«Διψώντας για τον Θεό… ξεδίψασα στην Ορθοδοξία»

Την Κυριακή αυτή γιορτάζουμε την νίκη της Ορθοδοξίας και την αναστήλωση των εικόνων. Ο όρος Εικονομαχία αναφέρεται στην θεολογική και πολιτική διαμάχη που ξέσπασε στη Βυζαντινή Αυτοκρατορία κατά το μεγαλύτερο μέρος του 8ου και το πρώτο ήμισυ του 9ου αιώνα, αναφορικά (σε πρώτο επίπεδο) με τη λατρεία των χριστιανικών εικόνων. Η Εικονομαχία διαίρεσε τους κατοίκους της αυτοκρατορίας σε Εικονομάχους (επίσης αναφερόμενους ως Εικονοκλάστες και Εικονολάτρες (επίσης αναφερόμενους ως Εικονόφιλους και Εικονόδουλους.

Οι λατρευτικές υπερβολές των πιστών σχετικά με τις εικόνες, τα ιερά σκεύη και τα λείψανα των αγίων και η μεγάλη επιρροή της Εκκλησίας και ιδιαίτερα των μοναχών, οδήγησαν το 726 τον αυτοκράτορα Λέοντα Γ΄ στην έκδοση διατάγματος με το οποίο αποδοκιμαζόταν η προσκύνηση των εικόνων ως ψευδολατρεία. Ο γιος και διάδοχός του Κωνσταντίνος Ε΄ υπήρξε πολύ ορμητικότερος. Εξαπέλυσε απηνή διωγμό κατά των εικόνων και των μοναχών, και συγκάλεσε την σύνοδο της Ιερείας (754), κατά την οποία καταδικάστηκαν οι θρησκευτικές απεικονίσεις. Μοναχοί και μοναχές υποχρεώθηκαν σε γάμο και πολλές μονές κρατικοποιήθηκαν. Επί της βασιλείας του γιου του Λέοντα Δ΄ η εικονομαχική πολιτική συνεχίστηκε αλλά πολύ ηπιότερα. Μετά τον πρόωρο θάνατό του η εξουσία περιήλθε στην σύζυγό του και μητέρα του γιου του Κωνσταντίνου ΣΤ΄ Ειρήνη η οποία συνεκάλεσε την Ζ΄ Οικουμενική Σύνοδο στη Νίκαια, που αναστήλωσε τις εικόνες.

Επί Λέοντος Ε΄ άρχισε με οξύτητα η δεύτερη φάση της Εικονομαχίας. Πιεζόμενος και από τον στρατό, ο αυτοκράτορας διέταξε την καθαίρεση των εικόνων και συγκάλεσε σύνοδο η οποία κατήργησε τις αποφάσεις της Ζ΄ Οικουμενικής Συνόδου και αναγνώρισε αντ’ αυτής την σύνοδο της Ιερείας. Ο δολοφόνος και διάδοχός του Μιχαήλ Β´ τήρησε επαμφοτερίζουσα πολιτική, δυσαρεστώντας τους πάντες και αφήνοντας το θέμα σε εκκρεμότητα. Ο γιος και διάδοχος του Μιχαήλ Θεόφιλος αναδείχθηκε σε υπέρμαχο της Εικονομαχίας και οι απαγορεύσεις των εικόνων και οι διωγμοί των μοναχών επαναλήφθηκαν.

Το τέλος της Εικονομαχίας επήλθε το 842, αμέσως μετά τον θάνατο του Θεόφιλου, με ενέργειες της χήρας του Θεοδώρας, που ασκούσε την εξουσία επ’ ονόματι του ανηλίκου Μιχαήλ Γ΄. Το κύρος της Ζ΄Οικουμενικής Συνόδου της Νικαίας ανορθώθηκε, οι εικόνες αναστηλώθηκαν, τα καταργηθέντα μοναστήρια ανασυστάθηκαν και τα εκκλησιαστικά και μοναστηριακά κτήματα αποδόθηκαν στις εκκλησίες και στις μονές.

Το τέλος της Εικονομαχίας σήμανε και το τέλος των οικονομικών και νομοθετικών μεταρρυθμίσεων που είχαν επιβληθεί από τους βασιλείς της και οι οποίες κρίνεται από πολλούς συγγραφείς ότι υπήρξαν ιδιαίτερα εποικοδομητικές.

