Γλωσσικές παραξενιές ή γλωσσικές μεταβολές

Συνήθως δεν διερωτώμεθα από που παράγονται λέξεις της καθημερινής κουβέντας, πολύ συχνές. Αν όμως ψάξουμε και τις βρούμε, τότε θα νομίσουμε πώς πρόκειται για γλωσσικές μεταβολές και όχι παραξενιές. Για παράδειγμα γνωρίζουμε από πού παράγεται το: να, θα, ας, ρε, βρε, πες, λες κλπ. Ας δούμε από που παράγονται:

  1. Το να παράγεται από το ίνα.
  2. Το θα παράγεται από το (εί)θε να >  θ(ε ν)α > θα.
  3. Το ας παράγεται από το ά(φη) σ(ε) > ας
  4. Το ρε παράγεται από το (μω) ρέ > ρε
  5. Το βρε παράγεται από το μ(ω)ρέ > μ(β)ρε > βρε
  6. Το βλάκας παράγεται από το μ(α)λάκας >(μ)βλάκας
  7. Το πες από το είπον > (εί)πέτω > πέτω >πες
  8. Το λες παράγεται από το λέ(γει)ς > λες

Τελικά τα παραπάνω είναι γλωσσικές παραξενιές ή γλωσσικές μεταβολές;  Όπως βλέπουμε είναι γλωσσικές μεταβολές με την πάροδο του χρόνου.

Παράλληλα δημιουργούνται και τα ακόλουθα ερωτηματικά:

  1. Η γλώσσα μεταβάλλεται ή μένει αμετάβλητη;
  2. Αν μεταβάλλεται, οι μεταβολές αυτές είναι παραμορφωτικές αλλαγές ή αναπόφευκτες;
  3. Οι απλουστεύσεις στην νεοελληνική πτωχαίνουν την γλώσσα ή απλώς την μεταβάλλουν;

Θα προσπαθήσουμε να δώσουμε όσο γίνεται πιο πειστικές απαντήσεις, ώστε να μην υπάρχει καμιά αμφιβολία και άγνοια.

1.Η γλώσσα μεταβάλλεται ή μένει αμετάβλητη;

Η γλώσσα είναι ένα εργαλείο επικοινωνίας. Δεν υπάρχει εργαλείο που χρησιμοποιείται και να μην υφίσταται αλλαγή, φθορά. Ιδιαίτερα η ελληνική γλώσσα είναι ένα πανάρχαιο αλλά και διαχρονικό εργαλείο και είναι λογικό να υφίσταται αλλαγές, που οφείλονται σε μερικούς παράγοντες, τοπικούς, ανθρωπολογικούς, ιστορικούς κλπ. Η ελληνική γλώσσα μεταμορφώνεται από εποχή σε εποχή. Πρώτα έχουμε την Ιωνική και τις διαφόρους διαλέκτους, ύστερα την αττική, ύστερα την αλεξανδρινή και ύστερα την κοινή ελληνική. Ο διάφορες αυτές φάσεις αφορούν την εξελικτική πορεία της ελληνικής γλώσσας.

Βασικός κανόνας της Γλωσσολογίας είναι η επικοινωνία. Γλώσσα δεν είναι ένα απολιθωμένο εργαλείο αλλά ένα δυναμικό, που εξυπηρετεί τις εκάστοτε γλωσσικές ανάγκης της κοινότητας. Η γλώσσα και ο λόγος δεν είναι υπόθεση μόνο των φιλολόγων αλλά όλων των ανθρώπων, εφόσον εξυπηρετεί τις γλωσσικές ανάγκες όλων και όχι μόνο μιας μερίδας ανθρώπων. Μπορεί οι φιλόλογοι να επισημαίνουν τις αλλαγές αλλά δεν μπορούν να επιβάλλουν ένα γλωσσικό πρότυπο σταθερό και αμετάβλητο. Για παράδειγμα: Το κατεβαίνω είναι γραμματικό λάθος, διότι ο ενεστώτας δεν παίρνει αύξηση, όπως ο αόριστος. Το σωστό είναι καταβαίνω, ποιος όμως το λέει έτσι ή ποιος λέει κατάβηθι αντί κατέβα; Εφόσον η γλωσσική κοινότητα χρησιμοποιεί αυτούς τους τύπους οι φιλόλογοι και οι γραμματικοί πρέπει να τους δεχτούν, χωρίς να κάνουν διορθωτικές παρεμβάσεις.  Άρα η γλώσσα δεν μπορεί να μένει αμετάβλητη αλλά μεταβάλλεται.

