
Οι ήρωες είναι πάντα ευγενικοί.
Γεννιούνται μ’ ένα χρυσαφένιο χρώμα,
μ’ όνειρα που τους τα φτιάχνει η συννεφιά,
μ’ ελπίδες που φυτρώσαν μέσ’ στο χώμα…
Οι ήρωες δεν έχουν μυστικά.
Δεν ταξιδεύουνε ποτέ σε ξένα μέρη.
Γίνοντ’ αγάλματα ψυχρά, μα εθνικά
κι έχουν για συντροφιά τους ένα περιστέρι…
Οι ήρωες είναι πάντα ευγενικοί.
Κάνουν πως, τάχα, λεπτομέρειες δε θυμούνται…
Κι όταν η νύχτα τους σκεπάζει με σιωπή,
πετάν τον θρύλο στα πουλιά κι αποκοιμιούνται…
Νίκος Γκάτσος
Κάθε χρόνο τέτοια μέρα τα παιδιά στην Κύπρο ξυπνούν από παραδείσιες φωνές και φτερουγίσματα πουλιών. Όχι, δεν είναι χελιδόνια, αηδόνια ή άλλα αποδημητικά πουλιά που επιστρέφουν στο νησί, εκεί που η άνοιξη έρχεται νωρίς. Πρόκειται για τα φτερουγίσματα σταυραετού αρχαγγέλου και της συνοδείας αυτού!
Έτσι, ξαφνικά, λοιπόν, καθώς μπαίνει σιγά σιγά η άνοιξη, στις 3 Μαρτίου, τα παιδιά της Κύπρου ακούνε μια πολύ γλυκιά και μελωδική απόδοση των λέξεων που απαρτίζουν την πρόταση, στίχους πείτε τους:
«Μάθημα ελευθερίας, ‘απ’ τα κόκαλα βγαλμένης’,
με φτερά αγγέλου αναστημένης»!
Και η ουράνια αυτή μελωδία μοιάζει σαν να γεμίζει όλο τους το είναι, μια φωτεινή, ανοιξιάτικη παραδείσια αίσθηση.
Και τα παιδιά, αμέσως, καταλαβαίνουν, γιατί ξέρουν:
Ήλθε ο Γρηγόρης! Είναι η μέρα του Γρηγόρη! Έγραψε ιστορία! Έγινε ιστορία! Φορούσε ράσο, αλλά δεν ήταν μοναχός, πολεμούσε με όλο τον ελληνισμό. Ήταν έφεδρος αξιωματικός και στο πρώτο κάλεσμα βρέθηκε στην πρώτη γραμμή και πιο μπροστά απ’ όλους! Αυτός εκπαίδευε και άλλους υποψήφιους στρατιωτικούς αγίους! Όλοι νεαρά παιδιά, αγνοί αγωνιστές!
Μαζί με τους λοιπούς υποψήφιους αποδημητικούς αγγέλους οργάνωναν παράτολμες στρατιωτικές επιχειρήσεις! Και τα κατάφερναν μια χαρά, απέναντι σε έναν πολυάριθμο στρατό πλήρως εξοπλισμένο και εμπειροπόλεμο. Δεν άργησαν, μάλιστα, οι αντίπαλοι τους Άγγλοι αποικιοκράτες, να φέρουν ενισχύσεις και από άλλες αποικίες, για να αντιμετωπίσουν τους ψυχωμένους, σχεδόν άοπλους, επαναστατημένους, αλλά έμπτερους κουρελήδες!
Αυτούς που, ξαφνικά, άρχισαν να νιώθουν πως ζούσαν σε μια ελεύθερη πατρίδα και η υπόγεια διαδρομή που άνοιγαν για τα κρησφύγετα τους τους έβγαζε στην Ακρόπολη των Αθηνών. Ζούσαν μια πρωτόγνωρη ελληνική επ-Ανάσταση και τους παρακολουθούσαν και άλλα κινήματα επαναστατικά σε άλλες χώρες. Αλλά και ο ξεσηκωμός της νεολαίας στην Ελλάδα δεν ήταν πάντα και τόσο ειρηνικός και αναίμακτος. Πολλές φορές έπεφταν νεκροί νέοι άνθρωποι κατά την διάρκεια συγκρούσεων με την αστυνομία!