Η εκκλησία πάλεψε εναντίον των αιρέσεων και των αιρετικών οπαδών ακόμη και πατριαρχών και βγήκε νικήτρια, γιατί είναι θείον εγκαθίδρυμα και δεν πρόκειται ποτέ να χαθεί κατά την αδιάψευστη δήλωση του Χριστού μας «και πύλαι Άδου ου κατισχύσουσι αυτής». Η εκκλησία δέχτηκε λυσσαλέες επιθέσεις στο πρόσωπο του Χριστού, που άλλοτε αμφισβητούσαν την θεϊκή και άλλοτε την ανθρώπινη φύση και θέληση. Στόχος τους ήταν να ακυρώσουν το λυτρωτικό και σωτήριο έργο του Κυρίου, διότι αν επικρατούσαν οι αιρέσεις, δεν θα υπήρχε σωτηρία και λύτρωση για τον άνθρωπο. Αν ο Χριστός δεν ήταν Θεάνθρωπος, δεν θα μπορούσε να υπάρξει θέωση και συνεπώς σωτηρία για το ανθρώπινο γένος.

Διερωτηθήκαμε όμως ποτέ τι θα πει και τι είναι η Ορθοδοξία, για την οποία εορτάζουμε; Ας πουμε μερικά λόγια γι αυτήν. Η λέξη Ορθοδοξία είναι σύνθετη από τη λέξη ορθή και τη λέξη δόξα που σημαίνει γνώμη αλλά και δοξολογία. Επομένως Ορθοδοξία είναι η ορθή γνώμη και η ορθή δοξολογία που έχουμε για την πίστη μας. Και για μεν την ορθή δοξολογία είμαστε πολύ ευτυχείς, γιατί η η βυζαντινή εκκλησιαστική δοξολογία είναι από τις πιο πλούσιες, τις πιο πνευματικές και τις πιο κατανυκτικές. Ας ασχοληθούμε τότε με την ορθή πίστη μας.

Ορθοδοξία αναγκαστήκαμε να ονομάσουμε την «μίαν αγίαν και αποστολικήν εκκλησίαν», όπως ομολογούμε στο Σύμβολο της Πίστεως, για να την αντιδιαστείλουμε από τις σχισματικές εκκλησίες των αιρετικών και του Πάπα. Τις αιρέσεις η εκκλησία μας τις αντιμετώπισε τους πρώτους δέκα αιώνες, η Δυτική όμως Εκκλησία, ενώ ήταν ενωμένη με την Ανατολική τους αιώνες αυτούς και έχουμε κοινούς αγίους, αποσχίστηκε, γιατί προέβαλλε αξιώσεις κυριαρχίας επί των άλλων Πατριαρχείων με το «Αλάθητο του Πάπα» και την αιρετική άποψη για το ότι το Άγιο Πνεύμα εκπορεύεται και εκ του Πατρός, το περίφημο filioque. Το σχίσμα των Εκκλησιών ανατολής και δύσης ήταν αποτέλεσμα μίας μακράς σειράς επεισοδίων, που άρχισε από το Μέγα Φώτιο τον 9ο αι. και είχε ως κατάληξη την ανταλλαγή αναθεμάτων μεταξύ του Πατριάρχη Μιχαήλ Η’ Κηρουλάριου και του Πάπας Λέοντος ΙΕ’ το 1054. Η Παπική εκκλησία εντελώς αυθαίρεται σφετερίστηκε την ονομασία «Καθολική Εκκλησία», τη στιγμή που δεν είναι καν εκκλησία ως θείο εγκαθίδρυμα αλλά ανθρώπινο κατασκεύασμα. Πρόκειται για το Παπικό κράτος, που έχει στρατό, φρουρά και πρεσβείες στα διάφορα κράτη.

Από πού λοιπόν ξέρουμε ότι η πίστη μας είναι ορθή;

Το ερώτημα αυτό βασάνιζε έναν προτεστάντη ιερωμένο, τον Ματθαίο Γκαλλατίν, ο οποίος έγραψε το βιβλίο «Διψώντας για τον Θεό… ξεδίψασα στην Ορθοδοξία», όπου μας περιγράφει τον μεγάλο του αγώνα για φτάσει στην αληθινή πίστη της Ορθοδοξίας, αφού αναγνώρισε τα μεγάλα λάθη του Πρωτεσταντισμού, ο οποίος δεν ανεγνώρισε την ιερότητα της Παράδοσης και του Καθολικισμού, ο οποίος διαστρέβλωσε πολλά δόγματα και αρχές της πρώτης αποστολικής εκκλησίας. Ας βάλουμε όμως τα πράγματα στη θέση τους.