2.Αν μεταβάλλεται, οι μεταβολές αυτές είναι παραμορφωτικές  ή αναπόφευκτες;

Οι μεταβολές αυτές δεν μπορεί να μην γίνονται, είναι αναπόφευκτες για τους λόγους που προαναφέραμε. Τώρα το ζήτημα είναι αν με αυτές τις αλλαγές η γλώσσα παραμορφώνεται ή  αλλάζει απλώς μορφή.  Δεν πρόκειται για παραμόρφωση αλλά για αλλαγή μορφής.

Και πάλι αυτή η αλλαγμένη μορφή γλώσσας είναι καλύτερη ή χειρότερη; Για να απαντήσει κανείς στην ερώτηση αυτή θα πρέπει να καθορίσει τα συγκεκριμένα κριτήρια, με τα οποία θα την κρίνει. Αν τα κριτήρια είναι ορισμένων «μορφωμένων» ανθρώπων και όχι όλης της γλωσσικής κοινότητας, τότε τα κριτήρια είναι λανθασμένα.

Το επίπεδο της γλώσσας εξαρτάται από το επίπεδο πολιτισμού της χώρας, στην οποία μιλιέται. Αν από την αρχαία εποχή έχουμε, ένα Όμηρο, ένα Πλάτωνα, ένα Αριστοτέλη, έναν Πυθαγόρα, έναν Αρχιμήδη, είναι γιατί εξέφρασαν τον πολιτισμό της εποχής τους. Τα επίπεδα όμως πολιτισμού αλλάζουν και αυτά και μαζί με αυτά και τα επίπεδα της γλωσσικής κοινότητας.  Κάθε πρόοδος πολιτισμού εκφράζεται με τις αντίστοιχες λεκτικές εκφράσεις, οι οποίες ακριβώς αντικατοπτρίζουν αυτήν την πρόοδο. Η πλούσια ή η φτωχή γλωσσική παραγωγή επομένως εξαρτάται από τον πλούσιο ή φτωχό πολιτισμό, που την γέννησε.

3.Οι απλουστεύσεις στην νεοελληνική πτωχαίνουν την γλώσσα ή απλώς την μεταβάλλουν;

Είπαμε ότι οι γλωσσικές αλλαγές οφείλονται σε ορισμένους παράγοντες, οι παράγοντες αυτοί για την ελληνική γλώσσα είναι η πολυχρονιότητα της, λόγω της μακραίωνης ιστορίας της,  και η εξάπλωσή της σε περιοχές πέρα από ελληνικούς πληθυσμούς με τις κατακτήσεις του Μ. Αλεξάνδρου.

Η πολυχρονιότητα της ελληνικής γλώσσας

          Η ελληνική γλώσσα μαζί με την κινεζική είναι γλώσσα που δεν έπαψε να μιλιέται εδώ και τρεις χιλιάδες τουλάχιστον χρόνια. Είναι επομένως φυσικό να παρατηρούνται αλλαγές ανάλογα με τις γλωσσικές ανάγκες των φορέων της ελληνικής γλώσσας. Οι γλωσσικές κοινότητες συχνά διαφοροποιούνται, όπως π.χ. η γλωσσική των μορφωμένων έναντι της γλωσσικής κοινότητας των απλών ανθρώπων. Αυτή η διαφοροποίηση δημιούργησε και το γλωσσικό πρόβλημα, το οποίο ταλαιπώρησε για πολλούς αιώνες τον ελληνικό λαό. Οι αττικιστές και οι αρχαϊστές επέμεναν να χρησιμοποιείται τουλάχιστον στον γραπτό λόγο μια αρχαΐζουσα μορφή γλώσσας, η οποία όμως ήταν πολύ δύσκολο να γίνει κτήμα του απλού λαού. Το θέμα λύθηκε ύστερα από πολλές διακυμάνσεις και υιοθετήθηκε η Δημοτική ή καλύτερα η Νεοελληνική κοινή, η οποία επικράτησε σε όλα τα επίπεδα του γραπτού λόγου.