Όσο για την αντιμετώπιση των εν Κύπρω επαναστατών οι αποικιοκράτες κάλεσαν έμπειρους στρατιωτικούς και ειδικά εκπαιδευμένα στρατιωτικά σώματα, όπως και βάναυσους εγκληματίες ανακριτές που κατέστρεφαν χωρίς καμιά επιφύλαξη τα άγια σώματα όσων υποπτεύονταν!
Αντίστοιχα ολοκαυτώματα με του Γρηγόρη έζησαν και άλλοι συναγωνιστές του στα χέρια των αιμοβόρων αυτών βασανιστών! Δεν ήταν ολοκαυτώματα με φωτιά, αλλά άμεσα σωματικά εξοντωτικά βασανιστήρια. Μια καθολική επίθεση εναντίον της ανθρώπινης ύπαρξης. Κατά ανδρών και γυναικών. Και, μάλιστα, επιστημονικά προμελετημένα για να αποδώσουν καρπούς. Η επιστήμη στην υπηρεσία της βαναυσότητας…
Ο άφαντος Γρηγόρης που εν τω μεταξύ έγινε υπαρχηγός της Εθνικής Οργάνωσης Κυπρίων Αγωνιστών (ΕΟΚΑ) απέκτησε τα ψευδώνυμα «Ζήδρος», «Ρήγας», «Αίαντας», «Άρης», «Μάστρος» και «Ζώτος», αλλά ήταν πάντα καλά κρυμμένος και φυσικά πάντα επικίνδυνος. Για να τον πιάσουν τον επικήρυξαν με 5.000 αγγλικές λίρες. Πολλά λεφτά για τότε! Κάποτε, όμως, βρέθηκαν στα ίχνη του, γιατί κάποιος τον μολόγησε. Ίσως και να τον βασάνισαν για να τους πει αν τον είδε.
Ο Γρηγόρης, όμως, στάθηκε γενναίος στο καραούλι του. Κάτω από τον θρόνο της Παναγίας του Μαχαιρά. Λες να έψαχνε καμιά σκάλα για να ανέβει σιμά της; Αυτός, πάντως, για την ώρα βρισκόταν στο κρησφύγετο του και από εκεί πολεμούσε τους… γενναίους πολυάριθμους Άγγλους που τον είχαν περικυκλώσει. Είχε διώξει τους συναγωνιστές του και έμεινε εκεί μόνος για να γίνει με όλους ένα.
Από καιρό είχε αρχίσει να φτιάχνει την δεύτερη πανοπλία του, την πνευματική, που ήταν ανάλαφρη για να μπορεί να πετάξει, όταν θα χρειαστεί. Ήξερε πως κάποια στιγμή θα πρέπει να φύγει, να αποδημήσει από το μέσα χώμα και γι’ αυτό χρειαζόταν φτερά! Θα ήταν για πάντα αποδημητικό πτηνό, άγγελος δηλαδή, γιατί οι ήρωες φεύγουν πάντα νέοι με φτερά προικισμένοι για να μπορούν να επιστρέφουν και να αποδεικνύουν πως, πάντα, ζουν.
Έτσι, όπως επιστρέφει κάθε χρόνο πανηγυρικά στις 3 Μαρτίου! Ενώ τις άλλες μέρες στέκει εκεί και είναι πρόθυμος να παρουσιαστεί σε πρώτη αναζήτησή του. Ή ακόμη και να μαρτυρήσει ξανά. Μια φορά μάρτυρας για πάντα πρόθυμος, εθελοντής μάρτυρας!
Τώρα, λοιπόν, στο κρησφύγετό του, σ’ αυτό το σπήλαιο που η σκιά θα γινόταν φως, ετοιμαζόταν να πετάξει! Να απογειωθεί! Όπως προετοιμαζόταν από καιρό. Όταν μπήκε σε εκείνη την ιδέα, τον αγώνα και το… πρότζεκτ για την πατρίδα, το πρώτο που κατάλαβε ήταν πως πρέπει να έχει πάντα έτοιμα και πρόχειρα δύο στιλπνά φτερά! Έτοιμα και καλά προσαρμοσμένα επάνω του, ένα με τον εαυτό του δηλαδή, για να πετάξει αυτόματα.
