνάμεσα στὸ στερνὸ σπαθὶ ἑνὸς Αἴαντα
καὶ μίαν ἄλλη Σαλαμίνα μ᾿ ἔφερε ἐδῶ σ᾿ αὐτὸ τὸ γυρογιάλι.
Δακρυσμένο πουλί, στὴν Κύπρο τὴ θαλασσοφίλητη
ποὺ ἔταξαν γιὰ νὰ μοῦ θυμίζει τὴν πατρίδα,
ἄραξα μοναχὸς μ᾿ αὐτὸ τὸ παραμύθι,
ἂν εἶναι ἀλήθεια πὼς αὐτὸ εἶναι παραμύθι,
πὼς τόσος πόνος τόση ζωὴ πῆγαν στὴν ἄβυσσο
γιὰ ἕνα πουκάμισο ἀδειανὸ γιὰ μίαν Ἑλένη.
Ο Σεφέρης παίρνοντας αφορμή από αυτήν την απάτη των Αχαιών την μεταφέρει σε προσωπικό επίπεδο και απογοητεύεται και πάλι από τις οφθαλμαπάτες που του στήνει η μοίρα, το πεπρωμένο, δεν ξέρει ποιος. Ανασταίνονται στην φαντασία του όλοι οι ομηρικοί ήρωες, που διερωτώνται πώς ξεγελάστηκαν έτσι και πολεμούσαν για «ένα όνειρο απατηλό» δέκα χρόνια. Είναι βλέπεις τα σκληρά παιχνίδια της μοίρας που ξεγελάει εύκολα τους ανθρώπους και τους αφήνει ύστερα απογοητευμένους.