Η εξάπλωση της ελληνικής γλώσσας

          Η αττική γλώσσα, την οποία γνώριζαν και οι Μακεδόνες, ήταν μια γλώσσα δύσκολη για τους κατακτημένους λαούς και επειδή υπήρχε ανάγκη επικοινωνίας τους με του Έλληνες, άρχισαν να γίνονται αρκετές απλοποιήσεις, οι οποίες συνεχίζονται μέχρι σήμερα.

Για παράδειγμα η λέξη ιχθύς είναι δύσκολη στην κλίση της κι έτσι έγιναν αρκετές απλουστεύσεις. Στο ευαγγέλιο με την τροφή των 5.00 ανθρώπων ακούμε ότι Ο Χριστός τους έθρεψε με πέντε άρτους και δύο «ιχθύας».  Το ιχθύς όμως στην αιτιατική του πληθυντικού κάνει ιχθύς με περισπωμένη και όχι ιχθύας, απλουστευμένος τύπος για καλύτερη επικοινωνία. Τα ψαράδικα αυτοκίνητα αντί για ψάρια γράφουν πάνω στην καρότσα τους: «ιχθείς», το ιχθύς όμως στην ονομαστική του ενικού κάνει ιχθύες όχι ιχθείς.

Η Καινή Διαθήκη, που γράφτηκε στην Αλεξανδρινή Κοινή, υιοθέτησε πολλές απλουστεύσεις, οι οποίες διατηρούνται ακόμη και σήμερα. Ο Χριστός είπε για τους σταυρωτές του: «αφες αυτοίς ου γαρ οίδασι τί ποιούσι». Δεν υπάρχει τέτοιος τύπος της αρχαίας ελληνικής στο γ΄ πληθυντικό πρόσωπο του ενεστώτα αλλά οίσασι, το οποίο δεν είναι ευκολονόητο και γι’  αυτό υιοθέτησαν το οίδασι, που είναι κατανοητό, διότι συγγενεύει με το οίδα.

Υπάρχουν κι άλλες πολλές απλουστεύσεις, όπως για παράδειγμα ο περιορισμός των καταλήξεων όχι και των πτώσεων εκτός της Δοτικής σε δύο μόνο τύπους και η γενίκευση της πρώτης κλίσης σε όλες τις άλλες κλίσεις.

Για παράδειγμα:

Δεν λέμε ο πατήρ, του πατρός, τω πατρί, τον πατέρα, ω πάτερ αλλά ο πατέρας του πατέρα, τον πατέρα, ω πατέρα. Συχνά ακούμε την προσφώνηση πάτερ αλλά και στην ονομαστική ο πάτερ και απορεί κανείς γιατί γίνεται αυτό; Ο τύπος της κλιτικής είναι ισχυρός και γι’ αυτό επικράτησε, όπως το κατεβαίνω από το ισχυρότερο κατέβηκα. Βέβαια οι απλοί άνθρωποι δεν λένε ο ιερεύς ή ιερέας αλλά ο παπάς κι έτσι έχουμε πολλά επώνυμα με την λέξη ως α΄ συνθετικό π.χ. Παπαθανασίου, Παπαγεωργίου, Παπαδημητρίου σε γενική ως υιός του Παπαθανάση, Παπαγιώργη, Παπαδημήτρη κλπ. Βλέπετε οι μεταβολές είναι υπαρκτές και οφείλουμε να τις σεβαστούμε. Το ίδιο  και η μήτηρ που έγινε μητέρα, της μητέρας κλπ. Η διαφοροποίηση γίνεται μόνο με ένα -ς που μπαίνει στη γενική στα αρσενικά και στην ονομαστική στα θηλυκά.

Θα μου πείτε αυτά τα φαινόμενα δεν φτωχαίνουν την γλώσσα; Φυσικά την φτωχαίνουν αλλά δεν μπορούμε να κάνουμε διαφορετικά, αφού η γλωσσική κοινότητα απλοποίησε και υιοθέτησε αυτούς τους απλούστερους τύπους. Όμως παρόλα αυτά οι άλλες γλωσσικές δυνατότητες, όπως η σύνθεση, η παραγωγή, η κλίση των ρημάτων κλπ. παραμένουν αναλλοίωτες. Βέβαια πρέπει να σπουδάσουμε και τις  αρχαιότερες μορφές της γλώσσας, διότι όλος ο πλούτος του ελληνικού πολιτισμού εκφράστηκε με αυτές τις αρχαιότερες μορφές της γλώσσας.  Αυτή μάλιστα η γλωσσική εκπαίδευση μπορεί να έχει αρκετές δυσκολίες αλλά αν γίνεται με σωστό τρόπο, τα πράγματα γίνονται πιο εύκολα. Μελέτες πάλι έδειξαν ότι αυτές οι γλωσσικές δυσκολίες της ελληνικής γλώσσας δημιουργούν καλύτερες συνθήκες για την διανοητική βελτίωση των νέων ανθρώπων.