Οι δυο πυλώνες που στηρίζεται η «μία, καθολική και αποστολική εκκλησία» της Ορθοδοξίας είναι η Αγία Γραφή και η Ιερά παράδοση. Οι Ευαγγελιστές και οι Πρωτεστάντες παραδέχονταν μόνο τα Ευαγγέλια και γενικότερα την Βίβλο και όχι την Ιερά Παράδοση. Το πιο απλό επιχείρημα εναντίον τους είναι ότι και τα ευαγγέλια είναι Ιερά Παράδοση, διότι και μέχρι το 50 μ.Χ. δεν υπήρχε κανένα γραπτό κείμενο αλλά και μέχρι το 100 μ.Χ. δεν είχαν συμπληρωθεί όλα τα βιβλία της Καινής Διαθήκης, κι όμως η εκκλησία υπήρχε, λειτουργούσε σύμφωνα με τις προφορικές διδαχές των Αποστόλων, δηλαδή σύμφωνα με την Ιερά Παράδοση.

Πηγές της Ορθόδοξης χριστιανικής πίστης

Η διδασκαλία της Ορθόδοξης Εκκλησίας προέρχεται από δύο πηγές: την Αγία Γραφή και την Ιερά Παράδοση, μέσω της οποίας ερμηνεύεται η Αγία Γραφή. Σε αντίθεση με τον Προτεσταντισμό, που στηρίζεται γενικά μόνο στην Αγία Γραφή ως αποκλειστική και έσχατη δογματική αρχή (sola scriptura) η Ορθοδοξία βασίζεται στην Ιερά Παράδοση, ένα ευρύ όρο που περιλαμβάνει τη Βίβλο, τα διατάγματα των επτά Οικουμενικών Συνόδων, τα κείμενα των Πατέρων της Εκκλησίας, καθώς επίσης τους ιερούς κανόνες των τοπικών Συνόδων, τα λειτουργικά κείμενα και άλλες πρωτοχριστιανικές ή νεότερες πηγές. Η πίστη της Ορθόδοξης Εκκλησίας στην Παράδοση στηρίζεται στο λόγο του Παύλου: «Ἄρα οὖν, ἀδελφοί, στήκετε, καὶ κρατεῖτε τὰς παραδόσεις ἃς ἐδιδάχθητε εἴτε διὰ λόγου εἴτε δι’ ἐπιστολῆς ἡμῶν.» Β’Θεσ.2.15.

Όσον αφορά την Αγία Γραφή η Ορθοδοξία αποδέχεται ως ορθή ερμηνεία αυτή στην οποία υπάρχει συμφωνία των εκκλησιαστικών Πατέρων. Εδώ υφίσταται μία νοητή γραμμή, που ξεκινά από την Αποστολική Παράδοση και Γραμματεία και εξελίσσεται μέσω των Πατέρων, αρχαίων, νεότερων και σύγχρονων. Για τους Ορθοδόξους το Άγιο Πνεύμα, ως ακατάπαυστα δρών μέσα στην Εκκλησία, προσφέρει συνεχώς αυθεντικούς και φωτισμένους ερμηνευτές.

Εκκλησία για τους αρχαίους ήταν συγκέντρωση πολιτών, ενώ για τους χριστιανούς συγκέντρωση πιστών. Πρόκειται για θείο εγκαθίδρυμα, που ιδρύθηκε την ημέρα της Πεντηκοστής με την επιφοίτηση του Αγίου Πνεύματος πρώτα στους Αποστόλους και ύστερα στους διαδόχους των Αποστόλων, τους επισκόπους και παράλληλα στους πιστούς που δέχονται το άγιο βάπτισμα. Από τότε το Άγιο Πνεύμα φώτισε και φωτίζει τους βαπτισμένους χριστιανούς, ενισχύει τους πιστούς στον αγώνα τους και τους χαρίζει τους καρπούς του Αγίου Πνεύματος, που είναι όλος ο πλούτος των αρετών από την πιο μικρή έως την πιο μεγάλη.