Θα έπρεπε, λοιπόν, τα φτερά να είναι ολόδικά του: «Αυτοφυή! Αυτή δεν είναι σωστή η λέξη»; αναρωτήθηκε.
Αυτό τον βοηθούσε να μην τον κρατά κάτι βαρύ στην γη, στον κάτω κόσμο, για να μπορεί, έτσι, να θυσιαστεί ανά πάσα στιγμή. Και όχι, βέβαια, για να κάνει το… κομμάτι του! Καμιά φορά, μάλιστα, έκανε και τον ήχο των φτερών που θα τον σήκωναν στον αέρα!
«Φρου, φρου, φρου, φρου, φρου…»!
Μετά, σκεφτόταν, πως φεύγοντας θα έπρεπε να αγκαλιάσει πρώτα όλη την Μεγαλόνησο και τους πονεμένους άρχοντες σκλαβωμένους, απλούς ανθρώπους της που διψούσαν για λευτεριά και Ελλάδα και μετά θα έφευγε για την ελεύθερη από χρόνια Αθήνα. Αυτήν την φορά χωρίς εισιτήριο, σκεφτόταν και χαμογελούσε! Ένας νέος Ίκαρος εν πτήσει! Εσαεί ακατάρριπτος! «Με αυτοφυή φτερά!, καλά δεν το λέω;», σκεφτόταν.
Στην αρχή ο ήχος που δοκίμαζε για τα φτερά του δεν του άρεσε, ήταν κάπως σκληρός, και τότε κατάλαβε πως θα έπρεπε να εκλεπτύνει και να ομορφύνει πιο πολύ την ψυχή του. Οι ήρωες πρέπει να έχουν ωραία ψυχή, για να έχουν και ωραία όψη στην μορφή τους. Έτσι όταν θα επιστρέφουν «ξαφνικά καθώς θα μπαίνει η άνοιξη», θα πρέπει τα παιδιά να μην σκιάζονται, αλλά να χαίρονται που θα τους βλέπουν!
Γι’ αυτό μέσα στο στόμα του κρησφύγετου του, της σπηλιάς, του αρχαίου αυτού πλατωνικού μυστηρίου και ιδιαίτερα μέσα στο σπήλαιο της ψυχής και της καρδιάς του, στοιχειοθετούσε τον δρόμο και τον κόσμο που η σκιά γίνεται φως. Μια αγγελική θωριά, ένας επίγειος άγγελος, αγγελόμορφη υπόσταση, έτοιμη να απογειωθεί, να γίνει ένα με όλους, με τον ουρανό!
Είχε, δηλαδή απογειωθεί ήδη και τίποτε δεν τον κρατούσε! Και καθώς αναλογιζόταν την ζωή του και όλα όσα έζησε μέχρι εκείνη τη στιγμή, ένα φως άπλετο φώτισε το κρησφύγετο – σπήλαιό του και η έντιμη λαχτάρα του τον ανέβαζε πλέον σε όλο το μεγαλείο της ύπαρξης που μέχρι τώρα μόνον, κάπως, υποψιαζόταν!
Όλη η δοτική του πορεία και η έγνοιά του για το μέσα και το έξω του κόσμου, τα πριν και τα μετά, του έδωσε το δικαίωμα να ξαναγεννιέται εσαεί ως απέθαντος αθάνατος και να επιστρέφει, όντας πυρίμορφος, έμπτερος εθελοντής για κάθε καλό σκοπό, έντιμο, αξιοπρεπή αγώνα, χωρίς καμία «’διοτέλεια», όπως θα έλεγε ο αγράμματος και επίσης φωτόμορφος και αγγελόμορφος δάσκαλός μας στρατηγός Μακρυγιάννης!
Και τα παιδιά κλείνουν όλον αυτόν τον εγκάρδιο φιλοσοφικό τους εσωτερικό μονόλογο με τα εξής λόγια: «Καλώς ήλθες, Γρηγόρη, με τα πρώτα, χελιδόνια, τα αηδόνια και μας έφερες την άνοιξη! Να ξέρεις, πάντως, εσύ είσαι η πρώτη άνοιξή μας! Σταυραετάγγελε μας»!