Η σημερινή δυναμική της ελληνικής γλώσσας

          Η ελληνική γλώσσα παρόλες τις διαχρονικές αλλαγές, παρόλο ότι πολεμήθηκε από τους κατακτητές, παρόλο ότι ακολούθησε διχαστική πορεία στη διάβα της, εξακολουθεί να είναι μια ζωντανή γλώσσα εδώ και τρεις τουλάχιστο χρόνια και έγινε φορέας επιστήμης πολιτισμού, πεζού και ποιητικού λόγου. Η αρχαΐζουσα μορφή της ελληνικής γλώσσας διατήρησε όλο τον γλωσσικό πλούτο τόσων αιώνων, η δημοτική μορφή της γλώσσας διατήρησε  όλη την ζεστασιά και την αμεσότητα του προφορικού λόγου. Εμείς οι νεοέλληνες καλούμαστε να σταθούμε με σεβασμό σε αυτές τις δύο εκφάνσεις της γλώσσας μας και να τις μελετούμε. Ο νεοελληνικός λόγος μπορεί να αντλεί από τον πλούσιο λεξιλογικό θησαυρό της ελληνικής γλώσσας, ενώ παράλληλα θα εκφράζεται με τις γραμματικές και συντακτικές δομές της της νεοελληνικής γλώσσας. Αυτό έκαναν εδώ και αρκετές δεκαετίες άνθρωποι που γνώριζαν τις δυνάμεις και τις δυνατότητες του νεοελληνικού λόγου και διακρίθηκαν ακολουθώντας το φρόνημα τους εθνικού μας ποιητή Διονύσιου Σολωμού, ο οποίος έλεγε: «Μήγαρις έχω άλλο στο νου μου πάρεξ ελευθερία και γλώσσα».

Οι απόψεις του Σεφέρη και Ελύτη για την ελληνική γλώσσα

Τα δύο Νόμπελ Λογοτεχνίας, του Σεφέρη και του Ελύτη, επιβεβαιώνουν την παραπάνω άποψη. Ας αναφέρουμε τις γλωσσικές πεποιθήσεις και των δύο.

Ο Γιώργος Σεφέρης, τιμώμενος με Νόμπελ το 1963, στη σχετική, εξαιρετικά σημαντική ομιλία του στη Σουηδική Ακαδημία θα πει: «Ανήκω σε μια χώρα μικρή. Ένα πέτρινο ακρωτήρι στη Μεσόγειο, που δεν έχει άλλο αγαθό παρά τον αγώνα του λαού του, τη θάλασσα, και το φως του ήλιου. Είναι μικρός ο τόπος μας, αλλά η παράδοσή του είναι τεράστια και το πράγμα που τη χαρακτηρίζει είναι ότι μας παραδόθηκε χωρίς διακοπή. Η ελληνική γλώσσα δεν έπαψε ποτέ της να μιλιέται. Δέχτηκε τις αλλοιώσεις που δέχεται καθετί ζωντανό, αλλά δεν παρουσιάζει κανένα χάσμα».

Ὁ ποιητής επίσης γράφει πώς «ἡ ἑλληνική γλώσσα, γιά καλό ἤ γιά κακό, εἶναι ἀπό τίς πιό συντηρητικές γλῶσσες τοῦ κόσμου. Σύμφωνα μέ τή γενική ἀντίληψη τῶν ξένων, καί πολλῶν δικῶν μας ἴσως, ἡ κλασική Ἑλλάδα, ἡ βυζαντινή Ἑλλάδα, ἡ σύγχρονη Ἑλλάδα, εἶναι χῶρες ἀσύνδετες καί σάν ἀνεξάρτητες˙ καί ὁ καθένας περιορίζεται στήν εἰδικότητά του. Πρέπει νά προχωρήσουμε πολύ, πρέπει νά φτάσουμε σχεδόν ὥς τίς παραμονές τοῦ τελευταίου πολέμου, γιά νά δοῦμε νά φανερώνεται, πολύ θαμπά ἡ συνείδηση ὅτι ἡ Ἑλλάδα εἶναι ἕνα σύνολο».