Είναι λάθος όμως να ξεχωρίζουμε τις ενέργειες του Αγίου Πνεύματος, από τα δύο άλλα πρόσωπα της Αγίας τριάδας και το ίδιο για τις ενέργειες του Υιού του Θεού ή του Θεού Πατέρα. Έτσι αναγκαστικά πρέπει να μιλήσουμε για τον Τριαδικό Θεό και το Τριαδικό Δόγμα. Η φύση της ορθόδοξης εκκλησίας κατανοείται ως Εκκλησία του τρισυπόστατου Θεού. Η Αγία Τριάδα είναι βάση και πηγή της ύπαρξης της Εκκλησίας και, υπό αυτήν την έννοια, η Εκκλησία είναι εικόνα και ομοίωση του Θεού. Η Εκκλησία είναι το σώμα του Χριστού, ως ενότητα της ζωής μαζί του, μιας ζωής εξαρτημένης από Αυτόν και υπό την εξουσία του. Η ίδια ιδέα εκφράζεται όταν αποκαλείται η Εκκλησία Νύφη του Χριστού. Εξ αυτού συνάγεται ότι η εν Χριστώ ζωή της Εκκλησίας είναι ζωή και εν Αγία Τριάδι. Το σώμα του Χριστού υφίσταται ως μέρος Του, και συνακόλουθα ως μέρος της Αγίας Τριάδας.

Ο Πατέρας φανερώνει την αγάπη του για το Υιό μέσω του Αγίου Πνεύματος, το οποίο αποτελεί την ενότητα της ζωής Πατέρα και Υιού. Και το ίδιο το Πνεύμα, που είναι η αγάπη των δύο Προσώπων, σύμφωνα με την ίδια τη φύση της αγάπης.

Η Εκκλησία, στην ιδιότητά της ως σώμα Χριστού, που ζει με τη ζωή του Χριστού, είναι εξ αυτού του γεγονότος η περιοχή όπου το Άγιο Πνεύμα υπάρχει και δρα. Η θεοποίηση της ανθρώπινης φύσης είναι αποτέλεσμα της ένωσης των δύο φύσεων στο Χριστό. Αλλά την ίδια στιγμή το έργο της αφομοίωσης της ανθρωπότητας στο σώμα του Χριστού δεν ολοκληρώνεται δυνάμει της Ενσάρκωσης μόνο, ή ακόμα από την Ανάσταση. Αυτό το έργο χρειάστηκε την αποστολή του Αγίου Πνεύματος, την Πεντηκοστή, η οποία ήταν η πραγμάτωση της εκκλησίας. Το Άγιο Πνεύμα, υπό μορφή πύρινων γλωσσών, επισκέφθηκε τον κόσμο και στάθηκε πάνω στους Αποστόλους. Η κοινότητα των δώδεκα Αποστόλων με προκαθημένη τη Θεοτόκο, αντιπροσωπεύει το σύνολο της ανθρωπότητας. Οι πύρινες γλώσσες παρέμειναν στον κόσμο και διαμόρφωσαν το θησαυρό των δωρεών του Αγίου Πνεύματος που ενυπάρχουν στην Εκκλησία.

Στο σημείο αυτό θα μεταφέρουμε μερικές απόψεις του π. Γεωργίου Μεταλληνού, καθηγητού της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών και πολύ γνωστού σε όλους μας.

Λέει λοιπόν ο π. Γεώργιος ότι η εκκλησία του Χριστού δεν είναι ένα ανθρώπινο δημιούργημα, ένα φιλοσοφικό σύστημα, μια θρησκεία, αλλά είναι ό ίδιος ο Χριστός. Πρόκειται για το ίδιο το θεανθρώπινο σώμα του Χριστού, του οποίου ο Χριστός είναι η κεφαλή και εμείς τα μέλη του σώματος του Χριστού. Επειδή όμως ο Χριστός δεν μπορεί να υπάρξει χωριστά από τα άλλα δύο πρόσωπα της Αγίας Τριάδας, γι αυτό στην εκκλησία υπάρχει και ο Θεός Πατέρας και το Άγιο Πνεύμα με συγκεκριμένη αποστολή για το κάθε πρόσωπο. Ο Θεός Πατέρας κατάρτισε το σχέδιο σωτηρίας του ανθρώπου με σύμφωνη γνώμη και του Υιού, ο οποίος δέχτηκε να φέρει εις πέρας το σχέδιο αυτό, και του Αγίου Πνεύματος, το οποίο δέχτηκε να συμβάλλει και αυτό από τη μεριά του φωτίζοντας, ενισχύοντας και χαρίζοντας τις ουράνιες αρετές.

Επομένως η εκκλησία δεν είναι μια μάζα ανθρώπων που εκκλησιάζονται, αλλά για πρόσωπα συγκεκριμένα με προσωπικότητα και ελευθερία κατά το πρότυπο του Θεού, του οποίου είμαστε πρόσωπα «κα’ εικόνα» με στόχο να φτάσουμε στο «καθ’ ομοίωσιν», δηλαδή στη θέωση. Πρόκειται για μια διεργασία μυστική και μυστηριακή, που μόνο φωτισμένοι άνθρωποι και «καθαροί την καρδίαν» μπορούν να την συνειδητοποιήσουν και να την παρακολουθήσουν. Επομένως αν θέλαμε να ορίσουμε, συμβατικά, τον Χρι­στιανισμό ως Ορθοδοξία, θα λέγαμε ότι είναι η εμ­πειρία της παρουσίας του Ακτίστου (του Θεού) μέσα στην ιστορία και η δυνατότητα του κτιστού (του αν­θρώπου) να γίνει Θεός «κατά χάριν».

Ο μοναδικός και απόλυτος στόχος της εν Χριστώ ζωής είναι η Θέωση, η ένωση δηλαδή με τον Θεό, ώ­στε ο άνθρωπος, μετέχοντας στην άκτιστη ενέργεια του Θεού, να γίνει «κατά χάριν» αυτό που ο Θεός εί­ναι από τη φύση του (άναρχος και ατελεύτητος). Αυ­τή είναι χριστιανικά η έννοια της σωτηρίας. Ο ενωμένος με τον Χρι­στό είναι ένα καινούργιο δημιούργημα.

Η Εκκλη­σία, ως «σώμα Χρίστου» και εν Χριστώ κοινωνία υ­πάρχει στον κόσμο, για να προσφέρει τη σωτηρία, ως ένταξη άνθρωπου και κοινωνίας σ’ αυτή την αναγεν­νητική διαδικασία. Το σωστικό αυτό έργο της Εκκλησίας επιτελείται με συγκεκριμένη θεραπευτική μέθοδο, ώστε ουσιαστικά η Εκκλησία να ενεργεί στην ιστορία ως ένα παγκόσμιο Θεραπευτήριο. «Ίατρείον πνευματικόν» (πνευματικό νοσοκομείο) ονομά­ζεται η Εκκλησία από τον ιερό Χρυσόστομο.

Η αρρώστια της ανθρώπινης φύσης είναι η πτωτική κατάσταση του ανθρώπου και συνάμα και όλης της κτίσεως, που συμπάσχει («συστενάζει και συνωδίνει».Ρωμ.8,22) μαζί του). Όπως δε η πτώση (δηλ. η αρρώστια) είναι πα­νανθρώπινη, έτσι και η σωτηρία-θεραπεία εξαρτάται άμεσα από τη λειτουργία του εσωτερικού του κάθε άν­θρωπου. Η εμπειρία των Αγίων γνωρίζει ένα μνημονικό σύστημα, την καρδιακή η νοερά μνήμη, που λειτουρ­γεί μέσα στην καρδιά και την αγνοεί η ιατρική επι­στήμη.

Ο άγιος Νικόδημος Αγιορείτης, ανακεφα­λαιώνοντας όλη την πατερική παράδοση ονομάζει την καρ­διά κέντρο φυσικό, υπερφυσικό, αλλά και παραφυσι­κό. Η υπερφυσική λειτουργία αδρανεί, όταν η καρδιά κυριαρχείται από πάθη. Στην υπερφυσική της λειτουργία η καρδιά γίνεται χώρος ενεργοποίησης του νου. Βέβαια, πρέπει να διευκρινίσουμε ότι γνώση του Θεού δεν σημαίνει γνώση της αμέθεκτης καί απρόσιτης θείας ουσίας, αλλά της θείας ενέργειας. Η διάκριση ουσίας και ενέργειας στον Θεό είναι η ουσια­στική διαφορά της Ορθοδοξίας, όπως υποστήριξε ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, από κάθε άλλη εκ­δοχή του Χριστιανισμού.