Ὁ Γ. Σεφέρης μετέφερε στη νεοελληνική τήν Ἀποκάλυψη του Ιωάννου τῆς Ἀγίας Γραφῆς.   Στό προλόγισμά του γράφει: «Καταπιάστηκα μέ δύσκολο κείμενο˙ ὡστόσο, τίς δυσκολίες τίς ἐξαγόραζε ἡ χαρά καθώς παρατηροῦσα πόσο κοντά μπορεῖ νά εἶναι, ὕστερα ἀπό δυό χιλιάδες χρόνια, μέ τά σημερινά ἑλληνικά μας αὐτός ὁ θεόσταλτος λόγος».

Επίσης πιστεύει ότι επειδή ο ίδιος έχει μεταφράσει ένα βιβλίο της Καινής διαθήκης, μπορούν να υπάρχουν μεταφράσεις και σε άλλα λειτουργικά κείμενα, αλλά για την καλύτερη κατανόηση και όχι για αντικατάσταση της γλώσσας των τροπαρίων. Μάλιστα μαζί με την μετάφραση της Αποκάλυψης κρατάει και το αρχαίο κείμενο και μπορεί να γίνει ανά πάσα στιγμή η αντιπαραβολή.

Υπάρχουν άνθρωποι που διδάχθηκαν καλά τα αρχαία ελληνικά και αυτοί είναι ευλογημένοι, λέει,  διότι σε αυτούς είναι πιο προσιτά τα αρχαία και εκκλησιαστικά κείμενα. Όμως παράλληλα εκφράζει και τις επιφυλάξεις του για την συνεχή φθορά της ελληνικής γλώσσας:    «Ὁ Θεός μᾶς χάρισε μιά γλώσσα ζωντανή, εὔρωστη, πεισματάρα καί χαριτωμένη, πού ἀντέχει ἀκόμη, μολονότι ἔχουμε ἐξαπολύσει ὅλα τά θεριά γιά νά τή φᾶνε, έφαγαν ὅσο μπόρεσαν, ἀλλά ἀπομένει μαγιά, έτσι θά ᾽λεγα, παραφράζοντας τόν Μακρυγιάννη.  Δέν ξέρω πόσο θά βαστάξει ἀκόμη αὐτό. Ἐκεῖνο πού ξέρω εἶναι ὅτι ἡ μαγιά λιγοστεύει καί δέ μένει πιά καιρός γιά νά μένουμε ἀμέριμνοι».

Ο Οδυσσέας Ελύτης, το 1979, σχετικά με την ελληνική γλώσσα θα πει μεταξύ άλλων: «Μου εδόθηκε, αγαπητοί φίλοι, να γράφω σε μια γλώσσα που μιλιέται μόνον από μερικά εκατομμύρια ανθρώπων. Παρ’ όλ’ αυτά, μια γλώσσα που μιλιέται επί δυόμισι χιλιάδες χρόνια χωρίς διακοπή και μ’ ελάχιστες διαφορές. Η παράλογη αυτή, φαινομενικά, διάσταση, αντιστοιχεί και στην υλικοπνευματική οντότητα της χώρας μου, που είναι μικρή σε έκταση χώρου και απέραντη σε έκταση χρόνου. Και το αναφέρω όχι διόλου για να υπερηφανευθώ αλλά για να δείξω τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει ένας ποιητής όταν χρησιμοποιεί για τα πιο αγαπημένα πράγματα τις ίδιες λέξεις που χρησιμοποιούσαν μια Σαπφώ ή ένας Πίνδαρος».

Για το εργαλείο πολιτισμού και ηθικών αξιών η ελληνική γλώσσα ανταποκρίνεται απόλυτα: «Εάν η γλώσσα αποτελούσε απλώς ένα μέσον επικοινωνίας, πρόβλημα δεν θα υπήρχε. Συμβαίνει όμως ν’ αποτελεί και εργαλείο μαγείας και φορέα ηθικών αξιών. Προσκτάται η γλώσσα στο μάκρος των αιώνων ένα ορισμένο ήθος. Και το ήθος αυτό γεννά υποχρεώσεις. Χωρίς να λησμονεί κανείς ότι στο μάκρος είκοσι πέντε αιώνων δεν υπήρξε ούτε ένας, επαναλαμβάνω ούτε ένας αιώνας, που να μη γράφτηκε ποίηση στην ελληνική γλώσσα. Nα τι είναι το μεγάλο βάρος παράδοσης που το όργανο αυτό σηκώνει. Το παρουσιάζει ανάγλυφα η νέα ελληνική ποίηση».