Η νοερά λειτουργία πραγματοποιείται ώς αδιάλει­πτη προσευχή (πρβλ. Α’Θεσσ. 5, 17) του Αγίου Πνεύ­ματος μέσα στην καρδιά (πρβλ. Γάλ. 4, 6 Ρωμ. 8, 26 Α’ Θεσσ. 5, 19) και ονομάζεται από τους Αγίους Πα­τέρες μας «μνήμη Θεού». Έχοντας ο άνθρωπος στην καρδιά του τη «μνήμη του Θεού», έχει αίσθηση της «ενοικήσεως» του Θεού μέσα του (Ρωμ. 8, 11).

Η αδρανοποίηση της νοεράς λειτουργίας η της μνήμης του Θεού και η σύγχυση της με τη λειτουργία του εγκεφάλου, όπως συμβαίνει σε όλους μας, υποδου­λώνει τον άνθρωπο στο άγχος και στο περιβάλλον και στην εκζήτηση της ευδαιμονίας μέσα από τον ατομικι­σμό και την αντικοινωνικότητα. Στην κατάσταση της νόσου της πτώσεως ο άνθρωπος χρησιμοποιεί τον Θεό και τον συνάνθρωπο για την κατοχύρωση της α­τομικής του ασφάλειας και ευτυχίας. Χρήση του Θεού γίνεται με τη «θρησκεία», που μπορεί να εκφυλισθεί σε αυτοθεοποίηση του ανθρώπου.

Για να μπορεί ο άνθρωπος να κοινωνεί ως αδελφός με τον συνάνθρωπο του, πρέπει η ιδιοτέλεια του, που λει­τουργεί τελικά ως φιλαυτία, να μεταβληθεί σε ανιδιοτέλεια (πρβλ. Α’Κορ. 13, 8: «η αγάπη… ού ζητεί τα ε­αυτής»). Ανιδιοτελής είναι η αγάπη του Τριαδικού Θεού (Ρωμ. 5, 8″ Α’ Ίωάν. 4, 7 έ.) που δίνει τα πάντα χωρίς αντάλλαγμα.

Η μέθοδος θεραπείας, που προσφέρεται από την Εκκλησία, είναι η πνευματική ζωή, ως ζωή εν Αγίω Πνεύματι. Η πνευματική ζωή βιώνεται ως άσκηση και μετοχή στην παρεχόμενη μέσω των μυστηρίων άκτιστη Χάρη. Η άσκηση αποβλέπει στη νίκη πάνω στα πάθη, για να νικηθεί η εσωτερική δουλεία στις νοσογόνες ε­στίες του άνθρωπου και να μετάσχουμε στο σταυρό του Χριστού και την ανάσταση του.

Γι’ αυτό ιδιαιτέρως τονίζεται πως πίστη, παράδοση, λατρεία και θεραπεία είναι άρρηκτα συνδεδεμένες μεταξύ τους. Έχουν τέτοια ενότητα, ώστε είναι αδύνατο να ζήσει κανείς ορθόδοξα, αν αποδεσμευθεί από μία από αυτές τις πραγματικότητες. Μόνο μέσα σε αυτά τα πλαίσια μπορούμε να κάνουμε συζήτηση περί Ορθοδοξίας

“Ορθοδοξία” όμως χωρίς ορθοπραξία είναι χειρότερο από την αίρεση. Ο πιο επικίνδυνος αιρετικός είναι ο χριστιανός που άλλα πιστεύει και άλλα πράττει, θυσιάζοντας την αλήθεια, την αρετή και την παράδοση, στο συμφέρον. Από την άλλη η Ορθοδοξία δεν είναι μουσείο και παρελθόν, αλλά ζωή, δημιουργία και ακτινοβολία. Είναι μεγάλη τιμή να είμαστε Ορθόδοξοι, αλλά συγχρόνως και μεγάλη η ευθύνη απέναντι σε αυτόν τον ατίμητο θησαυρό, αφ ενός μεν για να τον κρατήσουμε και αφ ετέρου για να τον βιώσουμε στην καθημερινή μας ζωή.