Στο εμβληματικό του έργο, το “Άξιον Εστί” Ψαλμός Β’ της ενότητας «Τα Πάθη» ο Ελύτης  θα γράψει:
«Τη γλώσσα μου έδωσαν ελληνική
το σπίτι φτωχικό στις αμμουδιές του Ομήρου.
Μονάχη έγνοια η γλώσσα μου στις αμμουδιές του Ομήρου…
»… Μονάχη έγνοια η γλώσσα μου, με τα πρώτα μαύρα ρίγη…
»… Μονάχη έγνοια η γλώσσα μου, με τα πρώτα-πρώτα Δόξα Σοι!
»… Μονάχη έγνοια η γλώσσα μου, με τα πρώτα λόγια του Ύμνου!

 

Και ο Οδυσσέας Ελύτης πιστεύει ότι οι διάφορες γλωσσικές μορφές της ελληνικής γλώσσας δεν είναι μειονέκτημα αλλά αντίθετα πλεονέκτημα:    «Ἡ γλώσσα μας εἶναι μία καί ἑνιαία ἀπό τήν ἀρχαιότητα ἴσαμε σήμερα. Κι ἀκριβῶς ἐπειδή εἶναι ἡ μόνη μέσα στίς ὑπόλοιπες εὐρωπαϊκές πού ἔχει τόσο μεγάλη ἐνδοχώρα, εἶναι ἡ μόνη πού μπορεῖ νά παρουσιάζει πολλές γλωσσικές εκφράσεις.  Εἶναι  μία ἰδιοτυπία πού ἐμεῖς τή βαφτίσαμε “πολυγλωσσία” καί τήν κάναμε πρόβλημα. Κάκιστη ὑπηρεσία προσφέρουμε ὅταν παρουσιάζουμε αὐτή τήν εἰκόνα στούς ξένους, πού δέν εἶναι σέ θέση νά μᾶς ἀντιληφθοῦν σ’  αὐτό, ὅπως καί σέ πολλά ἄλλα».

          Ο Ελύτης κάνοντας σύγκριση της ελληνικής γλώσσας με τις ευρωπαϊκές τονίζει τα πλεονεκτήματα της ελληνικής γλώσσας:

  «…  Εἴμαστε ἡ μόνη χώρα σέ ὁλόκληρο τόν δυτικό κόσμο πού δέν ἔπαψε ἀπό τήν ἐποχή τοῦ Ὁμήρου ἴσαμε σήμερα, παρ’ὅλες τίς περιπέτειες τῆς φυλῆς, νά παράγει ποίηση, καί μάλιστα ὑψηλή ποίηση, σέ ὅλους τούς αἰῶνες. Κάτι τό μοναδικό πού γεννάει δέος σέ ὅποιον πιάνει τήν πένα καί ἔχει συνείδηση τῆς ἱστορικῆς του ἀποστολῆςἩ ἀντίληψη ὅτι ἡ ἑλληνική γλώσσα ἔχει μικρό βεληνεκές, ἐπειδή σήμερα μιλιέται μόνον ἀπό ἐννέα ἑκατομμύρια Ἕλληνες εἶναι γιά γέλια. Ἡ ἑλληνική γλώσσα κρατάει ἀπό τόν Ὅμηρο ἴσαμε σήμερα.   Ἔλεγα μιά φορά τοῦ Σεφέρη: Ἄν δέν ἤμουν Ἕλληνας, πιθανῶς δέν θά ᾽μουνα ποιητής”.

Ο Ελύτης αντιτάχθηκε και στην θεσμοθέτηση του Υπουργείου Παιδείας να μην διδάσκονται τα αρχαία ελληνικά στο Γυμνάσιο:  «Οἱ ρίζες μας βρίσκονται ἐκεῖ στά ἀρχαῖα. Γι’αὐτό καί λυπᾶμαι πού καταργήθηκαν ἀπό τό γυμνάσιο καί ἄς μέ ποῦνε καθυστερημένο… Ἔχω τήν ἐντύπωση ὅτι μόνο ὅποιος γνωρίζει τά ἀρχαῖα μπορεῖ νά γράψη σωστά καί τήν νεοελληνική δημοτική».